17/11/2018 20:26:22

Προτάσεις Παιδείας

 
Τον τελευταίο καιρό μεγάλη κουβέντα γίνεται γύρω από κάποια δευτερεύοντα, αλλά «πιασάρικα» ζητήματα στον χώρο της «Παιδείας», που μας απομακρύνουν από μια ουσιαστικότερη συζήτηση επί των κύριων προβλημάτων της. Επιτρέψτε μας ως εκ τούτου κάποιες σκέψεις και κάποιες συνακόλουθες προτάσεις – δίκην ανοικτής επιστολής προς το υπουργείο Παιδείας.

Το πρώτο λοιπόν πρόβλημα της Παιδείας είναι ότι την ταυτίζουμε απολύτως με την επαγγελματική εκπαίδευση. Στη συνέχεια και ως συνέπεια αυτού, την θεωρούμε ως επένδυση που πρέπει να αποδώσει αμέσως. Τους δε νέους μας, ως ενταγμένους δίκην γραναζιών σε ένα αμείλικτο σύστημα, σαν τους εργάτες που πασχίζουν να επιβιώσουν στις «λωρίδες παραγωγής» της βιομηχανικής κοινωνίας, στους μοντέρνους καιρούς με τον Τσάρλι Τσάπλιν.

Στην πράξη λοιπόν έχουμε φτιάξει ένα σύστημα που δεν στοχεύει στην Παιδεία, που πρέπει να έχει ως πρώτιστο στόχο την ανάπτυξη της προσωπικότητας του ανθρώπου και την πρόσδοση σε αυτόν μιας στέρεης γνωσιοθεωρίας ικανής να δεχτεί, προσαρμοστεί αλλά και προβλέψει και προετοιμάσει, την αλματώδη εξέλιξη των επιστημών. Έχουμε φτιάξει ένα σύστημα που αρκείται απλά και μόνο στην παροχή εξειδικευμένων γνώσεων και δεξιοτήτων, η χρονική διάρκεια των οποίων ολοένα και περισσότερο μικραίνει. Έτσι:

1.    Σε επίπεδο μέσης εκπαίδευσης, απλώς προετοιμάζουμε φοιτητές για την «ανώτατη». Μάλιστα τα τελευταία χρόνια του Λυκείου έχουν σχεδόν καταργηθεί: ήδη από τον Απρίλιο σταδιακώς δεν γίνονται καν μαθήματα, για να πηγαίνουν οι μαθητές στα (ιδιωτικά) φροντιστήριά τους. Τα δε θεωρούμενα κύρια μαθήματα, δηλαδή αυτά που οι μαθητές θεωρούν ως τέτοια, γιατί αυτά θα εξεταστούν στις πανελλήνιες εξετάσεις για τα ΑΕΙ, πρακτικά διδάσκονται στα φροντιστήρια.
2.    Η «ανώτατη» τώρα εκπαίδευση στοχεύει στην παροχή γνώσεων και δεξιοτήτων για μια όσο το δυνατόν γρηγορότερη πρόσβαση στην αγορά εργασίας, επί ποινή τιμωρίας του φοιτητή που καθυστερεί. Δηλαδή για την πρόσβασή του σε μια επαγγελματική εκπαίδευση με ημερομηνία σύντομης λήξεως. Αλλά δεν εγκληματεί – γιατί περί εγκλήματος εναντίον της χώρας πρόκειται – μόνο με αυτό. Το επικρατούν σύστημα οδηγεί στην επιλογή «ΑΕΙ» από την ηλικία των 15 ετών (!). Ο νέος στα 18 χρόνια ενδέχεται να επιτύχει σε αυτό που διάλεξε ή δήθεν διάλεξε στα 15 του, το συνηθέστερο όμως είναι ότι εισέρχεται σε άλλη σχολή, που βεβαίως υποχρεούται να την παρακολουθήσει επιτυχώς. Αν όχι, εκ των πραγμάτων τίθεται στο περιθώριο.
3.    Όσον αφορά στη στόχευση των ΑΕΙ προς επαγγελματικές εξειδικεύσεις, το ζήτημα έχει τεθεί ήδη από τη δεκαετία του ’80: ο Α. Παπανδρέου διακήρυττε την ανάγκη γενικής παιδείας και όχι εξειδικεύσεων, έγινε πράξη όμως το ακριβώς αντίθετο. Το Πανεπιστήμιο όμως δεν μπορεί πλέον να είναι αυτό που ήταν τη δεκαετία του ’50, όταν οι επιστήμες εξελίσσονταν σχετικά αργά. Αυτοί που τελείωναν ένα Πανεπιστήμιο τη δεκαετία του ’50 ασκούσαν το επάγγελμα αυτό μέχρι τη συνταξιοδότησή τους. Σήμερα οι επιστήμες εξελίσσονται με απίστευτη ταχύτητα. Αυτή η εξέλιξή τους είναι αδύνατον να καλυφθεί, ακόμα και να προβλεφθεί, από τους καθηγητές και τα Πανεπιστήμια, η αποστολή τους δεν μπορεί έτσι να είναι αυτή της δεκαετίας του ’50. Τα εξειδικευμένα γνωστικά αντικείμενα έχουν σύντομη ημερομηνία λήξης. Πρέπει ακόμα να λαμβάνουν υπόψη τους πως ο σημερινός φοιτητής θα αλλάξει τουλάχιστον τρεις φορές στη ζωή του επάγγελμα.
4.    Οι νέοι πρέπει να έχουν τη δυνατότητα πολλαπλών επιλογών και αναθεωρήσεων. Είναι εγκληματικό να τους εγκλωβίζουμε σε αυτό που διάλεξαν ή δήθεν διάλεξαν σε ηλικία 15 ετών. Αυτό γίνεται στην υπόλοιπη Ευρώπη, ήδη από τη δεκαετία του ’80, ας θυμηθούμε την περίφημη βίβλο της Edith Cresson. Δεν μπορούμε πλέον να εμμένουμε στη μορφή των Πανεπιστημίων της δεκαετίας του ’50.
Ως θεραπεία έτσι των ανωτέρω, προτείνουμε τα εξής:
 Α. Ενίσχυση της Μέσης Εκπαίδευσης και αποδέσμευση των Πανεπιστημίων από αυτήν
1.    Δεν πρέπει επ’ ουδενί λόγω να συναρτώνται οι επιδόσεις των μαθητών στη Μέση Εκπαίδευση με την είσοδό τους σε Πανεπιστημιακά Τμήματα. Η καλύτερη λύση θα ήταν η σταδιακή ελεύθερη πρόσβαση στις Σχολές των ΑΕΙ, με ταυτόχρονη ενίσχυση της επαγγελματικής εκπαίδευσης, με σύντομες σπουδές. Επίσης της ανάπτυξης τέτοιου είδους επαγγελματικής εκπαίδευσης στις Περιφέρειες της χώρας, προσαρμοσμένης στις ιδιαίτερες παραγωγικές τους δυνατότητες.
2.    Πρέπει η Μέση Εκπαίδευση να ενισχυθεί, με στόχευση την ανάπτυξη της προσωπικότητας και κριτικής ικανότητας των μαθητών.
 
Β. Κινητικότητα μεταξύ των Πανεπιστημιακών Τμημάτων
Είναι απαραίτητη η δυνατότητα των φοιτητών να αλλάξουν Τμήμα και Πανεπιστήμιο. Ο εγκλωβισμός τους στις Σχολές που εισήχθησαν στην καλύτερη των περιπτώσεων κατόπιν επιλογής τους όταν ήσαν 15 χρονών συχνά είναι γι’ αυτούς – και για τη χώρα – καταστροφικός.
Είναι ακόμα ανάγκη να τους «επιτραπεί» να σταματήσουν τις σπουδές τους για όσο διάστημα νομίζουν και να επανέλθουν όταν το κρίνουν σκόπιμο, χωρίς να παρακωλύεται με τον τρόπο αυτό η εκπαιδευτική διαδικασία (όπως κατωτέρω, παρ. ΣΤ).
Πρέπει να ενισχυθεί ο θεσμός της διά βίου εκπαίδευσης. Πρόκειται πλέον περί αδήριτης ανάγκης.
Γ. Ενίσχυση της λειτουργίας επαγγελματικών και επιστημονικών Επιμελητηρίων
Η πρόσβαση στα επαγγέλματα θα καθορίζεται μόνο από τα αντίστοιχα επαγγελματικά και επιστημονικά Επιμελητήρια, που αυτά και μόνο θέτουν τους κανόνες πρόσβασης στα επαγγέλματα. Η Πολιτεία οφείλει να ενισχύσει και ελέγχει τα Επιμελητήρια αυτά, ως προς τη λειτουργία και στελέχωσή τους. Αυτά τα Επιμελητήρια θα θέτουν και τις απαιτήσεις τους περί σπουδών. Αποδεσμεύονται δηλαδή τα Πανεπιστήμια από τα «επαγγελματικά δικαιώματα».
 
Δ. Το ζήτημα της βιβλιογραφικής κάλυψης των μαθημάτων στα ΑΕΙ
 
Προτείνουμε ο ΥΠΕΠΘ να δημιουργήσει Δικτυακό Τόπο με βιβλία, στον οποίον θα έχουν κατ’ αρχάς πρόσβαση οι φοιτητές (αλλά και γιατί μόνο οι φοιτητές;). Το υπουργείο θα αγοράζει τα συγγραφικά δικαιώματα απ’ ευθείας από τους συγγραφείς, αλλά ενδεχομένως και από εκδοτικούς οίκους, και θα τα εντάσσει σε αυτόν τον Δικτυακό Τόπο – αφού δημιουργήσει ειδική επιτροπή αξιολόγησης των προσφορών και των προτάσεων των Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων. Οι φοιτητές έτσι θα έχουν πρόσβαση σε όλα αυτά τα βιβλία, ανεξαρτήτως δηλαδή του Τμήματος ή της Σχολής στην οποία φοιτούν. Με τον τρόπο αυτόν:
·      Οι φοιτητές δεν θα επιλέγουν μεταξύ 2 ή 3 βιβλίων, θα έχουν στην διάθεσή τους πληθώρα βιβλίων – το ίδιο και οι διδάσκοντες.
·      Επιτυγχάνεται μία διεπιστημονική πληροφόρηση των φοιτητών, αλλά και των διδασκόντων – που αποτελεί πλέον βασικό αίτημα της σύγχρονης παιδείας.
·      Το σύστημα είναι απολύτως λειτουργικό.
·      Το κράτος θα δαπανά λιγότερα χρήματα απ’ ό,τι δαπανά τώρα με τη φτωχή βιβλιογραφία που παρέχει. Ακόμα και αν χορηγεί εφ’ άπαξ στους νεοεισερχόμενους φοιτητές ισχυρότατο φορητό υπολογιστή ή ταμπλέτα ανάγνωσης βιβλίων (κάτι το οποίο ενθέρμως προτείνω να καθιερωθεί) – ικανό να διαρκέσει δηλαδή 4-5 χρόνια – πάλι τα χρήματα θα είναι λιγότερα.
·      Βεβαίως δεν θα υπάρχει η «ποιότητα του βιβλίου» στην οποία έχουμε συνηθίσει οι παλαιότεροι. Ας σημειωθεί όμως πως οι νεότεροι έχουν άλλες συνήθειες και εμπειρίες, καθώς και πως το κόστος ενδεχόμενης εκτύπωσης από τα βιβλία θα είναι εύκολο να χορηγείται από τα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, όπως δηλαδή τώρα χορηγούν σημειώσεις. Σε κάθε περίπτωση, αυτό το μειονέκτημα ισοβαθμίζεται από τα τεράστια πλεονεκτήματα που προσφέρει αυτός ο νέος τρόπος προσφοράς τεράστιας βιβλιογραφίας. Επί πλέον η βιβλιογραφία θα εμπλουτίζεται και με αυτήν Πανεπιστημίων άλλων χωρών: βρισκόμαστε προ των πυλών μιας παγκόσμιας συνεργασίας και στον πανεπιστημιακό χώρο.
 
 
Ε. Επιτακτική ανάγκη η εκπαίδευση στις Περιφέρειες να αναληφθεί και από τις ίδιες, εντασσόμενη στους αναπτυξιακούς σχεδιασμούς τους
 
Τα τελευταία χρόνια στην Ευρώπη επιδιώκεται η τοπική και περιφερειακή ανάπτυξη, με βάση τα ξεχωριστά παραγωγικά και ανταγωνιστικά πλεονεκτήματά του κάθε τόπου και της κάθε Περιφέρειας, με την πρόσδοση σε αυτές «εξειδικεύσεων» και με την ενεργό συμμετοχή τους σε διακρατικές και υπερ-κρατικές συνεργασίες, αυτό έχει καταστεί στόχος της «Ευρώπης 2020». Καλούνται οι Περιφέρειες σε σύνταξη «Στρατηγικών Ολοκληρωμένης Χωρικής Ανάπτυξης» (ITDS), ως τον κυριότερο αναπτυξιακό μοχλό της Γηραιάς Ηπείρου στο σημερινό παγκοσμιοποιημένο και εξόχως ανταγωνιστικό οικονομικό τοπίο. Οι Περιφέρειες της Ελλάδας είναι δέσμιες της κεντρικής κρατικής εξουσίας των Αθηνών, καθόσον από αυτήν εξαρτάται το κάθε τους βήμα. Η τελευταία διοικητική μεταρρύθμιση της χώρας με την επωνυμία «Καλλικράτης» δεν δίνει στις περιφέρειες καμία αναπτυξιακή πρωτοβουλία, είναι δηλαδή ψευδεπίγραφη ως προς τις στοχεύσεις της.
Πρέπει οι Περιφέρειες να οργανώνουν τριτοβάθμια εκπαίδευση προς ενίσχυση των αναπτυξιακών σχεδιασμών τους. Ενδεχομένως με τη μετάλλαξη ήδη υφιστάμενων Τμημάτων Πανεπιστημίων και ΤΕΙ, που με ελεύθερη πρόσβαση των φοιτητών σε αυτά, θα ενισχύουν τις τοπικές παραγωγικές «εξειδικεύσεις» ή θα μετατραπούν σε κέντρα ανάπτυξης εξειδικευμένης γνώσης με ευρύτερη εμβέλεια. Πολλά είναι τα σημερινά περιφερειακά Τμήματα που λειτουργούν με μεγάλα κόστη για την εθνική οικονομία, αλλά κυρίως εξαπατώντας τους φοιτούντες σε αυτά, προσφέροντάς τους ελλιπείς γνώσεις ή εξειδικεύσεις που θα τους οδηγήσουν στην ανεργία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τους ίδιους και για την οικονομία της χώρας.
 
ΣΤ. Η ανάγκη ενίσχυσης της ελληνικής γλώσσας και της ελληνικής πολιτισμικής πρότασης
 
·        Η Ελλάδα θα μπορούσε να οργανώσει κέντρα ανθρωπιστικών σπουδών παγκόσμιας εμβέλειας. Να καταστεί με άλλα λόγια παγκόσμιο κέντρο των σπουδών αυτών.
·        Μέχρι τα μισά του 19ου αιώνα όλοι οι μορφωμένοι της Ευρώπης μίλαγαν ελληνικά, σταδιακά αυτό άρχισε να φθίνει, αλλά πριν από μερικές δεκαετίες πήγαινες στα Βαλκάνια, αλλά και στην Αίγυπτο, και σε καταλάβαιναν, σήμερα έχουμε μείνει μόνοι στα αζήτητα. Κάναμε «διεθνές Πανεπιστήμιο» στην Αγγλική γλώσσα. Σίγουρα τα Ελληνικά δεν μαθαίνονται αμέσως, αλλά γιατί να μην υποχρεώνονται οι φοιτητές να παραδίδουν τη διπλωματική τους εργασία στα Ελληνικά; Έπειτα από τέσσερα χρόνια θα την έχουν μάθει και θα θέλουν να τη μάθουν. Πριν από λίγα χρόνια όλοι στα Βαλκάνια και αλλού στον περίγυρό μας, αλλά και εκτός αυτού, ήθελαν να μάθουν Ελληνικά, τώρα εμείς μαθαίνουμε στα παιδιά μας βουλγάρικα για να σπουδάσουν εκεί. Η γλώσσα είναι κομβικός αναπτυξιακός παράγοντας.
Ζ. Το ζήτημα του χρόνου φοίτησης των φοιτητών.
·        Οι αδοκίμως και αγενώς αποκαλούμενοι «λιμνάζοντες» φοιτητές δεν κοστίζουν απολύτως τίποτα. Αν τώρα για λόγους στατιστικούς, αλλά και οικονομικούς – στο βαθμό που αυξάνουν πλασματικά τον αριθμό των φοιτητών με οικονομικές συνέπειες – δεν θέλουμε να τους έχουμε εγγεγραμμένους στα Τμήματα, ας δημιουργήσουμε μια λίστα «φοιτητών σε αναστολή», όπου θα μπαίνουν αυτοδικαίως οι έχοντες παραμείνει στις Σχολές για το διπλάσιο του κανονικού χρόνου φοίτησης. Αυτοί θα μπορούν εντός, π.χ., τετραετίας να διακόψουν την αναστολή αυτή και να έχουν ακόμα 2-4, π.χ., εξάμηνα, να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους. (Η ρύθμιση αυτή μπορεί να γίνει από τώρα, για τους νεοεισερχόμενους φοιτητές και αυτούς που βρίσκονται στο πρώτο ή δεύτερο έτος σπουδών). Βεβαίως να τους δοθεί και η δυνατότητα αλλαγής Σχολής, δες ανωτέρω παρ. Β.
 
Η. Η ανάγκη διαλεύκανσης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης
Σε όλα τα κράτη του κόσμου τα τριτοβάθμια εκπαιδευτικά Ιδρύματα, ιδιαίτερα αυτά που δίδουν τίτλους σπουδών μετά τετραετή φοίτηση σε αυτά, καλούνται Πανεπιστήμια, για να μπορούν τουλάχιστον να συνεννοούνται μεταξύ τους. Όμως στη χώρα μας διατηρούμε το όνομα ΤΕΙ σε τετραετή εκπαιδευτικά Ιδρύματα, με προσόντα εκπαιδευτικών αντίστοιχα με αυτά των άλλων τετραετών Ιδρυμάτων της χώρας που καλούνται Πανεπιστήμια και με επιδόσεις ανάλογες και ενίοτε καλύτερες. Αυτή η λεκτική υποβάθμισή τους έχει ως συνέπεια την λανθασμένη παρουσία τους στην κοινωνία και στους νέους, με συνακόλουθες δυσμενείς επιπτώσεις στις επιστήμες που υπηρετούν, τελικώς και στην ίδια τη χώρα. Επίσης είναι λάθος να εμμένουμε ακόμα στον αντιεπιστημονικό διαχωρισμό επιστήμης και τεχνολογίας – το έργο που συντελείται με το Cern, π.χ., είναι τεχνολογικό ή επιστημονικό;

Βεβαίως και υπάρχουν αρκετά Τμήματα των σημερινών Πανεπιστημίων και των σημερινών ΤΕΙ που δεν δικαιούνται του τίτλου Πανεπιστήμιο, γιατί απλούστατα δεν έχει νόημα να απαιτούν τέσσερα έτη σπουδών, με βάση το γνωσιολογικό περιεχόμενό τους. Μάλιστα, απαιτώντας από τους διδάσκοντες ακαδημαϊκά χαρακτηριστικά ανάλογα με των υπολοίπων Τμημάτων των ΑΕΙ και όχι κυρίως εμπειρία πράξης, δεν καλύπτουν σωστά το πραγματικό αντικείμενό τους και ταλαιπωρούν αναποτελεσματικά τους νέους και τις οικογένειές τους, με ό,τι αυτό συνεπάγεται γι’ αυτούς και για τη χώρα. Το ζήτημα αυτό είναι προφανές πως χρήζει άμεσης αντιμετώπισης.

Τέλος, θα θέλαμε να αναφερθούμε σε ένα επίσης σοβαρό ζήτημα, αυτό της εισαγωγής μαθητών με βαθμό 2 ή 3, σε Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα. Το θέμα όμως εδώ δεν είναι αν θα επιτρέψουμε να εισέρχονται στα ΑΕΙ μαθητές με τέτοιους βαθμούς. Πρέπει να αναρωτηθούμε πώς αυτά τα παιδιά πήραν απολυτήριο Λυκείου με τόσο κακές επιδόσεις σε καίρια μαθήματα. Ιδού μία ακόμα απόδειξη της υποβάθμισης της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης – και σε αυτό δεν φταίνε τα παιδιά, τα παιδιά μας είναι απλώς τα θύματά μας: Την ενοχή μας τη μεταφέρουμε στα παιδιά μας…

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.