17/10/2018 20:40:30

Σταύρος Ζαλμάς: «Είναι τιμή να σηκώνει τη σημαία σου ένας ξένος»

Σταύρος Ζαλμάς: «Είναι τιμή να σηκώνει τη σημαία σου ένας ξένος»  - Media
Ακριβής στο ραντεβού του, έρχεται με μετρημένο χρόνο στη διάθεσή μας. Κι ας μην το λέει, από ευγένεια. Είναι ορεξάτος και σε φόρμα. Κυριολεκτικά, αφού ο Σταύρος Ζαλμάς είναι καλογυμνασμένος – κυκλοφορεί άλλωστε στην πόλη με ποδήλατο και το σακίδιο στην πλάτη –, και μεταφορικά. Η περιπέτεια της «Οδύσσειας» που σκηνοθετεί ο Μπομπ Ουίλσον για το Εθνικό Θέατρο τον έχει ρίξει στα βαθιά νερά, τόσο της δημιουργικότητας όσο και του άγχους. Είναι ο Οδυσσέας, ο ήρωας-σύμβολο της ελληνικότητας, του νόστου και της επιστροφής. «Είμαι σε έναν πυρετό. Ζω μόνο για αυτό. Δεν μου μένει ούτε μία ώρα της ημέρας για να κάνω κάτι άλλο. Δουλεύω με στρατιωτική πειθαρχία και θρησκευτικού τύπου πίστη» μου λέει εξ αρχής. Φαίνεται. Συντονισμένος απόλυτα στον κόσμο του Οδυσσέα, του εθνικού μας παραμυθιού, ο λόγος του ρέει σαν να διηγείται παραμύθι. Που πάει κάπως έτσι…
Το να δουλεύεις με έναν σκηνοθέτη σαν τον Μπομπ Ουίλσον, που είναι τόσο ολιστικός στην τέχνη και έχει την ευθύνη των πάντων – από ηθοποιούς μέχρι φώτα –, δημιουργεί ασφάλεια ή άγχος;
Η δουλειά γίνεται ιδιαίτερη ακριβώς επειδή δίνει τεράστια σημασία σε πολλά πράγμα­τα. Αυτό όμως είναι το σωστό. Δεν υπάρχει περίπτωση, για παράδειγμα, να μην ασχο­ληθεί με το φρύδι σου, ακόμα και τη στιγμή που έχει να φωτίσει ένα τεράστιο έργο ή να δουλέψει τη φράση ενός ηθοποιού.
Οι Έλληνες ηθοποιοί είναι συνηθισμένοι σε τέτοιου είδους «λεπτοδουλειά», σε εξοντω­τική προετοιμασία χειρουργικής ακρίβειας, ή έχουν μάθει σε πιο επιφανειακές δουλειές, χωρίς βέβαια αυτό να είναι ο γενικός κανόνας;
Εξαρτάται από την προϊστορία του καθενός. Εμένα, που έχω ζήσει 6-7 χρόνια μέσα στην «Ομάδα εδάφους» με τον Δημήτρη Παπαϊωάννου, δεν μου φαίνεται καθόλου ξένος ο τρόπος. Μη σας πω ότι ο Δημήτρης ήταν ακόμα πιο επίμονος στη λεπτομέρεια. Νομίζω, πάντως, ότι όλοι έχουν γοητευτεί. Αυτό που συμβαίνει είναι συγκινητικό. Μο­χθούμε με πολλή αγάπη, πείσμα και φιλότιμο για την παράσταση.
Τι προσθέτει ένας ξένος σε ένα έργο τόσο ελληνικό, σε έναν ήρωα τόσο ταυτισμένο με την ελληνική κουλτούρα;
Ο Ουίλσον δεν είναι τυχαίος. Είναι παγκόσμιος θρύλος. Δεν είναι η πρώτη φορά που ασχολείται με έναν εθνικό μύθο. Έχει την προσωπική ματιά και την ευαισθησία που χρειάζεται για να αντιλαμβάνεται την ουσία, την τρυφερότητα, το χιούμορ που κρύβεται πίσω από ένα εθνικό παραμύθι. Έτσι αντιμετωπίζει την ιστορία του Οδυσσέα.
Γιατί ο Οδυσσέας είναι τόσο ταυτισμένος με την ελληνική ψυχή;
Αυτός ο τόπος έχει πολύ μεγάλη σχέση με τη μετανάστευση και την απουσία των ανθρώπων από τις οικογένειές τους και τα σπίτια τους, είτε είναι μετανάστες, ναυτικοί, στρατιώτες. Μας συνοδεύει ένα διαρκές αίσθημα νόστου. Ακόμα και για τις χαμένες πατρίδες, τα χαμένα εδάφη, τα χαμένα μεγαλεία. Υπάρχει αυτό το αίσθημα της διακα­ούς και άσβεστης επιθυμίας για επιστροφή.
Μια και μιλήσατε για πράγματα χαμένα, σήμερα τι πιστεύετε ότι έχει χάσει ο μέσος Έλλη­νας – πέρα από επιδόματα, συντάξεις, μισθούς, δώρα;
Έχουμε χάσει τον πολιτισμό μας – όχι με την έννοια των αρχαιοτήτων. Τα τελευταία είκοσι χρόνια ο Έλληνας έχασε τον εαυτό του. Από φιλότιμος, δημιουργικός και σεμνός άνθρωπος, κατάντησε ένας αγράμματος, άξεστος και απολίτιστος κάφρος.
Πού εντοπίζεται, όμως, η πραγματική ρίζα του κακού;
Αν ξεκινήσουμε από το ότι «το ψάρι βρομάει από το κεφάλι», η κατάσταση πάει ως εξής: οι Έλληνες ήταν ένας τριτοκοσμικός λαός, βασανισμένος, διωγμένος, πεινασμένος. Μετά τον Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και τον εμφύλιο, αισθάνθηκε τη λαχτάρα να ζήσει καλύτερες ημέρες. πέρασε και η χούντα. Ψήφισε πολιτικούς, που ήθελαν κι αυτοί να απολαύσουν πράγματα. Αγαπούσαν, όμως, περισσότερο την εξουσία και την καλή ζωή παρά την πατρίδα τους. Κι έτσι, όταν ήρθε το χρήμα από «έξω» να τους διαφθείρει, τους βρήκε έτοιμους. Για να μπορέσει να υπάρξει η διεφθαρμένη εξουσία, πρέπει να κάνει συμμέτοχό της τον πολίτη. Ακόμα και τώρα η εξουσία αγωνίζεται να χαϊδέψει ένα μεγάλο μέρος των πολιτών. Έχει γίνει η
μεγαλύτερη κτηνωδία στον ιδιωτικό τομέα, όπου άνθρωποι έχουν μπει κυριολε­κτικά στη μηχανή του κιμά, και η κυβέρνηση ασχολείται ακόμα με τους δημοσίους υπαλλήλους. Γενικά, έχουν χαθεί η σεμνότητα, ο σεβασμός, το φιλότιμο, η ευγέ­νεια. Στενοχωριέμαι και νιώθω θυμό.
Πώς ο λαός που ξενιτευόταν στη Γερμανία και την Αυστραλία, ξέχασε τόσο γρήγορα και έγινε ρατσιστής και αφιλόξενος, με αποδείξεις… ψήφου;
Οι Έλληνες που γνώρισα όταν ήμουν μικρός, δεν είχαν στην κουλτούρα τους την έννοια του ρατσισμού. Εντάξει, μπορεί να παραξενεύονταν αν έβλεπαν στην πλατεία Συντάγματος μαύρους τη δεκαετία του ’70 ή του ’80, αλλά δεν τους κοίταζαν εχθρικά. Ο ρατσισμός καλλιεργήθηκε στους αμόρφωτους πολίτες από χειρισμούς της κυβέρ­νησης, και όχι μόνο. Η κυβέρνηση επέτρεψε να υποστεί η ελληνική κοινωνία τις ζημιές από τους εγκληματίες που ήρθαν από την Αλβανία. Η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ελλάδα δεν έκαναν τίποτα για να προστατεύσουν την κοινωνία από τα ανεξέλεγκτα πλήθη που εισέβαλαν στη χώρα – που φυσικά θα εγκληματήσουν, θα ζήσουν εις βάρος σου, θα υποβαθμίσουν ένα ολόκληρο κέντρο μιας αρχαίας πρωτεύουσας, και έτσι οι πολί­τες θα φτάσουν στο σημείο να μην μπορούν να βγουν στον δρόμο. Αυτό το κλίμα καλ­λιεργεί ρατσισμό. Από την άλλη μεριά, είναι και το χαμηλό μορφωτικό και πολιτισμικό επίπεδο, το οποίο επίσης καλλιεργήθηκε από την πολιτεία και άλλους φορείς. Ένα παράδειγμα είναι το ερώτημα αν ο αριστούχος Αλβανός θα σηκώσει τη σημαία. Μα είναι τιμή να σηκώνει τη σημαία σου ένας αλλοδαπός. Σε τέτοιες περιπτώσεις, όμως, επεμβαίνει ο λαϊκισμός.
Στη δουλειά και τη ζωή σας αναζητάτε… Οδύσσειες; Ξεβολεύεστε από την ασφάλειά σας;
Για ποια ασφάλεια να μιλήσουμε όταν δύο φορές τον χρόνο ψάχνεις για δουλειά; Το έχω αποδείξει ότι δεν λιμνάζω. Δοκιμάζω κάτι καινούργιο και διακινδυνεύω γιατί βα­ριέμαι εύκολα. Η «Οδύσσεια» ήταν μια βουτιά στα βαθιά.
Πώς θυμάστε τα χρόνια που δουλεύατε με την «Ομάδα εδάφους»;
Ήταν πολύ δημιουργικά χρόνια, αλλά και πονεμένα γιατί δεν υπήρχε βοήθεια από την πολιτεία ή άλλο φορέα. Υπήρχε, όμως, μεγάλη λύσσα για το ανέφικτο. Δουλεύαμε ως «παράνομοι». Κάναμε παραστάσεις σε καταλήψεις και εγκαταλειμμένους χώρους, κλέβοντας ρεύμα και νερό από το πεζοδρόμιο. Μπορώ να πω με περηφάνια ότι δεν πήγαν στράφι πολλά χρόνια της νεανικής μου ζωής.
Ξεκινήσατε με ένα εναλλακτικό, αβανγκάρντ σινεμά του Αλέξη Μπίστικα και του Κων­σταντίνου Γιάνναρη, ανθρώπους που τότε ήταν εκτός επίσημου ρεύματος.
Ξεκίνησα με εμπορικό θέατρο. Γνώρισα τον Δημήτρη Παπαϊωάννου και πείστηκα ότι στη δουλειά του υπάρχει μια ουσία που με αφορά. Μέσα από την «Ομάδα εδάφους», γνωρίστηκα με τον Αλέξη και τον Κωνσταντίνο. Το μόνο που τους ένοιαζε, ήταν να εκφραστούν και να αποτυπώσουν τη δική τους προσωπική ματιά, κάτι που τότε ήταν ροκ και επαναστατικό. Επομένως, ναι, ήταν αβανγκάρντ. Ο τρόπος που γίνονταν τότε αυτές οι δουλειές, ήταν ροκ από μόνος του. Για την ταινία «North of vortex» γυρίσαμε με τον Γιάνναρη ολόκληρη την Αμερική «παράνομα». Κάναμε το «Route 66» με κείμε­να του Ουίλιαμ Μπάροουζ και του Άλεν Γκίνσμπεργκ. Και η «Γραβάτα» που γυρίσαμε με τον Μπίστικα στο Λονδίνο, έγινε υπό συνθήκες ροκ, ελλείψει χρημάτων, υποδομής, μέσων. Μόνο από λύσσα.
Πρόσφατα μιλήσατε για την εποχή εκείνη που είχαν γράψει ότι είστε φορέας του AIDS. Γιατί ξαναξύσατε την πληγή τόσα χρόνια μετά;
Θα ήθελα να είμαι καλός χριστιανός και να δω με αγάπη και συμπόνια αυτόν που μου το έκανε αυτό – έναν άνθρωπο που έχει περιοδικά, γιατί ο εκδότης έχει ευθύνη για την ύλη –, αλλά είμαι πολύ θυμωμένος. Δεν ήταν ούτε λάθος ούτε απερισκεψία. Είμαι στον «χώρο» πολλά χρόνια και έχω συνηθίσει την υπονόμευση και το κουτσομπολιό. Είναι αυτό που λέμε «όσο ψηλά ανεβαίνει η μαϊμού, φαίνεται ο κώλος της». Αλλά αυ­τή η κτηνωδία σού καταστρέφει τη ζωή.
Λέτε τα πράγματα έξω από τα δόντια. Το διαπιστώσαμε αυτό και το καλοκαίρι, όταν κριτικάρατε το σενάριο του σίριαλ «Είναι στιγμές», στο οποίο πρωταγωνιστούσατε.
Έδωσα μια ειλικρινή συνέντευξη. προσπαθούσα να μιλήσω όσο πιο γενικά μπορώ – γιατί πιστεύω ότι η τηλεόραση πρέπει να γυρίσει σελίδα. Αυτό ενόχλησε κάποιους και θέλησαν να με τιμωρήσουν διά της αποπομπής μου από το σίριαλ. Αυτοί, όμως, ξεφτι­λίζονται τελικά. Βγήκαν και διάφοροι παλιοί σεναριογράφοι και έλεγαν ότι δεν κάνει να φτύνεις στο πιάτο που τρως. Μα εγώ θέλω να κάνω καλύτερο το πιάτο που τρώω. Αν δεν κριτικάρω εγώ το βασικό εργαλείο της δουλειάς μου, το σενάριο, ποιος θα το κάνει; Αυτή η χώρα δεν μπορεί να πάει μπροστά όταν πρέπει να ξοδέψουμε δύο ώρες από το γύρισμα για να διορθώσουμε το σενάριο. Και ξέρουμε ότι υπάρχουν άνθρωποι στα πεζοδρόμια, στις καφετέριες, στα κρεβάτια τους ή στα πάρκα, που περιμένουν ωραίες ιστορίες. Δεν είναι δυνατόν να κάνουμε τηλεόραση το 2012 με σενάρια της δεκαετίας του ’70.
Πέρυσι που παιζόταν το «Είναι στιγμές», ακριβώς πριν, το κανάλι πρόβαλλε το «Άγγιγμα ψυχής». Δεν ήταν λίγο σχιζοφρενικό να βλέπετε τον εαυτό σας με τόσα χρόνια διαφορά;
Αν φαίνεται σε εσάς «κάπως» μία φορά, εμένα μου φαίνεται εκατό. Δεν ξέρω με ποιο σκε­πτικό το κανάλι έκανε αυτό το πράγμα. Δεν καταλαβαίνω γιατί καις τον πρωταγωνιστή σου αφού σε λίγο θα αρχίσει το επεισόδιο και το κοινό θα τον φάει στη μάπα για μία ώρα. πώς με βάζουν να ανταγωνιστώ την εικόνα μου από το Άγγιγμα ψυχής, που γυρίστηκε πριν δεκατέσσερα χρόνια και είχε μεγάλο εκτόπισμα; Ήμουν πιο νέος και έπαιζα ρολάρα.
Εσείς στην προσωπική σας ζωή έχετε πέσει πάνω σε Σειρήνες και Κίρκες που σας απο­προσανατόλισαν;
Ανήκω στην κατηγορία των ανθρώπων που έχουν ζήσει τη ζωή τους. Δεν κατέβασα ρολά, δεν έκανα πίσω σε προκλήσεις. Αυτό σημαίνει ότι αντιμετωπίζεις κινδύνους και βάσανα. Είναι, όμως, καλό γιατί ανακαλύπτεις τα όπλα σου.
Για να κλείσουμε, έχετε βρει την Ιθάκη σας;
Όταν ο Οδυσσέας γύρισε στην Ιθάκη, ξαναέφυγε. Ίσως, λοιπόν, η Ιθάκη να μην είναι τα πράγματα που νομίζουμε.
 



ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.