20/09/2018 16:50:27

Κωνσταντίνος Ρήγος: «Αυτός που πάει στην Επίδαυρο, μετά πάει στα μπουζούκια»

Κωνσταντίνος Ρήγος: «Αυτός που πάει στην Επίδαυρο, μετά πάει στα μπουζούκια» - Media

Από τους πιο πολυπράγμονες αλλά και αμφισβητούμενους καλλιτέχνες, ο δημιουργός του χοροθεάτρου «Οκτάνα» Κωνσταντίνος Ρήγος υπήρξε από τους ανανεωτές του σύγχρονου ελληνικού χορού. Έστησε με το χοροθέατρο του ΚΘΒΕ μερικές από τις πιο ευφάνταστες χορευτικές παραστάσεις, χορογράφησε τραγωδία για τους σημαντικότερους σκηνοθέτες, ενώ λίγο αργότερα άρχισε να δραστηριοποιείται στα μπουζούκια, τα βιντεοκλίπ, τη φωτογραφία, τις χορογραφίες της Eurovision. Τώρα πια σκηνοθετεί και θέατρο. Τα τελευταία δύο χρόνια μετράει δύο αξιοσημείωτες επιτυχίες: τη «Σεβάς Χανούμ» του Γιώργου Χρονά και τα «Κόκκινα φανάρια» του Αλέκου Γαλανού στο Εθνικό ενώ πρόσφατα η «Οκτάνα» παρουσίασε το «Ντυμένοι γυμνοί»

Καταμετρώντας τη μεγάλη σου πορεία, χορό, θέατρο, βιντεοκλίπ, φωτογραφία και άλλα πολλά, αναρωτιέμαι πόσο μεθοδευμένα ήταν όλα αυτά ώστε να συμβούν…
Το μόνο που δεν μπορώ να κάνω είναι να μεθοδεύσω. Δυσκολεύομαι πάρα πολύ να προγραμματίσω το μέλλον. Να πω θα κάνω τώρα αυτό για να κερδίσω εκείνο αύριο. Δεν με χαρακτηρίζει και δεν είναι καθόλου στον τρόπο που εγώ μπορώ να φτιάξω κάτι. Για να δημιουργήσω, ας πούμε, μια παράσταση πρέπει να την ανακαλύψω. Δεν μπορώ να τη σχεδιάσω από πριν. Όπως και για το τι θα κάνω αύριο, πάλι πρέπει να το ανακαλύψω.

Το βιογραφικό σου είναι ατέλειωτο. Σαν η μια πόρτα να ανοίγει μια ακόμα μεγαλύτερη.
Τυχαία βρέθηκα στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος κι εντελώς συμπτωματικά όταν έγινε διευθυντής στη Λυρική ο Στέφανος Λαζαρίδης και θέλησε να αλλάξει το ύφος της με κάλεσε να κάνω δύο δουλειές. Ταυτόχρονα ο Γιάννης Χουβαρδάς στο Εθνικό μού ζήτησε να κάνω το «Bossa Nova». Τίποτα δεν ήταν «προγραμματισμένο». Δεν έχω διεκδικήσει ποτέ κάτι. Μπορώ να πω σε έναν φίλο μια μου επιθυμία, αλλά ακόμα και να μην την εκπληρώσω, θα είναι το ίδιο. Θα βρω κάτι άλλο να κάνω.

Έχεις πει ότι βρέθηκες σχεδόν τυχαία στον χορό...
Ούτε που μου είχε περάσει από το μυαλό ότι θα έκανα χορό. Πιο πολύ φλέρταρα κάποια στιγμή με την ιδέα να γίνω ηθοποιός, αλλά τελικά έκρινα ότι δεν μου ταίριαζε. Μέχρι που τέλειωσα το σχολείο ήμουν πολύ κλειστός χαρακτήρας. Μια φιλόλογός μου στο λύκειο μου είχε ανοίξει το κουτί της γνώσης και της αγωνίας κι έτσι άρχισα να διαβάζω ποίηση και να γράφω. Μόνο όταν μπήκα στο πανεπιστήμιο να σπουδάσω οικονομικά, κάτι που δεν με ενδιέφερε, ανακάλυψα τον κινηματογράφο ως τέχνη. Ο χορός τότε ήταν απλώς εκτόνωση μέσω της διασκέδασης στις ντίσκο τα καλοκαίρια. Μέχρι που βοήθησα μια φίλη μου χορεύτρια να χορογραφήσει ένα κομμάτι του Βασίλη Τσιτσάνη. Πήραμε μέρος σε έναν διαγωνισμό χορογραφίας και περάσαμε στον τελικό. Αποδείχτηκε ότι είχα αυτή τη διάθεση, αλλά δεν ήξερα πώς να την κωδικοποιήσω.

Και βρέθηκες στην Κρατική Σχολή Ορχηστικής Τέχνης χωρίς να έχεις κανένα εφόδιο;
Στον διαγωνισμό που σου έλεγα πήραμε το β’ βραβείο χορογραφίας και με είδε η Ζουζού Νικολούδη, η οποία και με παρότρυνε να δώσω εξετάσεις στη σχολή. Έκανα δύο - τρεις μήνες κλασικό μπαλέτο, το οποίο αποδείχτηκε ακόμα πιο μπερδευτικό για μένα. Θυμάμαι ότι ο Γιάννης Μέτσης μού έδωσε τα παπουτσάκια μπαλέτου γιατί δεν είχα ιδέα τι χρειαζότανε…

Με την απόσταση που μας χωρίζει από τότε, πώς θα χαρακτήριζες τις κινήσεις σου αυτές; Θράσος, θάρρος, τρέλα, δημιουργικότητα;
Όλα αυτά. Νομίζω ότι ήταν και θράσος και θάρρος, αλλά κυρίως επιμονή, γιατί τα τρία χρόνια της σχολής ήταν πολύ επώδυνα με τρομερούς πόνους και κράμπες. Έπρεπε να τα κάνω όλα αυτά πολύ γρήγορα. Βέβαια είχα τη στήριξη της σχολής και των συμφοιτητών μου. Ένα μεγάλο μέρος των δασκάλων μου πίστευαν ότι κάτι μπορώ να κάνω ως χορογράφος, γιατί δεν ήμουν εκεί για να γίνω χορευτής ή χοροδιδάσκαλος. Αυτό δεν το καταλάβαινα εκείνη τη στιγμή, ότι δηλαδή αυτός ήταν ο στόχος όλων.

Φαντάζομαι ότι ανακάλυπτες τους μεγάλους χορογράφους και τον κόσμο του χορού.
Λίγο πριν από τη συμμετοχή μου στον διαγωνισμό, είχα δει μια παράσταση της Πίνα Μπάους στο Ηρώδειο και δεν μου είχε αρέσει καθόλου. Είχα πάει και στην Επίδαυρο να δω τον «Διόνυσο» του Μορίς Μπεζάρ. Το ότι περάσαμε στον τελικό με τη φίλη μου, μου είχε δώσει θάρρος και άρχισα να λέω ότι ίσως αυτός να είναι ο δρόμος μου. Πίστεψα σε μένα. Αν και είναι πολύ περίεργο να πιστέψει κανείς σε κάτι που δεν ξέρει. Με το που τέλειωσα τη σχολή έπεσα σε μια καλή περίοδο για τα δεδομένα της εποχής, με επιχορηγήσεις και βραβεία, με το ένα και το άλλο. Έτσι ξεκίνησα και την «Οκτάνα», φέροντας μια περίεργη ανάγκη να δω τι είναι ελληνικό. Με ενδιέφερε πολύ η ελληνικότητα. Ίσως να είχε να κάνει με τη σχέση μου με τη φιλόλογο που σου είπα προηγουμένως, που με ενέπνευσε. Πάντως είχα αποφασίσει ότι είμαι αισιόδοξος.

Πώς αποφασίζει κανείς κάτι τέτοιο;
Ήμουν αισιόδοξος άνθρωπος και είχα αποφασίσει να το κρατήσω. Οι Έλληνες είναι αισιόδοξος λαός. Το ελληνικό στοιχείο είναι αισιοδοξία.

Γι’ αυτό ονόμασες την ομάδα σου «Οκτάνα»;
Αυτό που περιγράφει ο Εμπειρίκος στην ομώνυμη συλλογή: «Παντού και πάντα έκρηξη». Αποδείχτηκε γουρλίδικος τίτλος. Αγαπούσα πολύ το ποίημα αυτό και έπρεπε να βρω μέσα σε μια νύχτα ένα όνομα για την ομάδα, ώστε να συμμετέχω στα δρώμενα του Δήμου Αθηναίων. Από κει και πέρα, επειδή μου άρεσαν τα ελληνικά θέματα και οι ελληνικοί μύθοι, αποφάσισα να παίξω κυρίως μ’ αυτά. Το «Δάφνις και Χλόη», ο Ορφέας, η Άλκηστη, αλλά και άλλα πιο παιχνιδιάρικα.

Μέχρι την «Τρελή ευτυχία» που φεύγεις για τη Θεσσαλονίκη και το ΚΘΒΕ…
Μέχρι τότε χορογραφούσα βήμα βήμα το κάθε τι. Έπειτα από δέκα χρόνια μπήκε για πρώτη φορά στην «Τρελή ευτυχία» ο αυτοσχεδιασμός.

Όμως η κίνηση αντικαταστάθηκε από την εικόνα;
Ποτέ δεν θεώρησα τον εαυτό μου καθαρό χορογράφο. Από την αρχή ό,τι έκανα ήταν πιο conceptual. Οι δουλειές μου είχαν ατμόσφαιρα και κυριαρχούσε η εικόνα. Ανέκαθεν ο χορός δεν με ενδιέφερε ως χορός, αλλά ως μέρος μιας συνολικής παράστασης. Κι ενώ στην αρχή με απασχολούσαν τα βήματα και έψαχνα το στιλ μου, από το 2000 το πράγμα ξέφυγε, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν χορογραφούσα μεγάλο μέρος των παραστάσεών μου. Απλώς η δραματουργία έγινε προσωπικό θέμα και των ερμηνευτών. Ένα παζλ ιδεών και πραγμάτων που προέκυπταν από τον αυτοσχεδιασμό: εγκαταστάσεις, κοστούμια, γλυπτά.

Που πολύ συχνά έμοιαζαν αυθαίρετα...
Τα οποία εγώ τα συνέδεα.

Και δεν ένιωθες την ανάγκη να «δικαιολογήσεις» στο κοινό;
Όχι, δεν θεωρώ ότι έπρεπε να δικαιολογούνται. Γενικά θεωρώ ότι πρέπει να τοποθετήσω τα πράγματα στη σκηνή και ο θεατής να αναγνωρίσει αυτά που τον ενδιαφέρουν. Δεν θέλω ποτέ το έργο που κάνω να είναι κλειστό και κατασκευασμένο.

Δεν νιώθεις καμία δέσμευση να υπηρετείς με μεγαλύτερη συνέπεια τον χορό ή τον λόγο;
Δεν νιώθω ότι έχω καμία δέσμευση. Νιώθω ότι πρέπει να κάνω αυτό που εκφράζει εμένα κι όσους είναι γύρω μου εκείνη τη στιγμή για να δημιουργήσουμε μια παράσταση.

Ακόμα κι αν αυτό που βγαίνει προς τα έξω είναι ένα πυροτέχνημα;
Ναι, γιατί τι κακό έχει ένα πυροτέχνημα; Θέλω να πω, μέσα σε μια πορεία υπάρχουν πράγματα που δικαιολογούνται απολύτως, και πράγματα που δεν πρέπει να δικαιολογηθούν. Υπάρχουν στιγμές πολύ βαθιές που δεν μπορείς να τις ανακαλύψεις και στιγμές που μοιάζουν πυροτεχνήματα. Αν δεν υπήρχε αυτό, θα ήταν μια φλατ γραμμή χωρίς παλμούς που δεν με ενδιαφέρει. Οι εξάρσεις αυτές που μπορεί να μην δικαιολογούνται ή που μπορεί να μην επικοινωνούν με τους θεατές είναι το δικό μου στοιχείο. Αν τα θεωρούν πυροτεχνήματα, δεν με ενδιαφέρει. Μου αρέσουν τα πυροτεχνήματα.

Αυτό δεν δείχνει μια έπαρση;
Δεν λέω ότι δεν με ενδιαφέρει τι θα πεις εσύ ή κάποιος άλλος. Απλώς είναι αδύνατον να εκφράσω την άποψη εκατό ή χιλίων θεατών.

Αυτό που λέω είναι ότι την ώρα που βλέπουμε πυροτεχνήματα άλλοι ιδροκοπούν για το μεγάλο θέατρο…
Κι εγώ ιδροκοπώ. Όταν κάνω μια παράσταση αφοσιώνομαι είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο. Γιατί για μένα η ζωή μου είναι αυτό. Είτε κάνω τα «Κόκκινα φανάρια», είτε τη «Σεβάς», είτε τον «Καρυοθραύστη», είτε τώρα το «Ντυμένοι γυμνοί». Με απασχολεί ολοκληρωτικά και όλα κινούνται γύρω απ’ αυτό. Οτιδήποτε έχω κάνει που δεν έχει σχέση με το θέατρο ή τον χορό μ’ έχει βοηθήσει να κάνω το θέατρο και τον χορό όπως τα κάνω και μπορώ να τα κάνω.

Στο θέατρο είσαι τελείως αυτοδίδακτος;
Ναι, γιατί το θέατρο ήρθε μέσα από τον χορό. Μέσα από τη σωματικότητα και τη σωματοποίηση του χορού. Μέσα από τον τρόπο που κινήθηκαν τα σώματα, μέσα από την ένταση, μέσα από τη σιωπή. Μέσα απ’ όλα αυτά γεννήθηκε το θέατρο. Δηλαδή προστέθηκαν λέξεις.

Όπου πάλι κυριαρχεί η εικόνα. Όπως έγινε στα «Κόκκινα φανάρια».
Σε ό,τι κι αν κάνω θα είναι κυρίαρχη η εικόνα, γιατί η εικόνα είναι που πάντα με ενδιαφέρει. Θέλω ένα κάδρο το οποίο εμένα μου φαίνεται άψογο κι όπου συνυπάρχουν το συναίσθημα, το χιούμορ, η ειρωνεία, η ανατροπή.

Έχεις διανύσει μια εντυπωσιακή διαδρομή, από το χοροθέατρο στην Eurovision κι από την Επίδαυρο μέχρι τα μπουζούκια. Πώς συνδέονται όλα αυτά;
Καταρχάς απευθύνονται σε ανθρώπους. Έχουν κοινό αποδέκτη τον θεατή. Αυτός που πάει στην Επίδαυρο μετά πάει και στα μπουζούκια. Είναι 100% βέβαιο. Το ξέρω, το έχω δει.

Μου περιγράφεις μιαν εποχή που δεν δικαιώθηκε καθόλου…
Για μένα αυτό που είναι σημαντικό, ο τρόπος που διαμορφώθηκε η ζωή μου κι αυτό που κάνω, είναι το ηλιοβασίλεμα και η ανατολή. Δηλαδή το φως και το σκοτάδι. Το θέατρο και ο χορός είναι το σκοτάδι και όλα τα υπόλοιπα, η μουσική, οι τραγουδίστριες, η νύχτα, η εκτόνωση, είναι το φως. Είναι εκεί που θα κάνεις κάτι και θα δημιουργήσει την ένταση της στιγμής. Αυτό που έλεγες πυροτεχνήματα. Αν και το πυροτέχνημα δεν με ενδιαφέρει πια, βρήκε τη δημιουργική του διέξοδο. Αλλά αν η μια πλευρά είναι το πυροτέχνημα, η άλλη πλευρά είναι η κάθοδος στον Άδη. Η μια είναι η πάλη με τον θάνατο και η άλλη η πάλη με τη ζωή. Έτσι έχω χωρίσει τα πράγματα: στο να διασκεδάζω, να γελάω, να φτιάχνω κάτι με χιούμορ ή με παράξενες εικόνες, μη αναμενόμενες από το κοινό των κέντρων που δεν τις έχει συνηθίσει, κι από την άλλη είναι το θέατρο και η αγωνία του «γιατί ζω», «γιατί η χώρα μου είναι έτσι», «γιατί δεν είναι αλλιώς».

Τότε γιατί νομίζω ότι εξέφρασες ιδανικά την ανάλαφρη εποχή του lifestyle;
Αυτό είναι δικό σου θέμα. Εγώ δεν πίστεψα ποτέ στις επιταγές της εποχής αυτής. Ούτε πιστεύω ότι η εποχή ήταν «ανάλαφρη». Κάποιοι την εξέλαβαν ως τέτοια. Αν φαινόμουν προϊόν του lifestyle ήταν γιατί αγαπούσα τη μόδα, τη μουσική, την εικόνα. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα πίστεψα. Δεν πίστεψα ότι μπορούσα να έχω περισσότερα απ’ ό,τι μπορούσα. Από τη στιγμή που άρχισα να δουλεύω, δεν έκανα τίποτε άλλο από το να δουλεύω.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.