18/01/2019 23:02:02

Το χρηματιστήριο πήρε... ανάποδες

Το χρηματιστήριο πήρε... ανάποδες - Media

Ο φόβος των ξένων για πολιτική αβεβαιότητα συντήρησε την καθοδική τροχιά

Πριν από 15 ημέρες, όταν όλος ο επικοινωνιακός μηχανισμός της κυβέρνησης θεωρούσε προεξοφλημένο ένα ανοδικό «φίνις» του χρηματιστηρίου μέχρι τις εκλογές, το «Π» ήταν από τα λίγα ΜΜΕ που προειδοποιούσαν ότι κάτι τέτοιο δεν επρόκειτο να συμβεί.

Η στημένη έξοδος στις αγορές και τα υπερβολικά κεφάλαια που ζητούν οι ελληνικές επιχειρήσεις διαμόρφωσαν ένα περιβάλλον αστάθειας, ενώ οι ημέρες που ακολούθησαν επιβεβαίωσαν τις προσεκτικές εκτιμήσεις.

Η κάθοδος συνεχίστηκε, όμως, μια και σε αυτούς τους λόγους προστέθηκε η πολιτική παράμετρος. Οι ξένοι που ελέγχουν πλέον σε μεγάλο βαθμό το χρηματιστήριο βλέπουν την πολιτική κατάσταση στη χώρα να εξελίσσεται με μεγάλη αβεβαιότητα. Και η πολιτική αβεβαιότητα είναι αυτή που συντήρησε την καθοδική τροχιά στο χρηματιστήριο όλη την περασμένη εβδομάδα, καθώς και στις αρχές της τρέχουσας. Επιβεβαιώνοντας με τον καλύτερο τρόπο ότι η πολιτική κατάσταση δεν ανταποκρίνεται στη… χαλαρή ήττα που θέλει να πουλήσει η κυβέρνηση, και κυρίως ότι ο Σαμαράς μάλλον δεν τη «βγάζει»…

Εκ του ασφαλούς

Στο τι είναι αυτό που οδήγησε στην πτώση του χρηματιστηρίου, με τον γενικό δείκτη να πέφτει από τις 1.342,75 μονάδες στις αρχές Απριλίου σε επίπεδα κάτω των 1.160 στις αρχές της εβδομάδας, η απάντηση είναι απλή και επικεντρώνεται στην επανατοποθέτηση των ξένων κεφαλαίων από τις «μεγάλες» μετοχές στο ασφαλές καταφύγιο των τραπεζών που εγγυάται ο Ντράγκι, ακριβώς λόγω της μετεκλογικής πολιτικής αβεβαιότητας που εκτιμούν για τη χώρα.

Πράγματι, οι αναλύσεις των περισσότερων ξένων οίκων βλέπουν ότι μετά την 25η Μαΐου τα νούμερα μπορεί να μην «σηκώνουν» την κυβέρνηση. Ακόμη κι όσοι δεν είχαν κάνει τόσο προωθημένες αναλύσεις μάλλον… πείστηκαν ακούγοντας τον Βενιζέλο να εκβιάζει την ψήφο των ΠΑΣΟΚων, απειλώντας και τον κυβερνητικό συνασπισμό με εγκατάλειψη. Και βέβαια τα ξένα κεφάλαια, σταθμίζοντας την κατάσταση, παίρνουν και τις κατάλληλες προφυλάξεις.

Η… «πηγή του κακού» βρίσκεται στα τέλη Μαρτίου, μια περίοδο μεγάλων και σημαντικών οικονομικών ειδήσεων (που παίχτηκαν από την κυβέρνηση εξόχως πολιτικά), όπως η «έξοδος στις αγορές», το... πρωτογενές πλεόνασμα, ταυτόχρονα με την έναρξη διαμόρφωσης του νέου τραπεζικού χάρτη με τις αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου των συστημικών τραπεζών.

Η πραγματικότητα είναι ότι – όπως εξηγούσε το «Π» – το χρηματιστήριο είχε «ήδη προεξοφλήσει την έξοδο στις αγορές, η οποία ήταν και ο κεντρικός μοχλός για το τελευταίο ανοδικό σερί στις αρχές Απριλίου». Αντίθετα η «επίσημη» ανακοίνωση της εξόδου του Δημοσίου για τον δανεισμό συνέπεσε με τη διαπίστωση ότι το προσεχές διάστημα η Ελλάδα θα ζητήσει από τους ξένους επενδυτές περισσότερα από 10 δισ. ευρώ, τόσο για τον μελλοντικό δανεισμό του Δημοσίου όσο και για τις αυξήσεις των τραπεζών, αλλά και τις εκδόσεις ομολόγων μεγάλων επιχειρήσεων.

Έτσι, το πρώτο πτωτικό σερί του Χ.Α. εστιάστηκε γύρω από το ερώτημα «πού θα βρεθούν τα 10 δισ.». Καθώς τα κεφάλαια δεν «ήρθαν» από το εξωτερικό (σ.σ.: ακριβώς λόγω της αβεβαιότητας για το κυβερνητικό μέλλον της χώρας), αντλήθηκαν από την εσωτερική δεξαμενή και δη από τις μετοχές στις οποίες είχαν τοποθετηθεί από καιρό οι ξένοι και οι οποίες έχουν ήδη βγάλει μεγάλα κέρδη. Έτσι, λοιπόν, εξηγείται όλη η νευρικότητα στο Χ.Α., όπως και οι πωλήσεις σε μεγάλες (τις λεγόμενες «δεικτοβαρείς») μετοχές, όπως ο ΟΠΑΠ, ο ΟΤΕ, η ΔΕΗ κ.ά. Δεν είναι τυχαίο πως οι πρώτες ρευστοποιήσεις (κυρίως) ξένων χαρτοφυλακίων σε μετοχές των ΟΤΕ, ΟΠΑΠ, ΔΕΗ ξεκίνησαν αρχές Απριλίου για να ακολουθήσουν άλλοι δύο γύροι πωλήσεων από τις 22-23.4 και 30.4-2.5 μέχρι τα χαμηλά της περασμένης Παρασκευής.

Τραπεζοβαρές...

Τα περισσότερα κεφάλαια των ξένων οδηγήθηκαν στις αυξήσεις των τραπεζών (όπου και εκεί υπάρχει πολύ παρασκήνιο) με το χρηματιστήριο – ύστερα από μια επενδυτική «άνοιξη» – να ξαναγίνεται… τραπεζοβαρές: ήδη η κεφαλαιοποίηση των τεσσάρων συστημικών τραπεζών φτάνει σχεδόν τα 30 δισ. ευρώ με τη βαρύτητα του κλάδου έναντι των υπολοίπων να διαμορφώνει το κλίμα στην αγορά. Και βέβαια να υπογραμμίζει και τη μεγάλη αλλαγή, με τους ξένους να κυριαρχούν και τους Έλληνες να υποχωρούν.

Τα «ξένα κεφάλαια» έχουν αγοράσει κοντά στα 8-9 δισ. ευρώ μετοχές τραπεζών και συμμετέχουν με τον ακόλουθο τρόπο σε αυτές:

◆ Με 43% στο μετοχικό κεφάλαιο της Εθνικής (το ποσοστό του ΤΧΣ στο 57%) με τιμή αγοράς στα 2,20 ευρώ (σημειώνεται ότι πέρυσι το ΤΧΣ είχε καλύψει με τιμή πρόσκτησης στα 4,30 ευρώ).
◆ Με 65% στο μετοχικό της Eurobank (στο 35% περιορίζεται η συμμετοχή του ΤΧΣ) με τιμή αγοράς στα 0,31 ευρώ.
◆ Με 33% στην Τράπεζα Πειραιώς (το ΤΧΣ βρίσκεται στο 67%) με τιμή πρόσκτησης 1,71 ευρώ.
◆ Με 31% στην Alpha Βank (ΤΧΣ στο 69%) και τιμή στα 0,65 ευρώ.

Τα 8,3 δισ. ευρώ, που «μπήκαν» στις αυξήσεις κεφαλαίου των Alpha Bank, Πειραιώς, Eurobank και Εθνικής, αντιστοιχούν περίπου στο 5% του ΑΕΠ. Σαν διαδικασία, πριν από μερικούς μήνες θα ήταν αδιανόητη. Για τους τραπεζίτες αποτέλεσε μια ξεκάθαρη ψήφο εμπιστοσύνης. Την ίδια στιγμή είναι και μία πρωτοφανής και για τα ευρωπαϊκά δεδομένα «αφαίμαξη» κεφαλαίων και ρευστότητας, και αναμφίβολα η μεγαλύτερη που έχει συμβεί ποτέ στο ελληνικό χρηματιστήριο.

Οι παρενέργειες από αυτήν είναι ενδεικτικές στις άλλες μετοχές. Ενδεικτικότατη όμως είναι και η πρακτική των κεφαλαίων να βρουν ασφαλές ελληνικό καταφύγιο μέχρι να ξεκαθαρίσει το πολιτικό σκηνικό και να ξέρουν με ποιον θα έχουν να κάνουν. Μέχρι τότε η στέγη του Μάριο Ντράγκι θα είναι ιδιαίτερα στοργική. Και για να υπάρχει μία πλήρης εικόνα, δεν θα πρέπει να διαφεύγει την προσοχή μας ότι μια απλή σύγκριση με τις τρέχουσες τιμές αρκεί για να δείξει ότι τα ξένα κεφάλαια όχι μόνο τοποθετήθηκαν σε ιδιαίτερα χαμηλές τιμές, αλλά έχουν τη δυνατότητα να μειώσουν και άλλο τη μέση τιμή πρόσκτησης σορτάροντας ταυτόχρονα την αγορά.

Άλλη μια σημαντική «λεπτομέρεια» είναι ότι οι αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου των τραπεζών είναι συστημικές. Δηλαδή αφορούν τα οικονομικά και τα λογιστικά των ίδιων των ιδρυμάτων και προς το παρόν δεν είναι σε θέση από μόνες τους να προσφέρουν ρευστότητα στην πραγματική οικονομία. Κάτι που σημαίνει ότι και ο όλος χειρισμός αφορά «εσωτερικές υποθέσεις» μακριά από οποιοδήποτε όφελος για τον κόσμο. Με δυο λόγια, οι τραπεζίτες διασφαλίζουν τα του οίκου τους και παράλληλα προσφέρουν σε αυτούς που τους εξασφαλίζουν ένα καταφύγιο μέχρι νεωτέρας…

Πετούν… γύπες

Στις παρενέργειες από την ανατοποθέτηση των ξένων κεφαλαίων θα πρέπει να περιληφθεί και η προσέλκυση πολλών κερδοσκοπικών κεφαλαίων (vulture funds), όπως φάνηκε ιδιαίτερα στην περίπτωση της Eurobank, κάτι που η ελληνική αγορά ήθελε να αποφύγει. Πώς να το αποφύγει όμως όταν οι χαμηλές τιμές, στις οποίες διενεργήθηκαν οι τραπεζικές αυξήσεις προκειμένου να... δελεάσουν τα ξένα κεφάλαια, δελεάζουν ως επί το πλείστον τα «κοράκια»;

Σε αυτό το περιβάλλον ήταν απόλυτα αναμενόμενο να την πληρώσουν οι μεγάλες μετοχές (όπως η ΔΕΗ, ο ΟΤΕ και ο ΟΠΑΠ), που βρέθηκαν στο επίκεντρο πωλήσεων όλη την περασμένη εβδομάδα, αλλά και τη Δευτέρα. Με τη σταθερή πτώση των τριών αυτών μετοχών ήταν αναμενόμενο να επηρεαστούν και οι υπόλοιπες σημαντικές μετοχές.

Τόσο η μεγάλη και απρόσμενη πτώση της περασμένης Παρασκευής όσο και αυτή της Δευτέρας, που ακολούθησε τη δημοσιοποίηση των τελευταίων γκάλοπ, καταδεικνύει τη σημασία της «πολιτικής παραμέτρου» για το Χ.Α. Και αυτό με τη σειρά του, ανεξάρτητα από τα παιχνίδια των ξένων με τις τράπεζες, δείχνει ότι το πολιτικό παιχνίδι δεν έχει καταλήξει, όπως υποστηρίζουν στην κυβέρνηση, με μια ελεγχόμενη ήττα. Αντίθετα, δείχνει μόλις να ξεκινά…

Γιατί επιμένουν στο ξεπούλημα
 
Διευρύνεται ο κύκλος της αμφισβήτησης για την πολιτική τού πάση θυσία ξεπουλήματος της ελληνικής επιχειρηματικής περιουσίας. Εκτός από τις θεωρητικές διαφωνίες, που εκφράζονται πλέον και επώνυμα, σειρά παίρνουν τα οικονομικά δεδομένα, που δείχνουν ότι σε πολλές περιπτώσεις υπάρχουν ισχυρά στοιχεία «ανάταξης», επαρκή για να δικαιολογήσουν την παραμονή στο κράτος και μάλιστα με κέρδη!

Ο Γιώργος Ανωμερίτης, πρόεδρος του ΟΛΠ, έχει ταχθεί πολλές φορές «απέναντι» στην ιδιωτικοποίηση του λιμανιού του Πειραιά, τουλάχιστον με τον τρόπο που επιχειρείται. Φέτος, τον υποστηρίζουν και τα λογιστικά. Όπως φάνηκε από τον απολογισμό του 2013, που παρουσιάστηκε πριν από μερικές ημέρες, στη διάρκεια του περασμένου έτους ο ΟΛΠ:

◆ Αύξησε τα προ φόρων κέρδη του κατά 30%.
◆ Αύξησε τα μετά από φόρους κέρδη του κατά 12,1%.
◆ Μείωσε τα έξοδα διοικητικής λειτουργίας του κατά 3%.
◆ Αύξησε τα ταμειακά του διαθέσιμα κατά 177%, με συνέπεια αυτά να φτάσουν τα 40.624.049 ευρώ.
◆ Κατέβαλε στο ελληνικό Δημόσιο και τα ταμεία φόρους και εισφορές ύψους 21 εκατ. ευρώ.
◆ Μείωσε το κόστος εργασίας ως προς τα έξοδα από 74%, το 2007, στο 52%, το 2013, και με τον τρόπο αυτό κατέστησε το λιμάνι του Πειραιά πλήρως ανταγωνιστικό σε σχέση με τα ευρωπαϊκά λιμάνια.
 
Διαφωνία
 
Στην εποχή της κρίσης που διέρχεται η ελληνική οικονομία πολλές καλοδιοικούμενες ιδιωτικές επιχειρήσεις θα ζήλευαν τα αποτελέσματα αυτά. Κι όμως, στην Ελλάδα του 2014 ο ΟΛΠ είναι στην πρώτη γραμμή των ιδιωτικοποιήσεων με την κυβέρνηση να πανηγυρίζει για τους μνηστήρες που διεκδικούν το λιμάνι, το οποίο εμφανίζεται να θέλει να ξεφορτωθεί όσο - όσο.

Ίσως για τον λόγο αυτό και ο Ανωμερίτης με την ευκαιρία των αποτελεσμάτων δεν έχασε την ευκαιρία να επαναλάβει τη διαφωνία του για τον τρόπο ιδιωτικοποίησης του ΟΛΠ, επισημαίνοντας πως η συντριπτική πλειονότητα των ευρωπαϊκών λιμανιών επιλέγει τη μερική ιδιωτικοποίηση μέσα από μεγάλο αριθμό παραχωρήσεων σε ιδιώτες. Μάλιστα εκτίμησε την καθαρή αξία της τρέχουσας συμφωνίας με την Cosco μεταξύ 800 εκατ. και 1,086 δισ. ευρώ.

Ένα δεύτερο παράδειγμα είναι η ΕΥΔΑΠ. Το νοικοκύρεμα στην εταιρεία την τελευταία διετία είχε τις ακόλουθες θετικές επιπτώσεις στα οικονομικά αποτελέσματα του 2013:
◆ Κέρδη μετά από φόρους ύψους 78 εκατ. ευρώ, σημαντικά αυξημένα από τα 52 εκατ. ευρώ του 2012.
◆ Ισχυρές ελεύθερες ταμειακές ροές (FCFF) ύψους 496 εκατ. ευρώ το 2013, έναντι 65 εκατ. ευρώ το 2012, και εξάλειψη δανεισμού στο τέλος του 2013, έναντι 182 εκατ. ευρώ το 2012.
◆ Ενοποιημένα κέρδη ανά μετοχή 0,73 ευρώ το 2013, έναντι 0,48 ευρώ το 2012.
◆ Προτεινόμενο μέρισμα χρήσης 0,36 ευρώ ανά μετοχή, πλέον διανομή αποθεματικού από αφορολόγητα έσοδα 0,02 ευρώ ανά μετοχή.

Το 2013 αποτέλεσε για την ΕΥΔΑΠ μια χρονιά, στη διάρκεια της οποίας αναλήφθηκαν εκτεταμένες πρωτοβουλίες για την επίλυση μακροχρόνιων θεμάτων που εκκρεμούσαν και καθιστούσαν τις οικονομικές συναλλαγές, τις υποχρεώσεις και τις σχέσεις μεταξύ της εταιρείας και του ελληνικού Δημοσίου ασαφείς. Θα πρέπει να σημειωθεί δε ότι τα κέρδη σημειώθηκαν σε μια χρονιά με μειωμένο τζίρο. Ανάμεσα στους στόχους που επιτεύχθηκαν ήταν η εξάλειψη του δανεισμού, η είσπραξη παλαιών απαιτήσεων και η υιοθέτηση αυστηρότερων πολιτικών για την εξόφληση των μελλοντικών οφειλών τους. Το ερώτημα προφανές: Γιατί μια εταιρεία που νοικοκυρεύεται τόσο καλά πρέπει να πουληθεί για μερικές δεκάδες εκατ. ευρώ;

Αντίστοιχα η ΕΥΑΘ ήταν από τις λίγες κρατικές επιχειρήσεις που «κράτησαν» τα δεδομένα τους όταν όλες οι άλλες κατέρρεαν, ενώ την τελευταία τριετία εμφανίζει κέρδη (από 10 έως 21 εκατ. ευρώ) και παρουσιάζει σταθερή μερισματική απόδοση 2 έως 1,5%. Δεν είναι τυχαίο ότι ο όμιλος της ΕΥΑΘ σημείωσε αύξηση των κερδών μετά φόρων κατά 3,5% το πρώτο τρίμηνο του 2013, παρά τη μείωση του τζίρου κατά 4,71% σε σχέση με το αντίστοιχο περυσινό διάστημα.

Ακόμη και η ROSCO (η εταιρεία συντήρησης σιδηροδρομικού τροχαίου υλικού), που ουσιαστικά έχει αποσχιστεί από τον ΟΣΕ και από τον 15αύγουστο του 2013 λειτουργεί ανεξάρτητα, είχε καλά αποτελέσματα, αφού στο 9μηνο του 2013 έκλεισε με κύκλο εργασιών 21 εκατ. ευρώ και οριακή ζημιά μόλις λίγων χιλιάδων ευρώ.

Θα μας πει κανείς γιατί επιμένουν στο ξεπούλημα;

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.