13/11/2019 21:17:50

Η κατασκευή της Ποντιακότητας στο Κόκκινο Ποτάμι

Η κατασκευή της Ποντιακότητας στο Κόκκινο Ποτάμι - Media

 

Η νέα σειρά εποχής του OPEN, με υψηλό κόστος παραγωγής και την προφανή στήριξη του, ποντιακής καταγωγής, ιδιοκτήτη του καναλιού, είναι σχεδιασμένη ώστε να προσφέρει μια μυθική αφήγηση και εικόνα Ποντιακότητας που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τηλεοπτικές και κινηματογραφικές αναπαραστάσεις του παρελθόντος.

Με τον όρο ‘‘μυθικός’’ δεν εννοώ εδώ το κατά πόσον τα ιστορικά γεγονότα αντικατοπτρίζονται με ακρίβεια ή όχι. Αναφέρομαι στις στρατηγικές με τις οποίες η σειρά και οι συντελεστές της προσπαθούν να αποδώσουν μια ‘‘ουσία’’ Ποντιακότητας ως εκλεπτυσμένης, μορφωμένης, έξυπνης, κοσμοπολίτικης, μοντέρνας, υπερήφανης, καλοντυμένης, όμορφης και φωτογενούς, μια εικόνα που εν πολλοίς βρίσκεται στον αντίποδα των στερεοτυπικών, καρικατουρίστικων, και ρατσιστικών εκείνων του παρελθόντος.

Δεν αναφέρομαι μόνο στα γνωστά ανέκδοτα για τους Πόντιους, τους Κωστίκα και Γιωρίκα κλπ., τα οποία κοροϊδεύουν την υποτιθέμενη χαμηλή ευφυία τους, αλλά συγκεκριμένα στη σειρά ταινιών της δεκαετίας του ’80, το Οι Πόντιοι του 1986, σε σκηνοθεσία του Όμηρου Ευστρατιάδη, το Αγάπησα Έναν Πόντιο, της ίδιας χρονιάς και με αρκετούς από τους αρχικούς συντελεστές, και στο reboot της, με τίτλο Οι Πόντιοι: New Generation, σκηνοθετημένο πάλι από τον Ευστρατιάδη, το 2011.

Ισχυρίζομαι ότι Το Κόκκινο Ποτάμι δίνει την επισημότητα μιας ‘‘πρεστίζ’’ παραγωγής και ενός ‘‘κειμένου’’ στο οποίο οι Έλληνες Ποντιακής καταγωγής θα μπορούν να ανατρέχουν με υπερηφάνεια, χωρίς όμως να περιορίζει σε εκείνους το κοινό στο οποίο απευθύνεται. Διατηρώντας την πολιτισμική ιδιαιτερότητα των Ποντίων στο φόντο, παρουσιάζεται με το κύρος μιας εθνικής, συνεκτικής αφήγησης, και γίνεται mainstream, σε αντίθεση με το ‘‘περιθωριακό’’ και καλτ των ταινιών του Ευστρατιάδη.

Αυτό συμβαίνει αφενός με την επιλογή ηθοποιών που δεν έχουν ποντιακή καταγωγή, ή δεν έχουν ταυτιστεί με αυτή στη συνείδηση του κοινού, σε κεντρικούς ρόλους. Προκειμένου να προσδοθεί περισσότερη αυθεντικότητα, οι μη Πόντιοι ηθοποιοί μιλάνε ενίοτε σε ποντιακή διάλεκτο (σε αυτές τις περιπτώσεις γίνεται χρήση υπότιτλων για τους θεατές που δεν την γνωρίζουν), τραγουδούν ποντιακά τραγούδια (αν και στο σύνολό της η μουσική επένδυση δεν περιορίζεται στους παραδοσιακούς ήχους), και χρησιμοποιούν ποντιακά ρητά.

 

Κάποιοι αναγνωρίσιμοι ηθοποιοί ποντιακής καταγωγής, όπως ο Τάκης Βαμβακίδης (ο οποίος είχε ρόλο και στο Οι Πόντιοι: New Generation), χρησιμεύουν ως ‘‘γέφυρα’’ ανάμεσα στην προηγούμενη κωμική καρικατούρα Ποντιακότητας, και στη νέα, πιο ‘‘αξιοσέβαστη’’ εκδοχή της.

Eπίσης, στο Κόκκινο Ποτάμι δεν δίνεται έμφαση τόσο στη δήθεν εξωτικότητα των Ποντίων σε σχέση με τους ‘‘Ελλαδίτες’’ Έλληνες ή τους Ευρωπαίους, ή στην περιθωριοποιημένη θέση τους, αλλά αντιθέτως, τονίζεται οριενταλιστικά η εξωτικότητα και η λανθάνουσα ή εμφανής ‘‘βαρβαρότητα’’ των Τούρκων.

Εδώ η ποντιακή ταυτότητα σημαίνει συνεκδοχικά ελληνικότητα, με μια εκδοχή των ποντιακών παραδόσεων, εθίμων, και κουλτούρας να μένει σε πιο αφηρημένο επίπεδο.

Όπως προανέφερα, σε αντίθεση με τις προσβλητικές αναπαραστάσεις του παρελθόντος που τους θέλουν αφελείς, θρησκόληπτους σε βαθμό γραφικότητας, σωβινιστές, και ημι-πρωτόγονους, στο Κόκκινο Ποτάμι οι (άνδρες) Πόντιοι αναπαριστώνται ως ευφραδείς, γλωσσομαθείς, ‘‘εξευρωπαϊσμένοι’’, συχνά με επιστημονική κατάρτιση, ανώτατες σπουδές, και αστική καλλιέργεια (έντονη η ταξική αντίθεση με τους προλετάριους μετανάστες Πόντιους που ενσάρκωσαν οι Βουτσάς και Τσάκωνας στην ταινία του ’86).

Η δε εικόνα των Πόντιων γυναικών ρομαντικοποιείται, ενώ αναπαριστώνται όλες με ‘‘ελληνικό’’ κάλλος, σε αντίθεση με το ρατσιστικό στερεότυπο της ‘’άσχημης’’ Πόντιας με την έντονη, μη ‘‘θηλυκή’’ τριχοφυΐα που ενσάρκωσε η Νατάσα Γερασιμίδου στην πρώτη ταινία του ’86, και που είχε επικρατήσει στη μαζική κουλτούρα για δεκαετίες (για να μην παρεξηγηθώ: θεωρώ και τις δύο αναπαραστάσεις πατριαρχικές).

Συμπερασματικά: παρά το γεγονός ότι το ύφος και οι συμβάσεις στο Κόκκινο Ποτάμι παραπέμπουν σε μελόδραμα από αυτά στα οποία έχει ειδικευτεί τηλεοπτικά ο σκηνοθέτης Μανούσος Μανουσάκης, το προϊόν είναι έτσι κατασκευασμένο ώστε να μπορεί να ‘‘διαβαστεί’’ ταυτόχρονα ως σαπουνόπερα και ως ‘‘θεμελιώδης μύθος’’/κείμενο-κλειδί όσον αφορά το πώς βλέπουν οι ίδιοι οι Πόντιοι την ιστορία και την κουλτούρα τους, και πώς αντιλαμβάνονται την ταυτότητά τους.

Στην πιο πρόσφατη κινηματογραφική του απόπειρα, το Ουζερί Τσιτσάνης, ο Μανουσάκης σκηνοθέτησε ένα μελόδραμα με φόντο την ξεχασμένη ιστορία των Εβραίων της Θεσσαλονίκης. Αντίστοιχο μελόδραμα με ιστορικό φόντο επιχειρεί να στήσει με το Κόκκινο Ποτάμι. Μάλιστα δήλωσε (στο Sputniknews.gr) ότι η ταινία αποτέλεσε, κατά κάποιο τρόπο, αφορμή για τη σειρά, μέσω ενός σχολίου/παρατήρησης μέλους του κοινού κατά την παρουσίαση της ταινίας.

Ως ιστορικό δράμα εποχής, το συγκεκριμένο σίριαλ επίσης παραπέμπει θεματικά, υφολογικά, και ειδολογικά στην ταινία του 2016 για την γενοκτονία των Αρμενίων, με τίτλο Η Μεγάλη Υπόσχεση (The Promise), και πρωταγωνιστές τους Κρίστιαν Μπέιλ, και Όσκαρ Άιζακ.

Είναι προφανές ότι βρισκόμαστε πολύ μακριά από την ταινία του Ευστρατιάδη που βγήκε μόλις οκτώ χρόνια πριν, και η οποία ξεκινά με ένα cameo του Παναγιώτη Ψωμιάδη.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.