18/01/2019 06:40:13
7.6.2010

Γιώργος Νανούρης

Γιώργος Νανούρης - Media

Συνέντευξη στη Ναταλί Χατζηαντωνίου

Ανήκει στη γενιά των 30 και κάτι. Δεν φαίνεται περισσότερο από 28. Ίσως γιατί διατηρεί τον εφηβικό ενθουσιασμό και το πείσμα να κάνει δεκάδες δημιουργικά πράγματα ταυτόχρονα. Πρωτίστως όμως να κάνει θέατρο, ακόμα και με ελάχιστα μέσα. Κι αυτός ο προσωπικός κόπος που προϋποθέτουν τα ωραία πράγματα, μάλλον, αφορά και στην καθημερινότητα του Γιώργου Νανούρη. Γι’ αυτό λέει με τόσο ενθουσιασμό πόσο φροντίζει τα φυτά που μεγαλώνουν στη βεράντα τού σπιτιού του στην πλατεία Βικτωρίας. Με ανάλογο τρόπο, μιας απολύτως προσωπικής εμπλοκής, κάνει και θέατρο. Δεν σκηνοθετεί  μόνο, δημιουργία σχετικά όψιμη του ανθρώπου που πρώτα γνωρίσαμε ως ηθοποιό. Είναι πρόθυμος να εμπλακεί σε όλη τη διαδικασία της προετοιμασίας, γεγονός που μπορεί να σημαίνει ότι βάφει ακόμη και τα σκηνικά ή επενδύει μουσικά την παράσταση. Με μία παραγωγή low budget, αλλά αντιστρόφως ανάλογης (high) ποιότητας, με το συγκλονιστικό «Εδώ» δηλαδή, και με τις εξομολογήσεις οκτώ μεταναστών, πρωτοσυστήθηκε σκηνοθετικά το 2008, όταν επιβιβάστηκε για πρώτη φορά στο Τροχόσπιτο του Φεστιβάλ Αθηνών. Σ’ αυτό επιστρέφει και φέτος (7 και 8/6 στο Θησείο), αφού μεσολάβησε μία ακόμα επιτυχία με την «Πέτρα της Υπομονής», με ένα θέαμα πολύ πιο ανάλαφρο: Το καινούριο βαριετέ «Μια νύχτα χάρισμά σου» συγκεντρώνει 20 μουσικούς και ηθοποιούς σε απρόβλεπτους ρόλους και κοινή απόφαση την αφιλοκερδή τους συμμετοχή, υπέρ του κοινού.

Πώς θα είναι αυτή η παράσταση;

Γ.Ν.: Ήταν ιδέα του Φεστιβάλ να είναι ένα είδος βαριετέ, όπου κάθε καλλιτέχνης θα κάνει κάτι που θέλει, ώστε να περνάει και ο ίδιος καλά κι ο κόσμος. Θα είμαστε καμιά 20ριά μουσικοί και ηθοποιοί. Σχεδόν όλοι θα τραγουδήσουν, μερικοί θα παίξουν μουσική, άλλοι θα πουν κάποια κείμενα και γενικά όλοι θα επιχειρήσουν να κάνουν πράγματα στα οποία δεν τους έχουμε συνηθίσει. Π.χ. η Μελίνα Τανάγρη θα πει ένα απόσπασμα από την «Ψεύτρα» του Κοκτό και θα τραγουδήσει, ο Χρήστος Λούλης θα ερμηνεύσει ένα τραγούδι κάντρι μόνος με την κιθάρα του, η Όλια Λαζαρίδου θα τραγουδήσει...

Πώς είναι η αντισυμβατική σκηνική εμπειρία του Τροχόσπιτου;

Γ.Ν.: Δημιουργεί ένα αλλιώτικο άγχος και ταυτόχρονα μια άλλη χαλαρότητα. Οι περαστικοί σταματούν, χαζεύουν, άλλοι δεν καταλαβαίνουν τι γίνεται. Το αποτέλεσμα είναι συνεπώς, μ’ έναν τρόπο, διαδραστικό. Και ο ηθοποιός δεν έχει την ασφάλεια της κλειστής σκηνής - γνωρίζει ότι είναι έξω στην πόλη. Οπότε όλο αυτό τον λύνει διαφορετικά και απαιτεί μια διαφορετική εγρήγορση για να αντιμετωπίσει οτιδήποτε απρόβλεπτο: από ένα κορνάρισμα, μέχρι ένα παιδάκι που πετάγεται στη σκηνή - πράγμα που παλιότερα μας είχε συμβεί.

Πάντα αναρωτιόμουν γιατί σ’ αυτή την πόλη που έχει τόσο κατάλληλο κλίμα δεν γίνονται περισσότερες, παρόμοιες, υπαίθριες εκδηλώσεις.

Γ.Ν.: Γιατί πριν να βγει κάτι στο δρόμο, πρέπει να αντιμετωπίσει έναν γραφειοκρατικό κυκεώνα: Άδειες από το δήμο, τις αρχαιολογικές υπηρεσίες, την αστυνομία. Επίσης υπάρχει το πρόβλημα της φύλαξης. Το σκηνικό ή εν προκειμένω το τροχόσπιτο, πρέπει κάπου να παραμένει το βράδυ και, άρα, οφείλεις να πληρώσεις ανθρώπους να το φυλάνε. Τελικά το κόστος αποδεικνύεται πολύ μεγαλύτερο, απ’ ό,τι μπορεί να φανταστεί ο κόσμος. Κι επειδή είναι ούτως ή άλλως οι τεχνικές συνθήκες δύσκολες (δεν μπορείς να ‘χεις τα φώτα ή τον ήχο που θέλεις), δεν μπορείς και να το κάνεις συχνά.

Τουλάχιστον αυτό το διήμερο κάνετε κάτι χαρούμενο, πράγμα που, όπως υπαινίσσεται το Φεστιβάλ, δεν το επιδιώξατε τυχαία.

Γ.Ν.: Το τροχόσπιτο έβγαινε και τα προηγούμενα χρόνια δωρεάν για τον κόσμο, πόσο μάλλον φέτος που υπάρχει τέτοια ανάγκη. Αλλά και επειδή ακριβώς υπάρχει δυσκολία, μελαγχολία ή και αγανάκτηση, ο ρόλος των καλλιτεχνών είναι να κάνει τον κόσμο να ξεχαστεί• όχι να ξεχάσει, να ξεχαστεί για λίγο, να χαμογελάσει και ύστερα να ξαναγυρίσει στη ζωή του. Εμείς δεν κάνουμε τίποτα περισσότερο από αυτό. Και δείχνουμε κιόλας, με την αφιλοκερδή μας συμμετοχή, ότι «μπορεί φέτος να μην έχουμε λεφτά, δεν θα κάτσουμε όμως και στο σπίτι μας».

Αρκετός κόσμος λέει, όμως, ανησυχητικά συχνά, ότι το πρώτο που θα περικόψει είναι το θέατρο, τα βιβλία, τις συναυλίες ή τις εξόδους σε μουσικές σκηνές.

Γ.Ν.: Ελπίζω να κόψει αντίστοιχα και τα μπουζούκια και τις καφετέριες. Γιατί, εγώ, γυρίζοντας στην πόλη, τα βλέπω γεμάτα. Απ’ την άλλη βέβαια, δεν είμαι αυτός που θα πει στον άλλο τι πρέπει να τον ευχαριστεί περισσότερο. Ίσως κι όλο αυτό να λειτουργεί αμυντικά. Να λες στην αρχή «θα κόψω τα μπουζούκια» και ύστερα «όχι θα βγω να τα σπάσω».

Η τέχνη μπορεί να τα βγάλει πέρα, παρά τις δυσκολίες;

Γ.Ν.: Απ’ ό,τι δείχνει μπορεί. Το «πώς» είναι ένα άλλο θέμα. Το αν δηλαδή εγώ θα κουράζομαι πενταπλάσια, γιατί θα πρέπει να κάνω τη δουλειά άλλων πέντε ανθρώπων που δεν θα είχα να τους πληρώσω, είναι δικό μου θέμα κι όχι του θεατή. Όποιος πληρώνει για να ’ρθει, θέλει να δει κάτι άρτιο. Οπότε ναι, γίνεται τέχνη με λιγότερα. Αλλά επειδή μπορεί να γίνει, δεν σημαίνει κι ότι έτσι πρέπει να γίνεται πάντα.

Εσείς δοκιμαστήκατε σε πολλά και διάφορα. Περάσατε π.χ. κι από τη «Σπείρα-Σπείρα». Αυτό τι μαθητεία ήταν;

Γ.Ν.: Ακριβώς αυτό: μαθητεία. Γιατί ο Κραουνάκης είναι δάσκαλος και μάλιστα μοναδικός στο είδος που κάνει. Θα ευχόμουν να βρω κι άλλους τέτοιους δασκάλους. Γιατί αυτή είναι η δουλειά μου• να μπορώ να δουλεύω με ανθρώπους που θα με μάθουν κι άλλα, θα μου ξεκλειδώσουν περισσότερα. Όσο για το αν κάνω πολλά και διάφορα, αυτό έχει να κάνει με την προσωπικότητά μου.

Ο Κραουνάκης εγγυάται την «ασφάλεια» της ομάδας του. Όταν όμως κάποιος φεύγει, πώς είναι εκεί έξω;

Γ.Ν.: Εγώ και πριν τη «Σπείρα» έξω ήμουν. Εκεί έξω είναι η ζωή μου, ούτως ή άλλως. Του χρόνου π.χ. μπορεί να πάω να συνεργαστώ με κάποιον, μετά να ξαναφύγω και έτσι γίνομαι πλουσιότερος.

Δεν αισθάνεστε την ανάγκη να έχετε μια «τέντα» πάνω απ’  το κεφάλι σας;

Γ.Ν.: Αν προσπαθήσω να βρω ένα τρόπο να αισθάνομαι ασφαλής, ξέρω ότι θα χάσω το παιχνίδι. Εξ ορισμού η δουλειά μας εμπεριέχει την ανασφάλεια. Κι αυτή είναι που σε κάνει να προσπαθείς να γίνεσαι καλύτερος. Διαφορετικά παύεις να ψάχνεις.

Και η «ασφάλεια» επιλογής στρατοπέδου μεταξύ των δύο που κυριαρχούν στο ελληνικό θέατρο; Εννοώ σχηματικά τον «κλασικισμό» και τον αποδομητικό «εκσυγχρονισμό»...

Γ.Ν.: Σ’ αυτή τη δουλειά έχω, δόξα τω Θεώ, πολλούς φίλους. Αλλά νιώθω και πολύ μόνος ακριβώς επειδή δεν ανήκω σε κανένα στρατόπεδο. Θέλω ως καλλιτέχνης να μπορώ να κάνω κάθε φορά ό,τι έχω ανάγκη τη συγκεκριμένη περίοδο. Μια περίοδο μπορεί να θέλω να κάνω πειραματικό θέατρο, μια άλλη να θέλω να κάνω τηλεόραση. Δεν μπορώ να είμαι ηθοποιός-δημόσιος υπάλληλος.

Δοκιμάσατε πράγματι και την τηλεόραση. Εμφανιζόσασταν στο καθημερινό σίριαλ της Έλενας Ακρίτα «Μυστικά της Εδέμ».

Γ.Ν.: Τηλεόραση είχα ξανακάνει στην ΕΡΤ πριν από οκτώ χρόνια. Δεν λέω «όχι» στην τηλεόραση. Λέω όμως «όχι» σε ορισμένες δουλειές που γίνονται εκεί. Αν κάτι μου αρέσει, θα το κάνω. Δεν διαλέγω με κριτήριο το μέσο ούτε και τη συχνότητα προβολής. Κοιτάζω πόσο καλοφτιαγμένο είναι κάτι και ποιοι είναι οι άνθρωποι που το υποστηρίζουν. Κι ευτυχώς, σας ξαναλέω, έχω τη μεγάλη τύχη να έχω κάνει φίλους σ’ αυτή τη δουλειά.

Σ’ ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον, οι φιλίες δεν είναι εύκολες.

Γ.Ν.: Σίγουρα υπάρχει κι ανταγωνισμός. Αλλά δεν υπάρχει μόνον αυτός. Ανάλογα με το ποιος είσαι εσύ, έλκεις και τους αντίστοιχους ανθρώπους.

Αισθάνεστε ότι οι καλλιτέχνες της γενιάς σας είναι, με έναν τρόπο, αδικημένοι; Ότι απαιτούνται πολλά από εσάς και προσφέρονται λίγα, συγκριτικά με τους παλαιότερους ηθοποιούς;

Γ.Ν.: Ποτέ δεν κάνω συγκρίσεις με το παρελθόν. Είναι μια άλλη εποχή που μπορεί να είχε τα καλά της, σίγουρα όμως θα είχε και τα κακά της. Οπότε τι νόημα έχει να συγκρίνομαι με ό,τι δεν έχω ζήσει; Γι’ αυτό δεν θεωρώ ότι είμαστε αδικημένοι. Δηλαδή ποιος μας αδίκησε; Δεν θεωρώ ότι η ζωή μού χρωστάει κάτι. Νομίζω, όμως, ότι ο καθένας μας πρέπει να προσπαθεί για το καλύτερο, ειδικά τώρα που οι προσλαμβάνουσες είναι πάρα πολλές• οποιοσδήποτε μπορεί πια να δει τι γίνεται σ’ όλο τον κόσμο. Η υπερπληροφορία απαιτεί συνεπώς από μας να γινόμαστε όλο και καλύτεροι, «κυκλώνοντας» την τέχνη μας με όλους τους τρόπους.

Η γενιά σας κατηγορήθηκε ως απολιτίκ. Εσείς είστε;

Γ.Ν.: Είμαι λίγο απολιτίκ, αλλά δεν ξέρω αν πρέπει να κατηγορηθώ γι’ αυτό. Αυτή τη στιγμή βλέπουμε ότι το μόνο που ήθελαν όλοι ανεξαιρέτως οι πολιτικοί, ήταν να βάλουν τα λεφτά στην τσέπη τους. Το έκαναν απροκάλυπτα, ούτε καν κάτω από το τραπέζι. Και δεν τιμωρήθηκαν. Γιατί λοιπόν να τους εμπιστευτώ;

Η τέχνη, παρόλα αυτά, μοιάζει εδώ και μία διετία να ανακαλύπτει ξανά τον πολιτικό λόγο.

Γ.Ν.: Όταν βλέπεις ότι οι καλλιτέχνες αρχίζουν να μιλάνε για πράγματα που αφορούν στην καθημερινότητα, σημαίνει ότι υπάρχει μια αγανάκτηση που απαιτεί να εκφραστεί και μια ανάγκη να βρούμε γιατί συμβαίνει ό,τι συμβαίνει. Αυτή τη στιγμή, είναι τόσο μεγάλη η ταραχή, που, όλοι έχουμε την ανάγκη να πούμε ή να κάνουμε κάτι γι’ αυτό.

Για τη νεότερη γενιά που ήταν μέχρι πρότινος αυτή των «700 ευρώ» κι από δω και πέρα θα είναι η «γενιά των 530 ευρώ», τι έχετε να πείτε;

Γ.Ν.: Ότι μοιραία θα προσαρμοστούμε όλοι. Κι ότι μοιραία θα πρέπει, για να ζούμε κανονικά - και όχι εύπορα - να κάνουμε πάρα πολλά πράγματα. Κανείς δεν θα μπορεί πια να ζήσει με μία δουλειά. Αν δεν αλλάξει η κατάσταση, νομίζω ότι απλώς θα μάθουμε να ζούμε μ’ αυτήν.

Χωρίς να εξοργιζόμαστε ή να μελαγχολούμε;

Γ.Ν.: Αυτά τα συναισθήματα τα περάσαμε όλοι μας. Τα διαδέχτηκε, όμως, ένα πείσμα. Τουλάχιστον εμένα αυτό μου συμβαίνει. Είπα, «δεν θα με πάρει από κάτω. Θα πεισμώσω και θα αντεπιτεθώ». Κι αυτό προσπαθώ να κάνω με όλες μου τις δυνάμεις. Προσπαθώ να βγω στην επιφάνεια, να μην βυθιστώ κι άλλο.

Οι νέοι άνθρωποι βγήκαν ωστόσο στους δρόμους. Γι’ αυτή την οργισμένη αντίδραση που ξεκίνησε από τα «Δεκεμβριανά» τι σκέφτεστε;

Γ.Ν.: Όχι μόνο την κατανοώ, αλλά έχω πάει κι εγώ σε καθιστική διαμαρτυρία. Καθιστική γιατί είμαι κατά των βανδαλισμών. Δεν μας φταίει σε τίποτε κανενός η περιουσία, πόσο μάλλον η ζωή. Αλλά ναι, ο κόσμος πρέπει να βγει στους δρόμους. Τι άλλο να κάνει;

Η ζωή μας θα επαναπροσδιοριστεί;

Γ.Ν.: Σίγουρα. Ως τώρα είχαμε μάθει να λέμε «λερώθηκε το παπούτσι μου; Πάω να πάρω άλλα». Τώρα θα μάθουμε ότι δεν είναι κακό να πλύνουμε το λερωμένο παπούτσι. Είχαμε κακομάθει. Φωνάζαμε π.χ. για ανακύκλωση και οικολογία. Και θεωρούσαμε ότι αυτό είναι μόνο να μαζέψουμε τα χαρτιά και να τα πάμε στον ειδικό κάδο. Ανακύκλωση είναι όμως και να κάνω μια παράσταση, μεταποιώντας τα ίδια σκηνικά ή χρησιμοποιώντας κοστούμια από το βεστιάριο. 'Η είναι να φορέσω τα ρούχα μου για μια ακόμα σεζόν. Να φάω για δεύτερη μέρα το ίδιο φαγητό. Μακάρι να ξαναδούμε τελικά τις πραγματικές μας ανάγκες.

Εσείς είστε συνηθισμένος στα πενιχρά μέσα…

Γ.Ν.: Πολύ συνηθισμένος, όπως κι οι περισσότεροι καλλιτέχνες που ξέρουν ότι ανά εξάμηνο μπορεί να μείνουν άνεργοι, ή ότι μπορεί να ‘ρθει μια εποχή που δεν θα βρίσκουν καθόλου δουλειά. Δεν σημαίνει, όμως, ότι το έχω επιλέξει απαραίτητα, ούτε ότι είναι καλό, επειδή μου είναι οικείο. Απ’ την άλλη, μοιραία, όταν δεν έχεις budget αλλά θέλεις να δουλέψεις, αναγκάζεσαι να βρεις τρόπους να το κάνεις όπως μπορείς.

Θα επαναπροσδιοριστούν και οι σχέσεις; Θα υπάρξει μεγαλύτερη αλληλεγγύη, τρυφερότητα, ρομαντισμός;

Γ.Ν.: Δεν ξέρω τι θα γίνει. Ξέρω ότι ο ρομαντικός τρόπος λείπει. Και πιστεύω ότι, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, πρέπει να βλέπουμε τα πράγματα λίγο πιο ρομαντικά κι ας μας περνούν οι άλλοι για τρελούς.

Ο ρομαντισμός όμως λείπει κατεξοχήν από τις νέες γενιές. Ελάχιστοι π.χ. επενδύουν στις σχέσεις, ελάχιστοι παντρεύονται, ελάχιστοι παραμένουν παντρεμένοι...

Γ.Ν.: Αυτό δεν οφείλεται σε έλλειψη ρομαντισμού, αλλά στην ανάγκη κατάρριψης μιας κοινωνικής σύμβασης. Στην Ελλάδα ο γάμος ήταν πολύ φορετός από την οικογένεια. Όλοι μεγαλώσαμε με τη φράση «να παντρευτείς και να κάνεις παιδιά». Αλλά αν δεν κάνεις ένα γάμο, δεν σημαίνει ότι δεν μπορείς να έχεις μια ουσιαστική σχέση. Ίσα-ίσα. Και αυτό το «επενδύω» στις ανθρώπινες σχέσεις, ποτέ δεν μου άρεσε. Ο άνθρωπος δεν είναι χρηματιστήριο. Εγώ δεν επενδύω σε τίποτα. Απλώς αγαπάω και αναλαμβάνω το ρίσκο.

Δεν έχετε εγωισμό;

Γ.Ν.: Όλοι έχουμε. Αλλά εκείνο το ρητό που λέει «μην κάνεις στον άλλο, ό,τι δεν θέλεις να σου κάνει», προσπαθώ να το ακολουθώ.

Θα δεχτείτε ακόμα λιγότερα λεφτά;

Γ.Ν.: Εάν δεν μπορώ να κάνω τίποτα άλλο... Η ζωή έτσι κι αλλιώς είναι εδώ. Σήμερα μπορεί να είναι με λίγα λεφτά, αύριο με περισσότερα και μεθαύριο με ακόμα λιγότερα. Δεν ξέρουμε τι θα μας συμβεί. Γι’ αυτό… πείσμα, ζωή και λίγη ταπεινότητα.

Του χρόνου θα επιστρέψετε, στη «Μικρή Χώρα», για να παρουσιάσετε ξανά τη, βασισμένη στο μυθιστόρημα του Ατίκ Ραχίμι, «Πέτρα της Υπομονής». Ισχύει ότι το πρωτοανεβάσατε πέρυσι με το απίστευτο budget των 200 ευρώ;

Γ.Ν.: Των 270 ευρώ για την ακρίβεια. Μας έκανε την παραγωγή ο Γιώργος Λυκιαρδόπουλος που μας παρείχε χώρο και εξοπλισμό. Για τα υπόλοιπα όπως π.χ. αφίσες και φλάιερ, βρήκαμε χορηγούς. Δουλέψαμε στις πρόβες χωρίς να πληρωθούμε. Εγώ έκανα τους φωτισμούς κι έφτιαξα τα σκηνικά, μεταποιώντας υλικά που ήδη υπήρχαν• δεν είχαμε λεφτά για έξτρα βοηθούς, τεχνικούς και συνεργάτες.

Μιλάμε για μια παράσταση με δύο καλούς ηθοποιούς, αλλά κανένα όνομα στη «μαρκίζα». Κι όμως είχατε συνεχή πληρότητα και επιτυχία. Τελικά η «διαφήμιση» με τον παραδοσιακό τρόπο «στόμα-στόμα», επανήλθε αποτελεσματικότερη τα τελευταία χρόνια;

Γ.Ν.: Το «στόμα-στόμα» λειτουργεί πάρα πολύ. Το διαπίστωσα πρώτα στο «Εδώ», που κυρίως έτσι είχε λειτουργήσει, και μετά στην «Πέτρα της Υπομονής». Δεν ξεχνάμε, όμως, ότι παίζουμε σε ένα θεατράκι 60 θέσεων, τρεις φορές την εβδομάδα. Ξέρουμε ότι για τα δικά μας δεδομένα και τον χαμηλό μας προϋπολογισμό είχαμε επιτυχία, αλλά δεν ήταν κάτι τρομερό. Το διευκρινίζω γιατί δεν μου αρέσει όταν κάποιος που κάνει επιτυχία με βάση τα δικά του δεδομένα, αφήνει να εννοηθεί ότι πρόκειται για τεράστιο επίτευγμα. Να βάζουμε τα πράγματα στη θέση τους για να μην παίρνουν τα μυαλά μας αέρα.

Επιτυχία και κόσμο έχουν παραστάσεις σαν και τις δικές σας, έχουν όμως και τα μεγάλα εμπορικά θεάματα όπως το «Κλουβί με τις Τρελές» ή το μιούζικαλ με τη Μαρινέλλα. Είναι ίδιο το κοινό;

Γ.Ν.: Σίγουρα δεν είναι ίδιο, καταρχήν ποσοτικά, γιατί όσους χωράει το «Παλλάς» σε μια βραδιά παίρνει το θεατράκι μας σε μια σεζόν. Κατά τα άλλα ίσως ένα μικρό μέρος του κοινού να πειραματίζεται και βλέπει και το ένα και το άλλο. Οι υπόλοιποι σίγουρα δεν είναι οι ίδιοι.

Του χρόνου θα επιστρέψετε, στη «Μικρή Χώρα», για να παρουσιάσετε ξανά τη, βασισμένη στο μυθιστόρημα του Ατίκ Ραχίμι, «Πέτρα της Υπομονής». Ισχύει ότι το πρωτοανεβάσατε πέρυσι με το απίστευτο budget των 200 ευρώ;

Γ.Ν.: Των 270 ευρώ για την ακρίβεια. Μας έκανε την παραγωγή ο Γιώργος Λυκιαρδόπουλος που μας παρείχε χώρο και εξοπλισμό. Για τα υπόλοιπα όπως π.χ. αφίσες και φλάιερ, βρήκαμε χορηγούς. Δουλέψαμε στις πρόβες χωρίς να πληρωθούμε. Εγώ έκανα τους φωτισμούς κι έφτιαξα τα σκηνικά, μεταποιώντας υλικά που ήδη υπήρχαν• δεν είχαμε λεφτά για έξτρα βοηθούς, τεχνικούς και συνεργάτες.

Μιλάμε για μια παράσταση με δύο καλούς ηθοποιούς, αλλά κανένα όνομα στη «μαρκίζα». Κι όμως είχατε συνεχή πληρότητα και επιτυχία. Τελικά η «διαφήμιση» με τον παραδοσιακό τρόπο «στόμα-στόμα», επανήλθε αποτελεσματικότερη τα τελευταία χρόνια;

Γ.Ν.: Το «στόμα-στόμα» λειτουργεί πάρα πολύ. Το διαπίστωσα πρώτα στο «Εδώ», που κυρίως έτσι είχε λειτουργήσει, και μετά στην «Πέτρα της Υπομονής». Δεν ξεχνάμε, όμως, ότι παίζουμε σε ένα θεατράκι 60 θέσεων, τρεις φορές την εβδομάδα. Ξέρουμε ότι για τα δικά μας δεδομένα και τον χαμηλό μας προϋπολογισμό είχαμε επιτυχία, αλλά δεν ήταν κάτι τρομερό. Το διευκρινίζω γιατί δεν μου αρέσει όταν κάποιος που κάνει επιτυχία με βάση τα δικά του δεδομένα, αφήνει να εννοηθεί ότι πρόκειται για τεράστιο επίτευγμα. Να βάζουμε τα πράγματα στη θέση τους για να μην παίρνουν τα μυαλά μας αέρα.

Επιτυχία και κόσμο έχουν παραστάσεις σαν και τις δικές σας, έχουν όμως και τα μεγάλα εμπορικά θεάματα όπως το «Κλουβί με τις Τρελές» ή το μιούζικαλ με τη Μαρινέλλα. Είναι ίδιο το κοινό;

Γ.Ν.: Σίγουρα δεν είναι ίδιο, καταρχήν ποσοτικά, γιατί όσους χωράει το «Παλλάς» σε μια βραδιά παίρνει το θεατράκι μας σε μια σεζόν. Κατά τα άλλα ίσως ένα μικρό μέρος του κοινού να πειραματίζεται και βλέπει και το ένα και το άλλο. Οι υπόλοιποι σίγουρα δεν είναι οι ίδιοι.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.