14/11/2018 22:55:28
25.7.2018 / ΞΕΝΟΦΩΝ Α. ΜΠΡΟΥΝΤΖAΚΗΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2030 στις 19-7-2018

Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού: Η ελληνική πρόσληψη του Βυζαντίου

Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού: Η ελληνική πρόσληψη του Βυζαντίου - Media

 

Η πρόσληψη της βυζαντινής παραδόσεως σε σχέση με την αρχαιότητα, στην προσπάθεια συγκρότησης εθνικής ταυτότητας, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ακόμα και σήμερα, η βυζαντινή περίοδος – που επανεκτιμάται στο σύνολό της πολιτικά και πολιτιστικά όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο – μας παραπέμπει αυτόματα σε μιαν εποχή που πάντα σε σύγκριση με την αρχαιότητα είναι υποδεέστερη, σκοτεινή, θρησκόληπτη. Συνήθως, αναφερόμαστε στον βυζαντινισμό και σε μεθόδους που θυμίζουν Βυζάντιο όταν θέλουμε να δώσουμε έμφαση σε ζοφερά παρασκηνιακές ενέργειες, σε συνωμοσίες και ραδιουργίες. Έπρεπε να περάσουν δεκαετίες μετά τον Παπαρρηγόπουλο που ενέταξε το Βυζάντιο στο ενδιάμεσο μεταξύ αρχαιότητας και νέου ελληνισμού ως αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας του έθνους για να φτάσουμε στις μέρες μας, όπου αναθεωρείται ριζικά αυτή η άποψη.

Ολόκληρο τον 19ο αιώνα, το εθνικό αφήγημα αρεσκόταν να αντλεί την καταγωγική του σχέση από τη λάμψη της αρχαιότητας, πράγμα που αποτυπώθηκε τότε στα αρχαιολογικά μουσεία της χώρας. Αυτό που προβαλλόταν σαν εθνική κληρονομιά ήταν η αρχαιότητα. Το Βυζάντιο άρχισε να ενσωματώνεται συνειδητά στην εθνική ιστορική κληρονομιά στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα και συνδέθηκε κυρίως ιδεολογικά με τη Μεγάλη Ιδέα, που εμφανίστηκε ως ένα αλυτρωτικό κίνημα, το οποίο προωθούσε την ιδέα της επέκτασης του ελληνικού κράτους σε όλες τις περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στις οποίες κυριαρχούσε το ελληνικό στοιχείο. Ταυτόχρονα εμπνεόταν και από εκείνα τα μέρη τα οποία ανήκαν ιστορικά κατά την αρχαιότητα στον ελληνικό κόσμο, όπως περιοχές των Νοτίων Βαλκανίων και της Μικράς Ασίας. Αυτή η ιδέα πέρασε σαν πεποίθηση μέσα από το ιδεολόγημα της αδιάλειπτης συνέχειας του αρχαίου ελληνικού κόσμου μέσω του Βυζαντίου και έως τη συγκρότηση του νεοελληνικού κρατιδίου. Πέρασε όχι σαν μια πολιτισμική παρουσία, αλλά σαν γεωγραφική - εδαφική απαίτηση.

Η ίδρυση Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου στην Αθήνα το 1914 εξυπηρετούσε την ιδέα της εθνικής πρόσληψης της βυζαντινής ιστορικής περιόδου.

Η δυτική πρόσληψη του Βυζαντίου

Είναι αλήθεια ότι ιστορικά το Βυζάντιο δημιουργεί στους Έλληνες έντονα συναισθήματα, πολύ διαφορετικά απ’ ό,τι σε έναν Δυτικοευρωπαίο, ο οποίος μάλιστα δεν το εντάσσει καν ως παράγοντα διαμόρφωσης της ευρωπαϊκής ιστορίας. Ο ευρωπαϊκός χριστιανικός κόσμος δυσκολεύεται να θεωρήσει ευρωπαϊκές τις ορθόδοξες χώρες. Έτσι, παρατηρούμε ακόμα και στις μέρες μας, που η ιστορική επιστήμη έχει προχωρήσει πολύ και οι αναθεωρήσεις δίνουν και παίρνουν, ότι οι Δυτικοί αγνοούν τη βυζαντινή περίοδο όσο ακριβώς αγνοούν και οι Ανατολικοί τον δυτικό Μεσαίωνα. Χωρίς αμφιβολία, υπάρχουν σοβαρές παρανοήσεις και από τις δυο πλευρές, παρανοήσεις που αίρονται τελευταία σταδιακά μέσα από μια σειρά επανεξετάσεων του θέματος, κυρίως από Δυτικούς ιστορικούς, οι οποίοι εντάσσουν το Βυζάντιο στον ευρύτερο Μεσαίωνα. Αν εκ παραλλήλου συμβεί αυτό και με τους Ανατολικούς ιστορικούς και θεολόγους, αυτή η τεράστια και σημαντικότατη ιστορική περίοδος θα ενσωματωθεί, όπως είναι και το σωστό, στην ευρωπαϊκή ιστορία και παράδοση. Βέβαια, αυτές οι διεργασίες αποτελούν αντικείμενο ενός μακροχρόνιου διαλόγου, αφού πρώτα προσδιοριστεί εκ νέου ένας κοινός ορισμός για την Ευρώπη.

Στον κλασικό κόσμο, ο «ελληνισμός» προσδιοριζόταν σε αντιδιαστολή με τον όρο «βαρβαρικός». Στη συνέχεια, στην πρώιμη χριστιανική περίοδο ο «ελληνισμός» έλαβε αρνητικό πρόσημο ταυτιζόμενος με την ειδωλολατρία μέσα από μιαν αντίθεση ανάμεσα στον εβραϊσμό και την ελληνική σκέψη.

Είναι φανερό ότι για να κατανοήσουμε τη βυζαντινή ταυτότητα ή τον ελληνισμό στο Βυζάντιο, οφείλουμε να ξεκινήσουμε χρονικά αρκετά πριν από τη μεταφορά της έδρας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τη Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη. Όπως και να έχει το θέμα, βέβαιο είναι ότι η ταυτότητα των Βυζαντινών δεν βασιζόταν στην εθνικότητα. Ο πληθυσμός κυρίως των βυζαντινών επαρχιών ήταν πέρα για πέρα ανάμικτος ώστε να μην υπάρχουν περιθώρια για εθνοκεντρικές προσεγγίσεις. Θα λέγαμε ότι η βυζαντινή ταυτότητα δεν μπορεί να οριστεί εθνοτικά. Σίγουρα, όμως, ο «ελληνισμός» υπήρξε ένα στοιχείο που έπαιξε σημαντικό ρόλο – όχι τον μοναδικό.

Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός έχει ενσωματώσει με ανεπιφύλακτη αποδοχή την κλασική αρχαιότητα αναγνωρίζοντας ότι οι ιδέες της εκφράζουν τα ευρωπαϊκά ιδεώδη. Ωστόσο, εντελώς αντίθετη υποδοχή επιφύλαξε για την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, δηλαδή εκείνη του «Βυζαντίου». Πρόκειται για τη δυτική αντίληψη που επιμένει να διαχωρίζει τη «Νέα Ρώμη» του Κωνσταντίνου από την «αιώνια Ρώμη», την έδρα του καθολικισμού. Έτσι, ακόμα και σήμερα τα πολιτισμικά σύνορα της Ευρώπης δεν περιλαμβάνουν τις χώρες της Ανατολικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης, τα θεωρεί εκτός ευρωπαϊκού πολιτισμού, ο οποίος ταυτίζεται με τη δυτική χριστιανοσύνη, τον καθολικισμό και τον προτεσταντισμό.

Έτσι, και την εποχή της Βαυαροκρατίας στην Ελλάδα υπό αυτή την οπτική (η οποία εμπλουτίστηκε ακόμα περισσότερο σαν αντίληψη από την Ιταλική Αναγέννηση και τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό), το νεοσύστατο κρατίδιο αναζητούσε τις ρίζες του στην κλασική αρχαιότητα. Αυτή η αντίληψη αναθεωρήθηκε με την πρόοδο των βυζαντινών σπουδών στον 20ό αιώνα. Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι σήμερα πλέον η Βυζαντινή Αυτοκρατορία γίνεται αντιληπτή ως μια πολυεθνική αυτοκρατορία με εθνικό χαρακτήρα ώς τον 12ο αιώνα που ανέπτυξε σύνθετες σχέσεις με ομόδοξους γείτονες, την ετερόδοξη Δύση και το αλλόδοξο Ισλάμ, εξακολουθεί να φέρει τη βαριά σκιά της παρανοήσεώς της.

Το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο ιδρύθηκε το 1914 και είναι ένα από τα ιστορικότερα και μεγαλύτερα μουσεία της Ελλάδας. Από το 1930 στεγάζεται στη Βίλα «Ιλίσσια», που κατασκευάστηκε την περίοδο 1840-1848 ως οικία της Δούκισσας της Πλακεντίας και βρίσκεται επί της λεωφόρου Bασιλίσσης Σοφίας 22, στην Αθήνα. Έχει φθάσει να φιλοξενεί περισσότερα από 25.000 εκθέματα με μοναδικές συλλογές εικόνων, γλυπτών, αντικειμένων μικροτεχνίας, τοιχογραφιών, κεραμικών, υφασμάτων, χειρογράφων αλλά και αντιγράφων από τον 3ο αιώνα μέχρι τη σύγχρονη εποχή. Τα εκθέματα προέρχονται από τον ελλαδικό και τον βαλκανικό χώρο. Με τη συμπλήρωση 90 ετών από την ίδρυσή του, τον Ιούνιο του 2004, συνεχίζει τη λειτουργία του και στις αίθουσες της νέας του επέκτασης μετά και την παραχώρηση μεγάλου οικοπέδου, άλλοτε στρατοπέδου.

Το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο είναι ένα από τα εθνικά μουσεία της χώρας και ένα από τα σημαντικότερα μουσεία διεθνώς για την τέχνη και τον πολιτισμό των βυζαντινών και μεταβυζαντινών χρόνων. Διαθέτει περισσότερα από 25.000 αντικείμενα, οργανωμένα σε συλλογές, τα οποία χρονολογούνται από τον 3ο έως τον 20ό αιώνα και προέρχονται κυρίως από τον ευρύτερο ελλαδικό, μικρασιατικό και βαλκανικό χώρο.

Παράλληλα, λειτουργεί και το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού της Θεσσαλονίκης που άνοιξε τις πύλες του στο κοινό μόλις το 1994. Οι 11 αίθουσες του μουσείου άνοιξαν σταδιακά ώς το 2004. Το 2005, το μουσείο τιμήθηκε με το «Βραβείο Μουσείου» του Συμβουλίου της Ευρώπης, ενώ παράλληλα ως κτήριο, το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού θεωρείται ένα από τα καλύτερα έργα δημόσιας αρχιτεκτονικής που δημιουργήθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες στην Ελλάδα.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.