06/12/2019 18:35:46
1.7.2019 / ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2079 στις 27-6-2019

Καθυστερεί τρία χρόνια η ανάκριση για το «τοξικό» ομόλογο της HSBC

Καθυστερεί τρία χρόνια η ανάκριση για το «τοξικό» ομόλογο της HSBC - Media

 

Σε υπόμνημα που κατέθεσε στις αρχές Ιουνίου 2019 προς τον αρμόδιο επιθεωρητή αρεοπαγίτη ο εφοπλιστής Γεράσιμος Καλογηράτος, και το οποίο κοινοποίησε και στον υπουργό Δικαιοσύνης Μιχάλη Καλογήρου καθώς και στον πρόεδρο και τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αναφέρεται στην περιπέτεια που έχει με την υπόθεση των παραπλανητικών και τοξικών προϊόντων της HSBC και η οποία βρίσκεται περίπου τρία χρόνια σε άγνωστα γρανάζια της γραφειοκρατίας της ελληνικής Δικαιοσύνης, ενώ επισημαίνει ότι υπάρχουν μεγάλες καθυστερήσεις, με αποτέλεσμα να βρίσκεται ακόμη στο στάδιο της ανάκρισης, χωρίς να έχουν εκδοθεί τα σχετικά βουλεύματα, ώστε οι υπαίτιοι να οδηγηθούν στο σκαμνί. 


Αποτέλεσμα αυτής της καθυστέρησης είναι ότι δεν υπάρχει απονομή της δικαιοσύνης και έτσι οι υπαίτιοι αυτής της μεγάλης απάτης παραμένουν ατιμώρητοι, άγνωστο στην πραγματικότητα για ποιους λόγους, και χωρίς να υπάρχει μια λογική εξήγηση για τις καθυστερήσεις, παρά τη συνεχή παρακολούθηση της υπόθεσης και παρεμβάσεις των δικηγόρων του, προκειμένου οδηγηθούν οι ένοχοι στο σκαμνί. 

Τα τοξικά προϊόντα 

Το «Ποντίκι» έχει αποκαλύψει σε παλαιότερα δημοσιεύματά του (2016) ότι στη χώρα μας πολλές εφοπλιστικές εταιρείες είχαν πέσει θύματα των τραπεζών, αφού είχαν εμπλακεί σε συναλλαγές με διάφορα «τοξικά» προϊόντα. Όπως σημειώναμε και στα δημοσιεύματα αυτά, γνώστης των εφοπλιστικών εταιρειών αλλά και των εξελίξεων στον χώρο αυτό μας έλεγε από τότε ότι «ο Πειραιάς από την υπόθεση αυτή είναι λαβωμένος», αφού πολλές εταιρείες που την πάτησαν έχουν την έδρα τους στο λιμάνι.


Πολλοί ήταν οι τραπεζικοί κολοσσοί που είχαν ακολουθήσει παραπλανητικές μεθόδους προκειμένου να πουλήσουν τα «σημαδεμένα» swaps κυρίως σε εφοπλιστές, οι οποίοι τελικά προσέτρεξαν να κάνουν συμβιβασμό με τους πελάτες τους όταν πλέον φούντωσε η αντίδρασή τους και διαπίστωσαν ότι ουσιαστικά παραπλανήθηκαν από τους τραπεζικούς κολοσσούς. 
Από τις 14 τράπεζες κολοσσούς που διέθεταν τέτοιου είδους προϊόντα, οι επτά συμφώνησαν να πληρώσουν 324 εκατ. δολάρια σε διακανονισμούς, όπως ανέφερε παλαιότερο δημοσίευμα της εφημερίδας «Shipping & Finance». Σύμφωνα με τους διακανονισμούς, τα 52 εκατ. δολάρια ήταν πληρωμές προς την JP Morgan, 50 εκατ. δολάρια σε κάθε μία από τις τράπεζες Bank of America, Credit Swiss, Deutsche Bank και RBS, 42 εκατ. δολάρια στη Citigroup και 30 εκατ. δολάρια στην Barclays.


Οι τράπεζες αυτές, οι οποίες συμβιβάστηκαν, συμφώνησαν να συνεργαστούν και να προσφέρουν στοιχεία συναλλαγών, έγγραφα, προσφορές, προτάσεις και συνεντεύξεις μαρτύρων, ώστε να χρησιμοποιηθούν εναντίον των υπόλοιπων επτά τραπεζών, σύμφωνα με τα δικόγραφα που κατατέθηκαν από τους επενδυτές. 
Οι υπόλοιπες τράπεζες που δεν έχουν κάνει διακανονισμούς είναι η HSBC Holding Plc, η BNP Paribas S.A., η Goldman Sachs Group, η Morgan Stanley, η Νomoura Holding Inc, η UBS AG, η Wells Fargo & Co, καθώς και η εταιρεία ICAP που συνέλεγε όλα τα δεδομένα που υποβάλλονταν στις τράπεζες. 


Ο Έλληνας εφοπλιστής Γεράσιμος Καλογηράτος ήταν ο μόνος πλοιοκτήτης που στάθηκε απέναντι στη μεγάλη πολυεθνική ΗSBC και τη μήνυσε δύο φορές για παραπλανητική πώληση «τοξικών» ομολόγων. Στην περίπτωση της Amarillis, της ναυτιλιακής εταιρείας του Καλογηράτου, αυτά τα προϊόντα ήταν μοχλευμένα. 
Η Amarillis και ο ιδιοκτήτης της υποστηρίζουν ότι από την τράπεζα τους κατηύθυναν να πιστέψουν ότι το χειρότερο σενάριο θα ήταν ένα περιορισμένο κέρδος μερικών εκατοντάδων χιλιάδων δολαρίων, το οποίο όμως στην περίπτωση αυτή ήταν πολύ κάτω του προβλεπομένου, προκαλώντας στη ναυτιλιακή εταιρεία απώλειες ύψους 2,16 εκατ. δολαρίων μέχρι τον Ιούνιο του 2015.
Σύμφωνα με μια έκθεση της Fideres, τα συμβόλαια ήταν προσαρμοσμένα υπέρ της τράπεζας: το καλύτερο σενάριο για την Amarillis θα ήταν κέρδος 1,2 εκατ. δολάρια, έναντι μιας μέγιστης πιθανής ζημιάς 50 εκατ. δολαρίων, με τη ναυτιλιακή εταιρεία να επισημαίνει ότι ήταν σε συνομιλίες για να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση ήδη από το 2009, αλλά απέφευγε να το πράξει επειδή θα χρειαζόταν πάνω από 5 εκατομμύρια δολάρια για να βγει ή να μειώσει στο μισό την έκθεσή της σ’ αυτά τα προϊόντα.


Με βάση λοιπόν αυτά τα στοιχεία και τις μηνύσεις του Γερ. Καλογηράτου, από την ελληνική Δικαιοσύνη έχουν ασκηθεί διώξεις σε οκτώ υψηλόβαθμα στελέχη της τράπεζας ΗSΒC σε βαθμό κακουργήματος «για απάτη κατ’ επάγγελμα και κατ’ εξακολούθηση σε βάρος ελληνικών ναυτιλιακών εταιρειών» και η υπόθεση βρίσκεται σε τακτικό ανακριτή προκειμένου να εκδοθεί το σχετικό βούλευμα για την παραπομπή της υπόθεσης στο ακροατήριο. 

Οι καθυστερήσεις 
Στην αρχή της αναφοράς του αυτής ο Γερ. Καλογηράτος επισημαίνει ότι έχει προσφύγει και παλαιότερα (από τον Νοέμβριο του 2018) στην ηγεσία της Ελληνικής Δικαιοσύνης (πρόεδρο και εισαγγελέα Αρείου Πάγου) και αναφερόμενος στην υπόθεση αυτή, ο Έλληνας εφοπλιστής σημειώνει ότι «η εταιρεία μου με την επωνυμία ‘‘Αmarillis Shipping Co’’ (Αμαριλίς Σίπινγκ Κο) έχει καταθέσει την από 26.6.2015 έγκληση ενώπιον της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, η οποία διαβιβάστηκε υπηρεσιακώς στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών» και τονίζει ότι «η έγκληση αφορά απάτη από κοινού και κατ’ εξακολούθηση από υπαίτιους που ενεργούν κατ’ επάγγελμα με συνολικό όφελος άνω των 120.000. 


Συγκεκριμένα οι Αντώνιος Λαμνίδης, Γεώργιος Κόλλιας, Ελένη Βρεττού, Matthew M. Bosrock, Simon Jukes, Yann Tricard, Κωνσταντίνος Κάμαρης και Γεράσιμος Μεντώρος, με την ιδιότητά τους ως στελέχη της Τράπεζας ‘‘ΗSBC Βank Ρlc’’, με απατηλά τραπεζικά προϊόντα ‘‘Swaps”, προσπόρισαν παράνομο περιουσιακό όφελος στην Τράπεζα σε βάρος της περιουσίας της Εταιρείας μου. Ειδικότερα, από τη λειτουργία των ‘‘Swaps”, η Εταιρεία ‘‘Αmarillis Shipping Co’’ υπέστη ζημία ύψους πάνω από 5.500.000,0 ευρώ μέχρι σήμερα. 
Για τους ανωτέρω, ασκήθηκε ποινική δίωξη στις 08.02.2016 από τον εισαγγελέα κ. Ντζούρα, για κακούργημα και συγκεκριμένα για απάτη από κοινού και κατ’ εξακολούθηση από υπαίτιους, που ενεργούν κατ’ επάγγελμα…». 


Συνεχίζοντας στην αναφορά του ο Γερ. Καλογηράτος τονίζει ότι «ενώ είχε ασκηθεί η ποινική δίωξη στις αρχές του έτους 2016, μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2018 η δικογραφία βρισκόταν στην πρώτη Τακτική Ανακρίτρια Αθηνών, κ. Σταματίνα Λαού, η οποία διενεργούσε κύρια ανάκριση, σύμφωνα με την πληροφόρηση που ελάμβανα. 
Ήδη από τον Σεπτέμβριο του 2016 κατέθεσαν ενώπιόν της όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας, τα παιδιά μου, Ιωάννης και Μαρία Καλογηράτου, και ο ειδικός εμπειρογνώμονας Στέφεν Χένιγκ της εταιρείας Φιντέρες, ο οποίος, με τις ειδικές γνώσεις που διαθέτει, συντέλεσε στην αποκάλυψη της απάτης σε βάρος μας.
Καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους 2017 σε τακτικές επισκέψεις που πραγματοποιήσαμε, η πρώτη Τακτική Ανακρίτρια Αθηνών κ. Σταματίνα Λαού μας διαβεβαίωνε προφορικά ότι ‘‘η υπόθεση είναι σε εξέλιξη’’, αφήνοντας να εννοηθεί ότι ήδη καλούνται οι κατηγορούμενοι σε απολογία, κάποιοι εκ των οποίων είναι κάτοικοι εξωτερικού. Παράλληλα, μας είχε διαβεβαιώσει ότι είχε συνταχθεί πρόχειρο κατηγορητήριο για τον σκοπό αυτό.


Επίσης σε επίσκεψή μας στο γραφείο της στα μέσα Ιουλίου 2018, μας διαβεβαίωσε ότι θα συνέτασσε ‘‘οριστικό’’ κατηγορητήριο μέχρι το τέλος Ιουλίου. Ωστόσο, τον Σεπτέμβριο του 2018 που αποχώρησε η πρώτη Τακτική Ανακρίτρια, κ. Σταματίνα Λαού, διαπίστωσα με λύπη μου ότι δεν έχει συνταχθεί κανένα κατηγορητήριο, ενώ η νέα ανακρίτρια που ανέλαβε την υπόθεση κάλεσε εκ νέου την κόρη μου για συμπληρωματική κατάθεση, τον Απρίλιο του 2019».
Στη συνέχεια ο Γερ. Καλογηράτος επισημαίνει ότι η ανακρίτρια για τρία ολόκληρα χρόνια, για άγνωστους λόγους, δεν ολοκλήρωσε την ανάκριση καλώντας σε απολογία τους κατηγορουμένους, τονίζοντας ότι το χρονικό αυτό διάστημα υπερβαίνει τα όρια του ευλόγου, εντός του οποίου θα έπρεπε να περατωθεί η ανάκριση, καθώς επίσης και ότι κατ’ επανάληψη άφηνε να εννοηθεί ότι «η υπόθεση προχωρούσε και ότι σύντομα θα οδηγείτο σε κλείσιμο της ανάκρισης!» 


Ζητάει μάλιστα από την επιθεώρηση να εξετάσει άμεσα το θέμα, διότι δεν πρόκειται μόνο για προσωπική υπόθεσή του, αλλά για ζήτημα μείζονος σπουδαιότητας και γενικότερου ενδιαφέροντος, που αφορά την ασφάλεια των συναλλαγών και τις αθέμιτες πρακτικές ορισμένων στο τραπεζικό σύστημα.

Στην αναφορά στη συνέχεια σημειώνεται ότι:
•    Στις 21.01.2016 κατατέθηκε και δεύτερη έγκληση εναντίον τεσσάρων στελεχών της ανωτέρω τράπεζας που βρίσκονται στην Ελλάδα και ενός που βρίσκεται στην κεντρική διοίκηση της τράπεζας, για τα αδικήματα της κακουργηματικής απιστίας κατ’ εξακολούθηση, της επεξεργασίας επαγγελματικών απορρήτων, της συκοφαντικής δυσφήμησης, καθώς και της απατηλής πρόκλησης βλάβης, ενώπιον της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, και η σχετική δικογραφία διαβιβάστηκε στον πταισματοδίκη Πειραιά για διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης και εν συνεχεία επέστρεψε στην Εισαγγελία Αθηνών (Δ’ Ανακριτικό).
•    Στις 15.09.2017 κοινοποιήθηκε απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος σχετικά με την υπόθεση αυτή, στην οποία διαπιστώνεται ότι η καταγγελλόμενη τράπεζα HSBC παραβίασε την Τέταρτη Αρχή από τις Βασικές Αρχές της δεοντολογίας των επενδυτικών εταιρειών, σύμφωνα με την οποία οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεών τους με αυτούς.
•    Επίσης στην ίδια απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος διαπιστώθηκε ότι η ΗSBC παραβίασε και την Τρίτη Αρχή από τις Βασικές Αρχές της δεοντολογίας των επενδυτικών εταιρειών, σύμφωνα με την οποία οι εταιρείες που κατά τον νόμο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων, ούτως ώστε να τους παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές. 
Δηλαδή ουσιαστικά, όπως επισημαίνει στην αναφορά του ο Γερ. Καλογηράτος, «η Τράπεζα της Ελλάδος επιβεβαίωσε με την απόφαση αυτή τις κακουργηματικές πράξεις των κατηγορουμένων».

Τέλος, ο Γερ. Καλογηράτος ζητάει από την ηγεσία του Αρείου Πάγου και τον επιθεωρητή αρεοπαγίτη την επίσπευση της διαδικασίας προκειμένου να τιμωρηθούν οι υπαίτιοι της απάτης, επισημαίνοντας ότι η υπόθεση αφορά μεγάλο αριθμό Ελλήνων, που υπέστησαν την ίδια απάτη, με δεδομένο ότι η τράπεζα ΗSBC και τα στελέχη της χειραγώγησαν το επιτόκιο LIBOR USD.
Και ακόμη ο εφοπλιστής Γερ. Καλογηράτος ζητάει «να υπάρξει άμεση διερεύνηση της διαχείρισης της υπόθεσής μου από την ανακρίτρια κ. Σταματίνα Λαού, η οποία επί μία ολόκληρη τριετία και σε αλλεπάλληλες εμφανίσεις μας ενώπιόν της, διαβεβαίωνε εμένα προσωπικά, παρόντων της κόρης μου και του δικηγόρου μας κ. Αλέξανδρου Κρυσταλλίδη, ότι η καθυστέρηση οφείλεται σε κάποιον μάρτυρα του εξωτερικού και ότι είχε συντάξει κατηγορητήρια, πράγμα που τελικώς δεν προέκυψε». 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.