10/12/2018 16:38:27
18.1.2010

Τσουνάμι

Δέσποινα Μοιραράκη: Ο μπορδοροδοκόκκινος πολιτισμός

Κι άλλοι προσπάθησαν αλλά δεν τα κατάφεραν. Η πετυχημένη οικοδέσποινα έμαθε πολλά σε όσους ταυτίζουν το χαλί με την αναβάθμιση της μικροαστικής ζωής. Τους έμαθε τα είδη χαλιών και τις χώρες που τα παράγουν. Τους έμαθε να μετρούν την αξία με κόμπους

Χειμώνα - καλοκαίρι βρίσκεται στο μετερίζι του τηλεοπτικού εμπορίου η Δέσποινα Μοιραράκη. Απτόητη, αλωνίζει την επικράτεια της μπουχάρας και συνεχίζει να εμπορεύεται χαλιά από τις εκπομπές της, στις μεταμεσονύκτιες εκπομπές της απρόβλεπτης τηλεόρασης, δηλαδή της μη θεσμικής. Από το Αφγανιστάν και την Ινδία κατευθείαν στη σάλα του μέσου Έλληνα. Η Δέσποινα Μοιραράκη είναι ένας πολύ δραστήριος άνθρωπος. Έμπορος με πραμάτεια που τη διαλαλεί χωρίς να ντρέπεται, το αντίστοιχο των παλαιών γυρολόγων στην ηλεκτρονική εποχή. Και όπως κάθε γυρολόγος που ξέρει να μιλά στους πελάτες, έτσι κι αυτή διαλαλεί το εμπόρευμα με δυνατή, μεταλλική και κάπως έρρινη φωνή. Βαθιά φωνή, το μέταλλό της διαπερνά τα αυτιά σαν δαμασκηνό σπαθί, σε υποχρεώνει να την προσέξεις. Σαν ηθοποιός υψηλής γκάμας, μάλιστα, κάπως σαν Λόρενς Ολίβιε και άλλοι μεγάλοι σαιξπηρικοί ηθοποιοί στη μεγάλη αρένα του λαϊκού θεάματος, καταφέρνει να μιλάει δυνατά χωρίς να αλλοιώνονται τα χαρακτηριστικά του προσώπου της. Σαν Έμπορος της Βενετίας σε μεταμοντέρνα παράσταση του Φεστιβάλ Αθηνών – φυσικά, η Δέσποινα Μοιραράκη αντιστοιχεί στον Αντόνιο και όχι στον Σάιλοκ. Η επιτυχία είναι σπουδαίο πράγμα – κι εκείνη το ξέρει, κάνει μάλιστα ό,τι μπορεί για να διαρκέσει πολύ. Και όσο διαρκεί, όσο δηλαδή τα χαλιά της πουλάνε, όσο τα τηλέφωνα του στούντιο κουδουνίζουν την ώρα που εκείνη επιδεικνύει σχέδια και κόμπους, η Δέσποινα Μοιραράκη θα μπορεί να γιορτάζει, μια φορά το χρόνο, διοργανώνοντας τουλάχιστον ένα μεγάλο πάρτι με διάσημους προσκεκλημένους της λαϊκής μας κουλτούρας (Γαρμπή, Τσαλίκης κ.ά.), με χορούς της κοιλιάς και ανατολίτικο κέφι. Ένα πάρτι που μετά προβάλλεται και από την εκπομπή της ως η επιτομή της επιτυχίας. Από την πλευρά της, δικαίως. Διότι, ως αυτοδημιούργητη, η Δέσποινα Μοιραράκη, αν και ξεκίνησε ως ανέκδοτο, κέρδισε επαξίως τη θέση αξιοζήλευτου παράγοντα της αισθητικής τύπου «κοινωνία της Αθήνας» – της αισθητικής που κατακτά τον επίζηλο τίτλο του «καλτ» στα περιθωριακά κανάλια και επιβραβεύεται ύστερα, με προσκλήσεις, στις δήθεν χαρούμενες, σατιρικές, ελαφρές εκπομπές των μεγάλων καναλιών. Το όνομα Μοιραράκη δεν ταυτίστηκε τυχαία με τις τηλεπωλήσεις χαλιών. Κι άλλοι προσπάθησαν αλλά δεν τα κατάφεραν. Η πετυχημένη οικοδέσποινα, όμως, έμαθε πολλά σε όσους ταυτίζουν το χαλί με την αναβάθμιση της μικροαστικής ζωής. Τους έμαθε, π.χ., τα είδη χαλιών και τις χώρες που τα παράγουν. Τους έμαθε να μετρούν την αξία με κόμπους. Τους έμαθε να εκφράζονται με σύνθετες λέξεις όταν περιγράφουν χρώματα και χρωματικούς συνδυασμούς (π.χ. μπορντοροδοκόκκινο, λαδοκαφέ κ.λπ.). Τους έμαθε ότι η ζωή δεν έχει αξία χωρίς ένα πρωτότυπο περσικό σχέδιο, χωρίς μια χειροποίητη αφγανική μπουχάρα. Και όλα αυτά, τηρώντας με ευλάβεια τις μικροαστικές παραδόσεις – κυριότερη εκ των οποίων, η μεταβίβαση του επαγγέλματος από μητέρα σε γιο: εν προκειμένω, στο γιο της τον Γιωργάκη που κάνει ό,τι μπορεί για να μην προδώσει την εμπιστοσύνη της μαμάς του. Όπως κάθε πραγματικό Ελληνόπουλο.

ΑΧΙΝΟΙ

1. Ότι το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της χώρας είναι άστεγο, το έχουμε ξαναγράψει, συνιστά μείζον πρόβλημα. Η φιλοξενία του στο υπόγειο του Ωδείου Αθηνών ήταν λύση προσωρινή που, τώρα, αποδεικνύεται και ατελέσφορη. Λίγο πριν τη μεγάλη αναδρομική του Χρόνη Μπότσογλου, το Ωδείο Αθηνών ζητάει από το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης ενοίκιο για να συνεχίσει να του παραχωρεί τη στέγη του. Είναι ευνόητο ότι αν θεωρούμε πως το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης είναι χρήσιμος θεσμός, πρέπει να λυθεί το συντομότερο το θέμα της στέγης. Αλλιώς, ως λάτρεις του «αρχαίου κλέους», για να μπορούν να εκθέτουν και οι μοντέρνοι μας, ας είχαμε φροντίσει να κάνουμε ένα παράρτημα στο Μουσείο της Ακρόπολης.

2. Το ντοκιμαντέρ του τηλεοπτικού «Παρασκηνίου», σε σκηνοθεσία Ηλία Γιαννακάκη, για τους θεατρικούς καβγάδες του καλοκαιριού αναζωπύρωσε, με εναργή τρόπο, μια συζήτηση που διακόπηκε. Αν είχατε αμφιβολίες για το ποιος είχε δίκιο, θα πειθόσασταν βλέποντας τον Κώστα Γεωργουσόπουλο, εκπρόσωπο του ενός πόλου της διαμάχης, να ισχυρίζεται (αναφερόμενος στον ανδρικό χορό των «Περσών» του Αισχύλου, στην εκδοχή του Ντίμιτερ Γκότσεφ), ότι «ανέκαθεν ο ρόλος των γυναικών είναι να θρηνούν». Οπαδός της κοινωνικής (και αισθητικής) ακινησίας, ο κριτικός υπερασπίστηκε τα κεκτημένα της σχολικής ανάγνωσης της τραγωδίας. Με άλλα λόγια: ο δασκαλάκος ήταν λεβεντιά.

Λία Παραλία

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.