25/09/2018 11:29:19
18.5.2012

Dark Shadows

Dark Shadows  - Media

Σκηνοθεσία: Τιμ Μπάρτον

Πρωταγωνιστούν: Τζόνι Ντεπ, Έλενα Μπόναμ Κάρτερ, Μισέλ Φάιφερ, Εύα Γκριν, Τζάκι Ερλ Χέιλι.

To 1750, ο Τζόσουα και η Νάομι Κόλινς αναχωρούν από την Αγγλία με προορισμό την Αμερική, σε αναζήτηση φυσικά καλύτερης τύχης. Μαζί και ο χαρισματικός γιoς τους, Μπάρναμπας. Εκεί, πολύ σύντομα και χάρη στον δυναμισμό τους, θα καταφέρουν να «χτίσουν» μια μικρή αυτοκρατορία στον χώρο της αλιείας. Οι κάτοικοι της μικρής παραλιακής πόλης, ευγνώμονες από την προσφορά των Κόλινς, αποφασίζουν να την ονομάσουν Κόλινσπορτ.

Λίγα χρόνια αργότερα, ο Μπάρναμπας θεωρείται το απόλυτο αφεντικό της πόλης. Παρά τα αδιαμφισβήτητα προσόντα του, όμως, έχει και μια αδυναμία. Είναι αδιόρθωτος καρδιοκατακτητής. Όταν κάνει το λάθος να ερωτευθεί τη γλυκιά και γοητευτική Τζοσέτ, θα έρθει αντιμέτωπος με τη θανατηφόρα λύσσα της Αντζελίκ, η οποία τον θεωρούσε δικό της. Νιώθοντας προδομένη, εκμεταλλεύεται τις υπερφυσικές της δυνατότητες, τον μεταμορφώνει σε βρικόλακα και τον θάβει ζωντανό.

Δύο αιώνες αργότερα ομάδα εργατών που σκάβουν στην περιοχή ανακαλύπτουν το φέρετρο και η ιστορία μας αρχίζει. Ο Μπάρναμπας ανακαλύπτει το αρχοντικό του και έρχεται σε επαφή με τους απογόνους του. Ανάμεσά τους και η Ελίζαμπεθ, στο μόνο άτομο που ο Μπάρναμπας θα μπορούσε να αποκαλύψει την πραγματική του ταυτότητα. Έτσι, λοιπόν, η οικογένεια ετοιμάζεται να επανέλθει στην ενεργό δράση, να ξεφύγει από τα αποτρόπαια μυστικά που τη μαστίζουν και να επαναλειτουργήσει την άλλοτε πανίσχυρη οικογενειακή επιχείρηση.

Τα πράγματα όμως δεν πάνε έτσι όπως τα έχουν σχεδιάσει. Και αυτό γιατί ο κυριότερος ανταγωνιστής τους στην αγορά δεν είναι άλλη από τη γυναίκα που τον μεταμόρφωσε σε βρικόλακα. Η όμορφη Αντζελίκ έχει με τη σειρά της «διασχίσει» τους αιώνες διατηρώντας αναλλοίωτη την εμφάνισή της και φυσικά διατηρώντας πάντα εν κρυπτώ τις μαγικές της ικανότητες.

Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Εποχή που ο πόλεμος στο Βιετνάμ μαίνεται και το χίπικο κίνημα δίνει το δικό του στίγμα. Εδώ ο Μπάρτον περνάει πολλά από τα μηνύματά του μέσω της μουσικής επένδυσης της ταινίας, που επεκτείνεται από τους Moody Blues ώς τους Carpenters. Γκόθικ τρόμος, λοιπόν, βαμπιρολατρία και βαμπιρολαγνία – είναι αρκετά συχνό το αισθησιακό στοιχείο – σε τούτη την ταινία του Μπάρτον.

Παράλληλα, οι άφθονες κωμικές και σατιρικές σκηνές σε προϊδεάζουν για τις προθέσεις του σκηνοθέτη, που δεν χαρίζεται σε κανέναν. Για όλους έχει έναν κακό λόγο να πει. Για τους αριστοκράτες που με τον σύγχρονο μανδύα του επιχειρηματία ή του βιομήχανου εξακολουθούν και «πίνουν» το αίμα των εργατών, για τους πολιτικούς με την υποκρισία και τις πελατειακές σχέσεις, τους χίπηδες, που μοιάζουν υπνωτισμένοι και στον κόσμο τους. Να μην ξεχάσουμε και μια σημαντική λεπτομέρεια: ο Μπάρναμπας κυκλοφορεί με ένα μπαστουνάκι θυμίζοντας τον θρυλικό Σαρλό, για να υπογραμμίσει πως ό,τι βλέπουμε έχει, εκτός από τη δραματική, και την κωμική του διάσταση.

Ένα άλλο στοιχείο που χαρακτηρίζει τον Τιμ Μπάρτον είναι οι έξυπνες και διακριτικές σινεφίλ αναφορές – εμμονές – του. Σε τούτη την ταινία αποτίνει κάτι σαν φόρο τιμής σε δυο προσωπικότητες - σύμβολα των 70s. Τον απόλυτο άρχοντα του τρόμου, τον θρυλικό βρικόλακα Κρίστοφερ Λι, και τον σατανιστή και διάσημο ροκά Alice Cooper. Αμφότεροι, ενσωματωμένοι με μέτρο, αλλά και σεβασμό στη δραματουργική υπόσταση της ταινίας.

Πρόκειται για μια ταινία που την αισθητική της καθορίζει σε έναν μεγάλο βαθμό η πληθώρα των ετερόκλητων τύπων - χαρακτήρων, στοιχείο που εμπλουτίζει τα πλάνα της. Από την άλλη πλευρά, υποβόσκει και μια διάθεση για μανιέρα και ένα αφηγηματικό στιλ που μοιάζει κάπως αναχρονιστικό. Ελάχιστα όμως. Πιο πολύ θα λέγαμε πως μοιάζει αμήχανο. Σαν να μην ξέρει προς τα πού να στραφεί. Στην κωμωδία ή στο δράμα, στο φανταστικό ή στο υπερφυσικό και αλλόκοτο, στην πλήρη αποδοχή του έρωτα και της αγάπης ή στο αδιέξοδό τους;

Κάπως έτσι αρχίζει η ταινία να στερείται του απαιτούμενου ψυχολογικού - μυθολογικού βάθους που είχαν οι προηγούμενες. Μικρό το κακό και πάλι. Είναι μια ταινία του Τιμ Μπάρτον και δεν νιώθεις προδομένος. Και κομψότητα ύφους εισπράττεις και μια αισθητική απόλαυση από τις ελάχιστες κινηματογραφικές που έχουν απομείνει. Οι προθέσεις του σκηνοθέτη είναι έντιμες και καθαρές, παρόλο που δεν φτάνει στο επίπεδο των καλύτερων ταινιών του, αλλά σταματάει ελάχιστα παρακάτω. Που σημαίνει πως είναι ένας καλός Μπάρτον. Δηλαδή, ένας αμετανόητος – ευτυχώς – λάτρης του φανταστικού και παράλληλα ένας μάστορας του μυθολογικού παραμυθιού, ίδιου σχεδόν μεγέθους με τον άλλο μεγάλο συνάδελφο παραμυθά, τον Στίβεν Σπίλμπεργκ, κι ας βρίσκεται στους αντίποδές του. Ικανοποιητικές και καλά δουλεμένες είναι, επίσης, οι περισσότερες ερμηνείες των πασίγνωστων πρωταγωνιστών. Ξεχωρίζει μάλλον η διαβολική και αισθησιακή Εύα Γκριν.

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.