01/04/2020 15:24:22
16.8.2010

Η σελίδα του λοξού

Η σελίδα του λοξού - Media

◆Η γριά με το ξύλινο πόδι, τη μαύρη φούστα και το ανθρακί μαντίλι να περισφίγγει τον επιμελημένο κότσο. Στο αριστερό χέρι ένα παιδάκι να κρέμεται και στο δεξί μια νάιλον σακούλα.

◆Στην άκρη της αποβάθρας μια αυτοσχέδια στέγη, μια φουφού. Καλαμπόκι και πιο δίπλα τα καραμελένια μαλλιά. Βλέμματα αλλοτινής εποχής, συναυλίες επιστήθιων σκέψεων.

◆Μάτια ανέκφραστα, άδεια. Βήματα να ακροβατούν ανάμεσα στο ξημέρωμα και στο σκοτάδι. Να σκοτωθεί ο χρόνος, να κλείσει ο κύκλος, να ξαναβγεί το κάρβουνο.

◆Στις ημερήσιες εικόνες των δρόμων, ο απεγνωσμένος περίπατος μελαγχολικός και μονότονος σφραγίζει τα σώματα στα συρματοπλέγματα.

◆Και στους μακρινούς τόπους, η στάχτη αφήνει τον πόνο να περισσεύει.

◆Η δυναστεία της φωτιάς επαναφέρει τα σχιστά χαρακτηριστικά του τρόμου και η ιστορία εκδικείται τη ζωή που απλώς αφηγείται τη διαδρομή της.

◆Η αναφορά της αδιαφορίας και η ανθρώπινη υπεροψία γίνεται κόλαση.

◆Δέντρα φλεγόμενα, σφαίρες, στην απόκρυψη της θέασης.

◆Κι ο εκφραστικός τόνος αρνείται να συγκαλύψει τη φυγάδευση του λόγου.

◆Μυτερές προβοσκίδες, μολυσμένες από τους καιρούς, ιχνογραφούν την αποκάλυψη της νήσου, αποκαθιστώντας έτσι την προφητεία, στον θρόνο της.

◆Και στο ξεφύλλισμα.

◆Μαγεία ο βοριάς, ανέβηκε την κλίμακα, έπνιξε τη ζέστη και έδιωξε τη νοτιά απ’ τον βραχότοπο.

◆Κάλλιστες ανθρωπόμορφες παγίδες τέντωσαν τα χέρια τους και κράτησαν τα ιμάτιά τους, που ξεσηκωμένα προκαλούσαν το χάζι των εγκατεστημένων κάτω από τις οροφές των καταστημάτων.

◆Μια κυρία με ένα λαχανί φόρεμα πέρασε ηδυπαθώς μπροστά από τον απόμαχο του έρωτα. Η διαφάνεια αποτύπωνε στο βλέμμα όλη την επιτηδευμένη πρόκληση. Χαμηλά, εκεί που η πυγή ελικνίζετο, ένα κορδόνι λεπτό προσπαθούσε απεγνωσμένα να παίξει τον ρόλο του υπενδύματος.

◆Εντυπωσιασμένο το βλέμμα του ναυαγού του χρόνου καρφώθηκε στα ημισφαίρια.

◆Και η φράση ξεπέρασε την περιγραφή και προκάλεσε το χαμόγελο των γειτονικών καθισμάτων.

◆«Θα κοπείς, μάτια μου» και κουνώντας την κεφαλή αφοσιώθηκε στην ανάγνωση του οινοπνεύματος αναθεματίζοντας τον χαμένο χρόνο της εποχής, όπου η αναστάτωση κρυβόταν περίτεχνα. Και ενθυμούμενος την καλλίσφυρον της αναπνοής του, σηκώθηκε σκυφτός και παραμιλώντας απομακρύνθηκε.

◆Εις τας αλλοτινάς εποχάς όπου οι αντίξοες συνθήκες ανέτρεφαν τα πάθη κι οι πριγκιπέσες ονείρατα γινόντουσαν και κυνηγούσαν το κρυμμένο.

◆Φόρτωσε ο Αύγουστος τα συμπράγκαλά του και περιμένει την Κοίμηση. Ο κυκλαδίτης άνεμος θα υποδεχτεί τους λυγμούς και τα σταυροκοπήματα.

◆Η λιτανεία στο πλακόστρωτο του λαξεμένου νησιού θα γεμίσει από τις φωνές της μπάντας. Οι εξουσίες θα παρελάσουν κι από πίσω τα βήματα ξυπόλυτα, θα βγάλουν τα παρακαλετά.

◆Και μετά οι πανηγυρικοί να καλωσορίσουν την ψευδαίσθηση και να απομείνει μοναχή η παράδοση να φτιάχνει τις αράδες.

◆Στη μεγάλη γιορτή της Τήνου, ο Ευαγγελισμός συμβολικώς εορτάζεται της Κοιμήσεως.

◆Χαμηλωμένες οι περσίδες στο μεγάλο παράθυρο. Δυο μάτια αγγίζουν τα ξύλινα οριζόντια ανοίγματα. Έξω πολύβουες αναφορές, φασαρία από τα τροχοφόρα, κλάξον, βρισιές και σκουντήματα, για να βρεθεί η προτεραιότητα.

◆Πλοία κόκκινα, γρήγορα, τσιμινιέρες εκμοντερνισμένες και κάθιδροι επιβάτες δραπέτες των πόλεων εκλιπαρούν για μια στιγμή από θάλασσα.

◆Ριγμένο στο πλάι το καλαμένιο μπαστούνι, το σκιάδι στην κεφαλή και ένας φάρος γέροντας να μένει στην ίδια θέση εδώ και χρόνια.

◆Αδιάφορος ρήτορας των κυμάτων καρφωμένος στην μπούκα, βλέπει και δεν μιλά, μόνο μετρά τα μυρμήγκια που μπαινοβγαίνουν.

◆Για δυο τρία ψίχουλα καλοκαιριού.

Βλύσματα συνθέσεως

Ανυπέρβλητος, αέναος κι από κάτω οι κλίμακες της γης.

Στίγματα του χρόνου, φανερώματα.

Να τον δέρνει ο ήλιος κι ο άνεμος, να φιλεύει τον νου η δροσιά.

Και μια λόγχη κόκκινη να πλέκει τη λεπτομέρεια στο χαλί.

Πέφτουν τα στέφανα από ψηλά αναγνωρίζοντας τα πλημμυρίσματα.

Αναπήδησε η ομορφιά αποσβολωμένη.

Θέριεψε το έκθαμβο, άγγιξε το λιτό και μπογιάτισε τη ρεματιά με τα κεφαλαία γράμματα.

Ένιωσε την ανάγκη του χαμένου βλέμματος η εικόνα και σιώπησε.

Και μείναν’ τα βλέφαρα ανοιχτά μέχρι που θάμπωσαν.

Το δάκρυ μεγάλωσε τα χρώματα, αφήνοντας την ανατριχίλα να φτερουγίσει.

Έλουσε το βιαστικό το φως την απουσία και την αμπάρωσε.

Μέσα στο περίγραμμα, όταν η μοναξιά αναβρύζει κι η νοσταλγία χύνεται εκεί που γεννιέται το ψέμα.

Στη γωνιά της πεζούλας έπαιξες κρυφτό και με φυλάκισες.

Μέτρησες ανάποδα και φανερώθηκα.

Λευτερωμένος.

Μυογράφημα

Μια σχισμή, ένας βράχος. Άνεμος να χαϊδεύει τα πλευρά, να κατεβαίνει, να ζώνει το χώμα, νεράιδες να σηκώνονται.

Στα πόδια του, το μεγάλο νερό να αποσπά την προσοχή του γλάρου που τεντώνεται.

Μια μεγάλη βουτιά, ένα πλατάγισμα, ένα σπαρτάρισμα, μια ουρά να εξέχει και μια χαψιά λαίμαργη να ορίζει την αγριότητα της επιβίωσης.

Μια καπαριά να κρέμεται και μια αλμύρα να αφήνει τα χνάρια της στο κοίλωμα της γλιστερής επιφάνειας του γρανίτη.

Ένα φουγάρο να χαιρετά το στιγμιότυπο και υψωμένα χέρια να διακόπτουν τον θόρυβο. Λευκά πανωφόρια στοιβαγμένα στην κουπαστή αγναντεύουν την ακτή και μάτια κλεισμένα απ’ τα παιχνιδίσματα του Ήλιου να ονειρεύονται τη συνέχεια της απόδρασης.

Στην πλαγιά μικρές κατσίκες να τρέχουν δαιμονισμένες απ’ τα χαϊδολογήματα των θάμνων και ερπετά κιτρινοπράσινα να εκλιπαρούν στις σκιές των ντουβαριών για μια σταγόνα.

Στο βάθος η πόλη κρεμασμένη στο νερό.

Σε λίγο τα εμβατήρια, τα κανόνια, τα πολεμικά.

Γραμμές λευκές στον αέρα, στριγγλιές παιδικές, υπερθέαμα εορταστικό στο κατακαλόκαιρο.

Καπέλα στα χέρια, χαιρετούρες, χαμόγελα πρόσκαιρα και φιλοφρονήσεις τυπικές που κάνουν το περιεχόμενο να φυγαδεύεται.

Το χτες να απλώνεται στην οριζόντια γραμμή της θάλασσας και το αύριο να χάνεται.

Μια σχισμή, ένας βράχος. Κι ένα λουλούδι να σκύβει ικετευτικά ανάμεσα στα πλευρά.

Κι ο γλάρος χορτάτος καθισμένος στα κίτρινα πόδια του ακούει την μπάντα να κρύβεται και τον τζίτζικα να παρακαλά για μια μέρα ακόμα.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.