15/12/2018 20:39:28

Φοβού τους ισχυρούς και επαίνους φέροντας

Φοβού τους ισχυρούς και επαίνους φέροντας - Media

 

Η ομοβροντία επαίνων και στήριξης εκ μέρους του «διεθνούς παράγοντα» για τη συμφωνία των Πρεσπών για το ονοματολογικό της ΠΓΔΜ αποτελεί σε αυτή τη φάση το επιχείρημα που η ελληνική κυβέρνηση προβάλλει επικοινωνιακά περισσότερα απ’ όλα υπέρ της συμφωνίας. Μπορεί έραγε αυτή η στήριξη να μετατραπεί σε πολιτικό χαρτί της κυβέρνησης στο εσωτερικό;

Ο «διεθνής παράγων», προφανώς, έχει κάθε λόγο να πριμοδοτεί πολιτικά τη συμφωνία, διότι απλούστατα διά της εφαρμογής της – αν αυτή καταστεί εφικτή τους επόμενους μήνες – «ξεφορτώνεται» ένα περιφερειακό πρόβλημα, το οποίο έμενε ανοιχτό μόνο λόγω των ελληνικών αντιρρήσεων και της άρνησης των ελληνικών κυβερνήσεων να θέσουν την υπογραφή τους σε μια λύση η οποία συνεπάγεται μεγάλο πολιτικό κόστος.

Για τους Ευρωπαίους και τους Αμερικανούς – οι οποίοι κυρίως «καίγονται» για το πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα στη βαλκανική γειτονιά μας και άλλωστε είναι οι κατ’ εξοχήν ενδιαφερόμενοι για τον έλεγχό της – ήταν ιδιαίτερα ενοχλητικό να βλέπουν διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις εδώ και 25 χρόνια να συζητούν τα πάντα, να αναγνωρίζουν τα πάντα, αλλά να μην βάζουν την τζίφρα τους σε μια συμφωνία η οποία θα αναγνώριζε όσα ο «διεθνής παράγων» έχει αναγνωρίσει εδώ και δυόμισι δεκαετίες.

Υπ’ αυτήν την έννοια έχουν κάθε λόγο να αποθεώνουν την κυβέρνηση η οποία επικύρωσε όλα όσα οι προηγούμενοι αποδέχονταν, αλλά την κρίσιμη στιγμή δεν υπέγραφαν.

Το ερώτημα πλέον είναι αν οι έπαινοι του διεθνούς παράγοντα σημαίνουν κάτι για την ελληνική κυβέρνηση και το μέλλον της. Ας δούμε το πρόσφατο πολιτικό παρελθόν.

 

1. Ανάλογους επαίνους έχουν κατά καιρούς εισπράξει και άλλες ηγεσίες στην Ελλάδα, οι οποίες ωστόσο δεν κατάφεραν να τις «εξαργυρώσουν» πολιτικά. Κυρίως επειδή στο εσωτερικό πολιτικό παιχνίδι οι έπαινοι των έξω αφ’ ενός δεν μεταφράστηκαν σε πολιτική αναβάθμιση της χώρας και αφ’ ετέρου στην εγχώρια πολιτική σκηνή αυτοί οι έπαινοι σε κρίσιμες στιγμές λειτούργησαν αντίστροφα από τις προσδοκίες των ελληνικών πολιτικών ηγεσιών.

Ο Κώστας Σημίτης είναι ίσως αυτός που έχει εισπράξει το μεγαλύτερο μερίδιο επαίνων από το 1980 έως τις μέρες μας, κυρίως επειδή έβαλε και διατήρησε την Ελλάδα – με τα στραβά μάτια των Ευρωπαίων στη «δημιουργική λογιστική» του – στον πυρήνα της Ε.Ε., την ευρωζώνη. Επί χρόνια μετά την εσωτερική περιθωριοποίησή του επιζητούσε ένα διεθνές αξίωμα ως ανταμοιβή. Δεν ήρθε ποτέ, παρ’ ότι σε παρόμοια αξιώματα επελέγησαν πρώην αξιωματούχοι άλλων χωρών, οι οποίοι μάλιστα βαρύνονταν ακόμη και με ποινικά αδικήματα!

Ο Γιώργος Παπανδρέου επαινέθηκε όσο λίγοι όταν αποφάσισε τη «διάσωση της χώρας από τη χρεοκοπία» διά της υπαγωγής της στο πρώτο μνημόνιο. Ήταν αρκετή η διατύπωση της άποψής του περί δημοψηφίσματος για τη λαϊκή επικύρωση του μνημονίου για να τον πετάξουν σαν την τρίχα απ’ το ζυμάρι και να καταλήξει εξωκοινοβουλευτική συνιστώσα του Κινήματος αλλαγής.

Ο Αντώνης Σαμαράς, αφού ξεκίνησε ως «αντάρτης» εναντίον του μνημονίου με τα περιώνυμα «Ζάππεια», αντελήφθη μετά την εκλογική του νίκη το 2012 ότι το αισχυντηλό «Ουδείς αναμάρτητος», παρουσία της βλοσυρής Άνγκελα Μέρκελ στο Βερολίνο, ήταν μονόδρομος. Εν συνεχεία απήλαυσε και αυτός το δικό του μερίδιο επαίνων, με κορυφαία τη διατύπωση της εκτίμησης των Ευρωπαίων για το ελληνικό «success story» που επρόκειτο να φέρει την υπογραφή του. Μέχρι που αποτόλμησε να ζητήσει εξαίρεση του ασφαλιστικού από τις μεταρρυθμίσεις επισείοντας την απειλή ότι «θα έρθει ο Τσίπρας». Το πόσο τον έλαβαν υπ’ όψιν είναι πλέον γνωστό.

 

2. Κάθε φορά, ιδιαίτερα τα χρόνια της κρίσης, που οι Ευρωπαίοι τοποθετήθηκαν εν σώματι υπέρ μιας εσωτερικής πολιτικής επιλογής, αυτή κατέστη απεχθής στο εκλογικό σώμα. Από την αναδιάρθρωση χρέους του Λουκά Παπαδήμου έως το «Ναι» στο περίφημο δημοψήφισμα του 2015, το οποίο κέρδισε θριαμβευτικά το «Όχι» του Αλέξη Τσίπρα οδηγώντας σε συντριβή το μέτωπο του «Μένουμε Ευρώπη», παρ’ ότι το «Ναι» το είχε στηρίξει με κάθε θεμιτό και αθέμιτο τρόπο ολόκληρο το ευρωσύστημα.

Συνεπώς οι έπαινοι του διεθνούς παράγοντα δεν συνιστούν πολιτικό επιχείρημα ιδιαίτερου βάρους στο εσωτερικό πολιτικό παιχνίδι. Αντιθέτως πρώτα ο Σαμαράς και ύστερα ο Τσίπρας κέρδισαν εκλογές με ατζέντα που αντέκρουε τις επιλογές των Ευρωπαίων, ενώ παραδοσιακά ο αντιαμερικανισμός κατέχει μια ξεχωριστή θέση στις αντιλήψεις της ελληνικής κοινωνίας λόγω της «αμερικανοκρατίας», η οποία ταλάνισε τη χώρα μας επί πολλές δεκαετίες.

Μια ματιά πέρα από το δικό μας πεδίο, σε ολόκληρη την Ευρώπη, δείχνει πέραν κάθε αμφισβήτησης ότι οι κεντρικές επιλογές του ευρωσυστήματος βρίσκουν όλο και μεγαλύτερες αντιστάσεις, οι οποίες έχουν εθνοκεντρικές αποχρώσεις. Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία, Ιταλία, Ουγγαρία, Πολωνία, Τσεχία, Σλοβακία (ομάδα Βίσεγκραντ), για διαφορετικούς λόγους και με διαφορετική ένταση, καταγράφουν σοβαρές αποκλίσεις έως και ρήξεις με το γερμανικό «κέντρο».

Τι σημαίνει αυτό; Ότι το πολιτικό παιχνίδι κάθε χώρας παίζεται και κρίνεται στο εσωτερικό της. Αυτό ακριβώς θα συμβεί και στην Ελλάδα.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.