18/10/2018 15:59:56
30.4.2018 / ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2018 στις 26-4-2018

«Υπερόπλο» ή «μπούμερανγκ» το πλεόνασμα - μαμούθ;

«Υπερόπλο» ή «μπούμερανγκ» το πλεόνασμα - μαμούθ; - Media

 

Οι διαπραγματευτικές δυνατότητες για την επόμενη μέρα και τα ντεζαβαντάζ για την οικονομία.

Όσο πλησιάζει η ημέρα της κρίσιμης διαπραγμάτευσης για τα δημοσιονομικά – το βασικότερο κομμάτι της τέταρτης αξιολόγησης, καθώς θα κρίνει σε πολύ μεγάλο βαθμό όχι μόνο τη συμφωνία για το ελληνικό ζήτημα, αλλά και το... εκλογικό αποτέλεσμα – το οικονομικό μέγεθος που απασχόλησε όσο κανένα άλλο τα τελευταία χρόνια προκαλεί συζητήσεις και αντιπαραθέσεις:

● Είναι το πρωτογενές πλεόνασμα «ματωμένο»;

● Είναι ο λόγος για τον οποίο εξακολουθούν να υποφέρουν τα ελληνικά νοικοκυριά;

● Μπορούσε η κυβέρνηση να κάνει καλύτερη διαχείριση των δημοσίων οικονομικών ώστε να επιτύχει τους δημοσιονομικούς στόχους χωρίς να επιβάλλει τόσους φόρους ή περικοπές στα εισοδήματα;

● Ήταν υποκοστολογημένα τα μέτρα που θεσπίστηκαν μετά το 2015, με αποτέλεσμα να φορτωθούν οι φορολογούμενοι με αχρείαστα βάρη;

● Υπέκυψε η ελληνική διαπραγματευτική ομάδα στους λανθασμένους υπολογισμούς των δανειστών;

● Πέταξε «λευκή πετσέτα» η κυβέρνηση μετά την «υπερήφανη διαπραγμάτευση» του 2015;

● Ή ήταν αυτός ο μοναδικός δρόμος για να βγούμε με αξιώσεις από τα μνημόνια και να ανακτήσουμε την εμπιστοσύνη των αγορών επιστρέφοντας σε μια στοιχειώδη «κανονικότητα»;

Ποιος πληρώνει το χρέος;

Τα ερωτήματα έχουν σαφώς οικονομικό υπόβαθρο, αλλά κατά βάση είναι πολιτικά. Το πρωτογενές αποτέλεσμα είναι στην πραγματικότητα το οικονομικό μέγεθος εκείνο που απαντά στο ερώτημα «ποιος πληρώνει για την εξυπηρέτηση του χρέους», δηλαδή στο ερώτημα που βρίσκεται αυτή τη στιγμή στο κέντρο της διαπραγμάτευσης ανάμεσα στους δανειστές και την Ελλάδα για την επόμενη ημέρα των μνημονίων.

Τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα της τάξεως του 3,5% ή και ακόμη υψηλότερα μεταθέτουν όλο το βάρος στους Έλληνες φορολογούμενους. Ειδικά τα στοιχεία του 2017 έδειξαν ότι με τους φόρους και τις ασφαλιστικές εισφορές όχι μόνο καλύφθηκαν οι ανάγκες λειτουργίας του Δημοσίου, όχι μόνο πληρώθηκαν οι τόκοι για την εξυπηρέτηση του χρέους, αλλά... περίσσεψαν κιόλας ποσά άνω του 1 δισ. ευρώ για να χρησιμοποιηθούν ως «απόθεμα ασφαλείας» εν όψει της εξόδου στις αγορές.

Από την άλλη, χωρίς τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα της τάξεως του 3,5%, οι τόκοι θα έπρεπε να πληρωθούν με νέα δανεικά, τα οποία, δεδομένου ότι είναι ακόμη κλειστές οι αγορές για την Ελλάδα, θα έπρεπε να δοθούν από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης, που προς το παρόν είναι η μοναδική πηγή χορήγησης ρευστότητας στη χώρα, αν εξαιρεθούν οι μια - δύο δοκιμαστικές απόπειρες δανεισμού μέσω των αγορών που έχουν γίνει μέχρι τώρα.

Το προφανές για την κυβέρνηση είναι ότι το πρωτογενές πλεόνασμα της τάξεως του 4,2% για το 2017 αποτελεί ένα ισχυρό διαπραγματευτικό όπλο εν όψει των διαπραγματεύσεων για το δημοσιονομικό, που θα μπουν στην τελική ευθεία μετά τις 15 Μαΐου, οπότε επιστρέφουν στην Αθήνα οι επικεφαλής των θεσμών για την ολοκλήρωση της τέταρτης αξιολόγησης. Το θέμα «καίει», καθώς από την έκβαση των διαπραγματεύσεων θα εξαρτηθεί:

1. Πρώτον, αν υπάρχει πιθανότητα να αλλάξει κάτι όσον αφορά την κατάργηση της προσωπικής διαφοράς, που οδηγεί σε περικοπή του εισοδήματος των συνταξιούχων ακόμη και κατά 18%, ποσοστό που μεταφράζεται σε περικοπή ακόμη και άνω των δύο συντάξεων.

2. Δεύτερον, αν θα έρθει νωρίτερα η μείωση της έκπτωσης φόρου από τα 1.900 στα 1.250 ευρώ, με την επιβάρυνση των 650 ευρώ να είναι οριζόντια για όλους τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους ή ακόμη και τους αγρότες με ατομικό εισόδημα άνω των 6.000 ευρώ ετησίως.

3. Τρίτον, αν θα βρεθεί ο δημοσιονομικός χώρος να ενεργοποιηθούν μέσα στο 2019 τα «αντίμετρα». Τα πρώτα αντίμετρα αφορούν μείωση ή και μηδενισμό της συμμετοχής στα φάρμακα, τη χορήγηση επιδόματος στέγασης σε όσους πληρώνουν ενοίκιο ή στεγαστικό δάνειο, τη δημιουργία περισσότερων παιδικών σταθμών, αλλά και την περαιτέρω αύξηση του επιδόματος τέκνων.

Το δυνατό επιχείρημα

Η ελληνική πλευρά κάθεται στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με ένα πρωτογενές πλεόνασμα το 2017 της τάξεως του 4,2%, το οποίο είναι υψηλότερο και συγκριτικά με τον επίσημο μνημονιακό στόχο του 1,75%, αλλά και σε σχέση με την πρόβλεψη που είχε διατυπώσει η ελληνική πλευρά καταρτίζοντας τον προϋπολογισμό του 2018 (σ.σ.: τότε είχε τεθεί ως στόχος το 2,44%).

Το βασικό επιχείρημα της ελληνικής πλευράς θα είναι το εξής:

Αφού το πρωτογενές πλεόνασμα του 2017, έτος κατά το οποίο ο ρυθμός ανάπτυξης περιορίστηκε στο 1,4%, ανήλθε στο 4,2% (σ.σ.: στην πραγματικότητα ανήλθε στο 5%, καθώς το ποσοστό του 4,2% περιλαμβάνει και τη δαπάνη που αντιστοιχεί σε περίπου 0,8% του ΑΕΠ και αφορά τη διανομή του έκτακτου κοινωνικού μερίσματος που δόθηκε τον Δεκέμβριο του 2017), ποιο οικονομικό επιχείρημα θα στηρίξει την άποψη ότι το 2018 ή το 2019, έτη κατά τα οποία η ανάπτυξη υποτίθεται ότι θα είναι υψηλότερη, δεν μπορεί να παραχθεί αντίστοιχο ή και υψηλότερο δημοσιονομικό αποτέλεσμα;

Ενισχυτικά του επιχειρήματος της ελληνικής πλευράς έρχονται τα πρώτα στοιχεία εκτέλεσης του φετινού προϋπολογισμού.

Στο τρίμηνο το πρωτογενές πλεόνασμα της κεντρικής κυβέρνησης (σ.σ.: το μνημόνιο λαμβάνει υπόψη το πλεόνασμα της γενικής κυβέρνησης, στο οποίο ενσωματώνονται και τα οικονομικά στοιχεία των δήμων, των ασφαλιστικών ταμείων και των επιχειρήσεων του Δημοσίου) κινείται τουλάχιστον 1 δισ. ευρώ πάνω από τον στόχο. Το πρωτογενές πλεόνασμα έφτασε τα 2,366 δισ. ευρώ, έναντι στόχου 1,096 δισ. ευρώ.

Ένα πρόσθετο επιχείρημα της ελληνικής πλευράς είναι ότι η δημοσιονομική επίδοση του 2017 δεν αποτελεί «πυροτέχνημα». Πράγματι, το 2017 είναι η τρίτη διαδοχική χρονιά κατά την οποία το πρωτογενές πλεόνασμα διαμορφώνεται πολύ πάνω από τους στόχους:

● Το 2015 υπήρχε στόχος για πρωτογενές έλλειμμα 0,25% και κλείσαμε με πλεόνασμα 0,25%.

● Το 2016 υπήρχε στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 0,50% και η χρονιά έκλεισε στο 3,77%.

● Το 2017 ο στόχος ήταν στο 1,75% και η χρονιά έκλεισε στο 4,2%.

Η άλλη όψη της υπεραπόδοσης

Το αν θα πείσει τους δανειστές η ελληνική πλευρά είναι κάτι που θα φανεί στην πράξη. Σε κάθε περίπτωση η υπεραπόδοση έχει και την άλλη όψη για την κυβέρνηση:

1. Τα εκρηκτικά νούμερα δεν σημαίνουν ότι οι δανειστές κατεβαίνουν στη διαπραγμάτευση χωρίς επιχειρήματα που ενισχύουν την άποψη ότι αυτά τα αποτελέσματα δεν είναι βιώσιμα.

● Πρώτον, τίθεται θέμα παραγωγής υπερπλεονάσματος από μέτρα ή γεγονότα τα οποία θα πάψουν να αποφέρουν έσοδα στο άμεσο μέλλον.

● Δεύτερον, υπάρχει το επιχείρημα ότι επίκεινται μια σειρά από αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (σ.σ.: ειδικά για το θέμα του ασφαλιστικού νόμου Κατρούγκαλου, ο οποίος παίζει και τεράστιο ρόλο σε δημοσιονομικό επίπεδο), οι οποίες μπορεί να αλλάξουν άρδην το τοπίο.

● Τρίτον, τίθεται το (εύλογο) επιχείρημα ότι πολύ σύντομα και η Ελλάδα θα μπει σε προεκλογική περίοδο, κάτι που σημαίνει ότι οι δημοσιονομικές επιδόσεις θα έρθουν... αντιμέτωπες με την περίφημη θεωρία του εκλογικού κύκλου.

2. Η κυβέρνηση έχει από τώρα πολύ μεγάλη δυσκολία στο να πείσει όχι μόνο τους βουλευτές της πλειοψηφίας, αλλά και την κοινή γνώμη, για ποιον λόγο χρειάζεται η επιβολή πρόσθετων δημοσιονομικών μέτρων από το 2019, τη στιγμή που οι στόχοι που είχαν τεθεί από το μνημόνιο έχουν ήδη υπερκαλυφθεί.

Όταν η σημερινή αντιπολίτευση προχωρούσε το 2012 ή το 2013 σε επιβολή πρόσθετων δημοσιονομικών μέτρων και περικοπές συντάξεων, είχε το επιχείρημα ότι η χώρα αντιμετωπίζει ελλείμματα, τα οποία δεν μπορούν να καλυφθούν, αφού κανείς δεν τη δάνειζε.

Το 2018, όταν ο προϋπολογισμός είναι πλεονασματικός όχι μόνο σε πρωτογενές αλλά και σε συνολικό επίπεδο, ποιο ακριβώς είναι το επιχείρημα υπέρ του να κοπεί το εισόδημα των συνταξιούχων ακόμη και κατά 18%;

Αν μάλιστα επαληθευτεί το χειρότερο σενάριο και ζητηθεί από τους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ να ψηφιστεί η μείωση του αφορολογήτου από την 1.1.2019 αντί για την 1.1.2020, «η κυβέρνηση δεν θα μπορεί να σταθεί ούτε εικοσιτετράωρο», όπως παραδέχεται υψηλόβαθμο κυβερνητικό στέλεχος.

3. Στο εσωτερικό της χώρας η κυβέρνηση είναι υπόλογη και για μια ακόμη στρατηγική της επιλογή.

Επί σειρά ετών ο ΣΥΡΙΖΑ καταλόγιζε στη Νέα Δημοκρατία ότι είχε συμφωνήσει με τους δανειστές – στο πλαίσιο του δεύτερου μνημονίου – την παραγωγή πρωτογενών πλεονασμάτων της τάξεως του 4,5%, τα οποία θα βούλιαζαν την ελληνική οικονομία. Επί των ημερών της, όμως, η κυβέρνηση εμφανίζεται να έχει ανεβάσει το πρωτογενές πλεόνασμα ακόμη και στο 5% χωρίς καν να της ζητηθεί από τους δανειστές.

Αυτή η... πρωτοβουλία είναι προφανές ότι έχει προκαλέσει πρόβλημα στην οικονομία και ειδικά στα νοικοκυριά. Δεν είναι τυχαίο ότι ο πήχης της ανάπτυξης για το 2017 αναθεωρήθηκε δύο φορές προς τα κάτω: ξεκινήσαμε με στόχο 2,7% για την περυσινή χρονιά και τελικώς περιοριστήκαμε σε ανάπτυξη μόλις 1,4%.

Το υπερπλεόνασμα του 2017 δεν μπορεί πλέον να διανεμηθεί, καθώς κάτι τέτοιο θα σήμαινε επιβάρυνση των δημοσιονομικών επιδόσεων της φετινής χρονιάς. Το ζητούμενο για την ελληνική πλευρά είναι να εξαλείψει κάθε περίπτωση μείωσης του αφορολογήτου από το 2019 και – ιδανικά – να μεταθέσει έστω και έξι μήνες την περικοπή των συντάξεων, ακόμα και αν χρειαστεί να μην ενεργοποιηθούν τα «καλά μέτρα» της επόμενης χρονιάς.

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.