20/10/2018 10:45:48

Άναψε τα κόκκινα φανάρια

Άναψε τα κόκκινα φανάρια - Media

Στο θέατρο «Ρεξ», ο Κωνσταντίνος Ρήγος έστησε μια σύγχρονη
παράσταση για το έργο του Αλέκου Γαλανού «Τα κόκκινα φανάρια»,
αποφεύγοντας με επιτυχία τον ξεπερασμένο λυρισμό

Τα στενά της Τρούμπας στην Ακτή Μιαούλη, Φίλωνος και Νοταρά, ήταν διαβόητα τη δεκαετία του ’50 για τα θορυβώδη αίσχη τους, τις ξεμαλλιασμένες πουτάνες, τα σκισμένα μισοφόρια και τους καβγάδες ανάμεσα σε μπάτσους και μεθυσμένους, ναύτες και νταβατζήδες. Αυτό το σκηνικό ήταν γνώριμο στον συγγραφέα Αλέκο Γαλανό, που μεγάλωσε στην οδό Νοταρά και αυτό μετέφερε στα «Κόκκινα Φανάρια» θεμελιώνοντας μια μυθολογία της λαϊκής πορνείας. Κάθε μυθολογία χρειάζεται βέβαια απλά και σίγουρα υλικά, γι’ αυτό είναι φυσικό στη στρογγυλοποιημένη εκδοχή του μπουρδέλου που στήνει ο Γαλανός να κυριαρχούν τα αρχέτυπα.
Το θρασύ ξεπεταρούδι, που από δόκιμο πορνίδιο θα εξελιχθεί ταχύτατα σε κυνική και σκληρόκαρδη πουτάνα, ο καλόκαρδος και σοβαρός καπετάνιος, που πριν χαθεί στο τελευταίο του ταξίδι θα κάνει πρόταση γάμου σε μια από τις μόνιμες του σπιτιού, η αγγελοκρουσμένη πόρνη, που διατηρεί σχέσεις υποδειγματικής αθωότητας μ’ έναν ανύποπτο για την ταυτότητά της ρομαντικό νεαρό, η πατρόνα με τον νταβατζή της… Κάτω από τα φώτα του ημικόσμου, ανάμεσα σε αληθινά δάκρυα και ψεύτικες αγάπες, όλα μαζί τα ναυάγια ψάχνουν χωρίς ελπίδα μια σχεδία για να γλιτώσουν… Εάν όμως η μοίρα τους είναι κοινή, η ιστορία τής κάθε πόρνης είναι ξεχωριστή. Έτσι, στη σπονδυλωτή εξέλιξη των επεισοδίων που συνθέτουν την τοιχογραφία του Γαλανού οι μορφές του πασχίζουν να ξεφύγουν από την κοινοτοπία του κεντρικού μοτίβου και να αρθρώσουν την ύπαρξή τους σε χαρακτήρες. Μαζί τους αγωνίζεται και ο συγγραφέας και προσπαθεί μ’ ένα κουτσό άλμα να περάσει από το γλυκερό μελό στο στυφό δράμα.

Ένα έξυπνο εύρημα
Είναι φανερό ότι αυτό το επικίνδυνο πέρασμα απασχολεί και τον Κωνσταντίνο Ρήγο, που έστησε σχεδόν εξ ολοκλήρου την παράσταση του Εθνικού στο θεάτρο «Ρεξ» επιμελούμενος τη σκηνοθεσία, τη χορογραφία και τα σκηνικά του έργου. Ο Ρήγος κατανόησε ότι με τον αέρα μιας επετειακής νοσταλγίας για τη μυθολογημένη Τρούμπα άλλων εποχών δεν θα πήγαινε πολύ μακριά κι ότι υπήρχε ο φόβος να βουλιάξει στο τέλμα ενός ξεπερασμένου λυρισμού. Για την αναδρομή, λοιπόν, χρειαζόταν ένα εύρημα και το ανακάλυψε στη μορφή ενός Studio, όπου η αφήγηση του Γαλανού φιλμάρεται ξανά και περνάει στο πανί σε ασπρόμαυρο χρώμα. Μια κάμερα είναι πανταχού παρούσα στη διάρκεια της παράστασης και, πότε επί σκηνής πότε από το παρασκήνιο, γυρίζει κάθε επεισόδιο της δράσης, απομονώνει καρέ - καρέ τα προσωπικά χαρακτηριστικά των ηρώων και ανασυνθέτει τη θεατρική πλοκή σε κινηματογραφικό επίπεδο. Μ’ αυτόν τον τρόπο ο Ρήγος ξαναγυρίζει την ταινία και ξαναγυρνά στην εποχή της ταινίας. Κοιτάζοντας πίσω δηλαδή, φέρνει τα πράγματα μπροστά… Το εγχείρημά του αυτό στηρίζεται σε λιτότητα μέσων και απλή, απλούστατη σκηνική διάταξη των αναγκαίων για την αφήγηση. Στηρίζεται επίσης σε καλούς συνεργάτες: στους εύστοχους και δεξιοτεχνικούς φωτισμούς του Αλέκου Γιάνναρου, στην ελλειπτική μουσική του Δημοσθένη Γρίβα, στον μεστό μονόλογο της Έρις Κύργια… Στην ίδια γραμμή κινούνται και οι ηθοποιοί. Άμεσος και απλός, χωρίς κανένα ποίκιλμα ο Νίκος Αλεξίου στον ρόλο του Καπετάν-Νικόλα. Απολαυστική, με εξαίρετες μεταπτώσεις, πληθωρική αλλά πάντα μέσα στο ύφος του χαρακτήρα που υποδύεται η Ελένη Κοκκίδου ως Μαντάμ Παρή. Σπινθηροβόλα, αφοπλιστικής αφέλειας και κυνισμού η Ευγενία Δημητροπούλου ως νεαρή πόρνη. Με ωριμότητα και μαστοριά και τη δέουσα μελαγχολία η Κωνσταντίνα Μιχαήλ στον χαμηλόφωνο ρόλο της Μαίρης. Με πλήρως ενορχηστρωμένα νευρωτικά σκιρτήματα η Θεοδώρα Τζήμου. Πειστικός και βαρύς στον ρόλο του νταβατζή ο Νίκος Ψαρράς. Στο σύνολο, δεμένος θίασος σε δουλεμένη παράσταση.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.