17/10/2018 22:53:46

Ταλαίπωροι, αδιάφοροι και αµέτοχοι

Ταλαίπωροι, αδιάφοροι και αµέτοχοι - Media
Σε δύο παρακείμενα δωμάτια ενός ξενοδοχείου εβδόμης υποστάθμης τοποθετεί ο Μάριος Ποντίκας τις ιδιωτικές όψεις ενός δημόσιου δράματος: αυτού που έζησε η Ελλάδα στα χρόνια που ακολούθησαν την Κατοχή και τον Εμφύλιο πόλεμο. Στο ένα δωμάτιο έχει μόλις καταφύγει ένα κατεστραμμένο ζευγάρι με τα λιγοστά του υπάρχοντα, στο άλλο ξημεροβραδιάζεται σε κατάσταση αποσύνθεσης ένα ρεμάλι. Ο άντρας του ζευγαριού έχει κομμένα πόδια, περπατάει με πατερίτσες και στηρίζεται στη νεαρή του σύντροφο, την οποία βασανίζει ακατάπαυστα με την ελεεινότητα της ύπαρξής του, ένα κουβάρι από λερωμένες αναμνήσεις, μιζέρια και απόγνωση.
Ο ταγματασφαλίτης και η σιωπηρή συνενοχή
Καθώς αναπτύσσονται αποσπασματικά σαν ξεψυχισμένο παραλήρημα, οι αναμνήσεις αυτές φανερώνουν ότι το ερείπιο ήταν ταγματασφαλίτης στο πλευρό των Γερμανών κατά τη διάρκεια της Κατοχής και επαγγελματίας αντικομμουνιστής στη συνέχεια. Παλεύοντας να εξασφαλίσει μια άδεια επαιτείας, προβάρει ξανά κα ξανά, με τη βοήθεια ενός μαγνητόφωνου, αυτόν τον ίδιο παλιό ρόλο του θύματος των κομμουνιστών. Μόνο που ο ρόλος, στραγγίζοντας κάθε ικμάδα ελπίδας για ζωή, έχει γίνει αφόρητος. Η σύντροφός του ενδίδει στις παρακλήσεις του, τον σκοτώνει μ’ ένα ψαλίδι και αυτοκτονεί κόβοντας τις φλέβες της με ξυράφι…
Την εξέλιξη των δρώμενων παρακολουθεί από μια τρύπα ο επίσης εξαθλιωμένος τύπος που κατοικοεδρεύει στο διπλανό δωμάτιο. Παραμένει όμως αμέτοχος, παθητικός θεατής και σιωπηρός συνένοχος. Αυτή είναι άλλωστε η κυνική «φιλοσοφία» του για τη ζωή, την οποία εκθέτει με βλακώδη κομπασμό στην εξίσου ανάλγητη σύντροφό του, μια νοσοκόμα περισσότερο καραβοτσακισμένη κι από τον άντρα της που είναι ναυτικός. Αυτό το δεύτερο ζευγάρι, το ζευγάρι της διπλανής πόρτας, είναι επίσης γονατισμένο από την απελπισία και την απανθρωπιά, μόνο που ο Ποντίκας δεν τους επιτρέπει να αυτοκτονήσουν - τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που ένα άλλο ζευγάρι, από κάποιο άλλο διπλανό δωμάτιο, θα τους δει να φτάνουν στα όριά τους…
Τα φαντάσματα ζωντανεύουν ξανά
Το έργο του Ποντίκα, παρόλο που είναι εμβαπτισμένο στα πάθη και τις
αρρώστιες μιας εποχήςπου φαντάζει μακρινή, είναι εξαιρετικά επίκαιρο σήμερα που οι κοινωνικέςεντάσειςείναι τεράστιεςκαι τα φαντάσματα του Εμφυλίου ζωντανεύουν ξανά. Η Ελλάδα είναι πάλι απελπισμένη και σύρεται ανάπηρη σε μια δίνη με άγνωστο βάθος, ενώ ποικίλα πολιτικά αποβράσματα έχουν καταλάβει τη δημόσια σκηνή. Αυτό και μόνο αρκεί για να καταστήσει έγκυρη την επιλογή της Κατερίνας Ευαγ-γελάτου, που μετέφερε το έργο του Ποντίκα σ’ έναν δίχωρο σιδερένιο κλωβό, τον οποίο η Ελένη Μανωλοπούλου σχεδίασε διάτρητα ντυμένο με ελληνικά σημαιάκια. Οι θεατές, μάλιστα, πριν από την έναρξη της παράστασης καλούνται να βγάλουν όσα τους εμποδίζουν στη θέαση των δρώμενων.
Πράγματι, τα σημαιάκια των επετειακών χρήσεων, τα πλαστικά, μα-σκαρεύουν την ιδέα του έθνους σε εθνοκαπηλεία του συρμού, αλλά ο συμβολισμός, παρ’ ότι λειτουργικός, παραμένει κραυγαλέα επιφανειακός. Αυτό είναι ένα πρώτο δείγμα τού ότι η σκηνοθέτις είναι κάπως έξω από τα νερά της και φοβάμαι ότι η διδασκαλία του κειμένου αφήνει μετέωρες κάποιες αναφορές στο δράμα του Εμφυλίου πολέμου. Λείπει, δηλαδή, από την παράσταση η επίκληση μιας δραστικής αναλογίας με την εποχή μας ή έστω το εύρημα μιας συνειρμικής μεταφοράςπου θα καθιστούσε το νοσηρό κλίμα εκείνηςτης σακατεμένης Ελλάδας καταληπτό στις νεότερες γενιέςτων θεατών.
Η Ευαγγελάτου εντούτοις έστησε μια παράσταση πλήρους ροής και εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο τον τραχύ, βίαιο και απεγνωσμένο λόγο των ηρώων. Επιπλέον, ευτύχησε στην επιλογή και την τοποθέτηση των ηθοποιών της. Ο Νικόλας Παπαγιάννης, στο ημίφως ολίγων στιγμών τρυφερότητας, έντυσε τον ανάπηρο ήρωά του με τα κουρέλια μιας πνιγηρής απελπισίας κι ενός ζοφερού αδιεξόδου. Σκοπίμως υποτονική, με συγκρατημένη θυμηδία και βαθιά κόπωση, η Στεφανία Γουλιώτη αποδίδει με συνέπεια την αδυναμία και τον μαρασμό της συντρόφισσας του αναπήρου. Ο Νίκος Ψαρράς έδωσε τη ρωμαλέα του κράση στο σαρκίο ενός ψοφοδεούς υποκειμένου και εξέθεσε αυτό το ψοφίμι σε όλη την υπολογιστική βλακεία και τον αναίσχυντο κομπασμό του. Η Άλκηστις Πουλοπούλου όργωσε το πορτρέτο μιας φτωχομίζερης και κακοπαθημένης νοικοκυράς με τους κυματισμούς του αγοραίου πάθους, των ψεύτικων ονείρων και της σαρκοβόρας θλίψης.
 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.