16/07/2020 20:45:25

Τα ζητούμενα της επετείου για το 1821

 

Την επέτειο των 200 χρόνων από την Επανάσταση των Ελλήνων του 1821, η κυβέρνηση την ανέθεσε σε ειδική προς τούτο Επιτροπή, υπό την προεδρία της Κας Γιάννας Αγγελοπούλου. Η Επιτροπή αυτή αποτελείται από ειδικούς προς τούτο επιστήμονες, η εναρκτήρια όμως διακήρυξή της δεν συνάδει με την δηλούμενη επιστημοσύνη  τους. 

 Αντιγράφουμε από την διακήρυξη της Επιτροπής:  «Διακόσια χρόνια. Δεν είναι απλώς ιστορία – είναι μια μεγάλη ευκαιρία: Είναι η ευκαιρία μας να ξεφύγουμε απ’ την καθημερινότητα.  Να γιορτάσουμε όπως μόνο οι Έλληνες ξέρουμε. Αλλά και να θυμηθούμε από πού ξεκινήσαμε. Να συνειδητοποιήσουμε πού βρισκόμαστε και ν’ αποφασίσουμε πού θέλουμε να πάμε. Μπορεί να έχουμε μνήμες χωριστές, ζωές διαφορετικές και όνειρα αλλιώτικα. Όμως εμείς όλοι είμαστε η Ελλάδα. Και αυτό είναι το σήμα μας. Το σήμα της γιορτής και της ευκαιρίας μας. Ας το βάλουμε όλοι στην καρδιά μας»

Αφήνοντας κατά μέρος τα τουλάχιστον αδιευκρίνιστα αυτής  της διακήρυξης   -«να ξεφύγουμε από την καθημερινότητα…..να γιορτάσουμε όπως μόνο εμείς οι Έλληνες ξέρουμε»- είναι φανερό  πως ο όλος στόχος της Επιτροπής είναι η διοργάνωση «χρηστικών» για το σημερινό Ελληνικό κράτος επετειακών εκδηλώσεων. Ανατρέχουμε δηλαδή στα τότε γεγονότα για να δούμε τα «καλά» και τα «κακά», που θα μας δείξουν τι πρέπει να προσέχουμε στο μέλλον για το καλό μας, ασχέτως αν «μπορεί να έχουμε μνήμες χωριστές, ζωές διαφορετικές και όνειρα αλλιώτικα». Ανατρέχουμε στο παρελθόν για να «θυμηθούμε από που ξεκινήσαμε, που βρισκόμαστε και που θέλουμε να πάμε».   

Η αλήθεια πάντως είναι πως δεν είναι η μόνη που σκέπτεται έτσι. 

 Έτσι  βλέπουν   την επέτειο αυτή και όλοι όσοι  την αντιστρατεύονταιi. Ο ρόλος της επετείου είναι σχεδόν για όλη τη σημερινή διανόηση στην Ελλάδα «χρηστικός» (το «σχεδόν» γιατί ίσως κάτι μας διαφεύγει), δηλαδή χρήσιμος για μας τους Έλληνες. Η αδιευκρίνιστη χρήση του όρου «ελληνισμός» δεν αλλάζει την εικόνα. 

Ας το δούμε όμως αναλυτικότερα: Η Επανάσταση του 1821 υπήρξε ιστορικό γεγονός. Έτσι είναι και έτσι διατείνονται όλοι. Όταν όμως χαρακτηρίζουμε ένα γεγονός ως  «ιστορικό», προϋποθέτει την αναγνώρισή του ως σημαντικού για την εξέλιξη της Ιστορίας ή/και  ως αποτελέσμα κάποιας ιστορικής αναγκαιότητας.  Αλλά τελικώς   τι είναι αυτή η Ιστορία, αλλά και γιατί προστρέχουμε προς εξέτασή της; 

Η Ιστορία λοιπόν δεν είναι παράθεση γεγονότων και μάλιστα γεγονότων με τον τρόπο που εμείς σήμερα τα αντιλαμβανόμαστε και τα κρίνουμε,  σαν να γίνονταν δηλαδή τώρα. Η Ιστορία είναι διερεύνηση των αιτιών που γέννησαν τα γεγονότα αυτά, είναι δηλαδή   ιστόρηση της Σκέψης των λαών της κάθε εποχής, αφού πρώτα βεβαίως   ερμηνεύσουμε αυτήν τη Σκέψη ή έστω προσπαθήσουμε να διεισδύσουμε σε αυτήν.  Η Σκέψη  συνιστά τη   δημιουργό αρχή της διαμόρφωσης του ορατού και θεμελίωση της ιεράρχησης των προτεραιοτήτων της ζωής. 

Τα  γεγονότα, όλα τα περασμένα γεγονότα,    πρέπει να τα βλέπουμε με τη ματιά της εκάστοτε εποχής που αυτά συνέβησαν. Δυστυχώς δεν νομίζουμε πως όλοι οι σημερινοί «ιστορικοί»  το αντιλαμβάνονται αυτόii, σίγουρα δεν δείχνουν να  το αντιλαμβάνονται τα  μέλη της Επιτροπής για τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821.  

Κατά τη διάρκεια των 400 χρόνων της Οθωμανικής κυριαρχίας, πολλές προσπάθειες των Ελλήνων να ανακτήσουν την εθνική αυτονομία τους, οδήγησαν σε  μικρές ανεπιτυχείς εξεγέρσεις. Μόνο η Επανάσταση του 1821 οδήγησε σε πραγματικά αποτελέσματα. Τούτο οφείλεται καταδήλως γιατί αυτή έλαβε χώρα τον 19ο αιώνα, αιώνα στην Ευρώπη κυριαρχούσε ο Ρομαντισμός.

Ο Ρομαντισμός υπήρξε η πρώτη οργανωμένη αντίδραση στην μέχρι τότε επικρατούσα φιλοσοφική θεμελίωση της Νεωτερικότητας και  η δημοφιλία  του   οφειλόταν στην προσπάθεια να καλυφθεί το οντολογικό κενό στο οποίο είχε περιπέσει τότε η «Δύση» (συμπεριλαμβανομένης της Ρωσίας).

Αυτό το οντολογικό κενό υπήρξε συνέπεια   των νεωτερικών εμμονών, που απέκλειαν από την ανθρώπινη ύπαρξη κάθε εμβέλεια ευρύτερης της λεγόμενης φυσικής ζωής. Η Ελληνική Παράδοση, που ποτέ δεν έπαψε να εμπνέει τη δυτική διανόηση, αναδύθηκε ως  σχεδόν αντίδοτο προς αυτό το οντολογικό κενό.  Η αναβίωσή της κατέστη έτσι  όραμα των λαών της   Ευρώπης, γι’ αυτό και ο ευρύς «φιλελληνισμός», άνευ του οποίου η επανάσταση δεν θα είχε επιτύχει, στο όσο βέβαια επέτυχε.

Προφανώς και υπήρξαν γεωστρατηγικοί  στόχοι των τότε μεγάλων κρατικών δυνάμεων, προφανώς και επεδίωξαν οι τότε μεγάλες κρατικές δυνάμεις να δημιουργήσουν ένα κράτος σύμφωνα με τους τότε πολιτικούς θεσμούς και μάλιστα ως αποικία τους (και το πέτυχαν), αλλά άνευ αυτού του φιλοσοφικού, θα λέγαμε, οράματος των λαών τους, τούτο δεν θα είχε επιτευχθεί, ίσως δεν θα είχε καν αρχίσει. 

Η εμβέλεια έτσι της Επανάστασης του 1821 είναι  πραγματικά Ιστορική, καθόσον αποτέλεσε καταφυγή της Ευρώπης, όταν αυτή ασμένως αναζήτησε ταυτότητα, φιλοσοφική θεμελίωση και ολοκλήρωσή της στην Ελληνική Παρακαταθήκη, παρακαταθήκη που ούτως ή άλλως  την διαμόρφωνε σε κάθε ιστορική καμπή της, ασχέτως του τρόπου που η Ευρώπη την προσελάμβανε. Ο περιορισμός της επετείου από τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821 από την  Επιτροπή για τα 200 χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 -αλλά και από το μεγαλύτερο μέρος της σημερινής προβεβλημένης διανόησης στη χώρα μας-  στους Έλληνες και μόνο, αποτελεί διαστρέβλωση της Ιστορίας. Με άλλα λόγια, αρχίσαμε λαθεμένα και ανιστόρητα.

Η σημασία αυτής της Επετείου είναι τεράστια και δεν αφορά μόνο στο σημερινό Ελληνικό κρατίδιο. Αφορά στην Ευρώπη στο σύνολό της. Αλλά είναι και οικουμενικής αξίας επέτειος. Πρέπει να επισημάνει και να αναδείξει την αξία της  πάντα ζώσας ως αναγεννητική της Ιστορίας   Ελληνικής  Παρακαταθήκης, σε παγκόσμιο επίπεδο.   

Η σημερινή Ελλάδα αποτελεί αν όχι τον φυσικό φορέα, τουλάχιστον τον συμβολικό φορέα αυτής της Παρακαταθήκης, όπως τότε τον 19ο αιώνα.  Τα σημερινά παγκόσμια αδιέξοδα, ως συνέπεια του επικρατούντος οντολογικού κενού -που ο Καστοριάδης θεωρούσε οριστικό- απαιτούν νέες πολιτισμικές προτάσεις ή μια νέα, παγκόσμια αυτή τη φορά, πολιτισμική σύνθεση.  Η συμβολή της Ελληνικής Παρακαταθήκης θα   είναι πολύτιμη. 

Σήμερα, όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά και διεθνώς, είμαστε μάρτυρες μιας διελκυστίνδας. Διελκυστίνδα μεταξύ των πιστών στον Ιστορικό Υλισμό, που αρνούνται για τον άνθρωπο κάθε ευρύτερο υπαρξιακό νόημα από αυτό που πρότεινε η Νεωτερικότητα και αυτών που αναζητούν νοήματα που θα αναγεννήσουν την Ιστορία.

Η ορισθείσα από την κυβέρνηση Επιτροπή «εορτασμού»,  δείχνει προσανατολισμένη στους πρώτους. Η αρχή έγινε με την δηλωθείσα πίστη της στην στρέβλωση της Ελληνικής Πρότασης, που επέφεραν τα ευρωπαϊκά κράτη του 19ου αιώνα, με την μετατροπή της Ελλάδας σε «έθνος-κράτος». Αυτή η πίστη   δηλώθηκε με την προσπάθεια υποβάθμισης του Καποδίστρια και υπήρξε η πρώτη δημοσιοποιηθείσα ενέργειά της, δίκην carte de visite. 

Επίσης προωθείται -εντέχνως, προσεκτικά και πολλαπλώς-    και η προσπάθεια να θεωρηθεί πως με την Επανάσταση του 1821 δεν δημιουργήθηκε μόνο το «κράτος», αλλά δημιουργήθηκε και το έθνος, θεωρώντας ανιστόρητα πως πρόκειται περί αλληλοεξαρτώμενων εννοιώνiii. 

Οι παραπάνω αρχικές ανησυχίες μας, ελπίζουμε να παραμείνουν ως ανησυχίες και μόνον…

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.