20/10/2018 11:35:30
27.9.2010

Βάσω Καβαλιεράτου

Βάσω Καβαλιεράτου  - Media

Συνέντευξη στη Ναταλί Χατζηαντωνίου
Μια άμεση, χαρούμενη, ψιλόλιγνη ηθοποιός με φυσιογνωμία «Μοντιλιανική». Κι όμως στον πρώτο της μεγάλο θεατρικό ρόλο ως αεικίνητος, καμπούρης κι αθυρόστομος γερο-διάβολος στην παράσταση «Εκεί, εκεί στην Κόλαση» της θεατρικής της ομάδας AbOvo, είχε τολμήσει να μην εκμεταλλευτεί τα πλεονεκτήματα του «φυζίκ» της. Δεν ήταν ούτε η πρώτη, ούτε η τελευταία φορά που πήγε τελείως αντίθετα στην εικόνα της ή στην προσωπικότητά της. Το ίδιο έκανε παίζοντας το ρόλο ενός επιθετικού αγοροκόριτσου στην «Ψυχραιμία» του Νίκου Περάκη, ή τη ματαιόδοξη και μάλλον ανόητη «ωραία» στις «Ώρες Κοινής Ησυχίας» της Κατερίνας Ευαγγελάτου. Εξωστρεφής και παρορμητική, συμπληρώνει έξι χρόνια παρουσίας στους AbOvo, χωρίς να έχει αρνηθεί κι άλλους ρόλους σε off-Broadway παραστάσεις ή ταινίες κυρίως περιορισμένου προϋπολογισμού και απεριόριστων ονείρων. Το ίδιο κάνει και φέτος, επιστρέφοντας Δευτερότριτα στην Knot Gallery ως «Μάσα» στον τσεχοφικό «Γλάρο» όπως λιτά, σχεδόν «γυμνά», τον σκηνοθέτησε ο Δημήτρης Ξανθόπουλος για την ομάδα Pequod. Με τους AbOvo θα είναι τον Ιανουάριο στο Bios, με το βραβευμένο έργο τους «Πλανήτης». Κι εν τω μεταξύ εύχεται το νέο κινηματογραφικό «Χάρισμα» της Χριστίνας Ιωακειμίδου να ’χει βρει διανομή...
Στο «Χάρισμα» τι ρόλο υποδύεστε;
Β.Κ.: Την Ισμήνη, μια γυναίκα γύρω στα 30 που δεν είναι ευχαριστημένη με τη ζωή της. Τα ’χει με έναν παντρεμένο και προσπαθεί να συμβιβαστεί, ώσπου μπαίνει στη ζωή της ο Χάρης, ένας λαϊκός τύπος, χύμα και τελείως διαφορετικός από εκείνη. Την ερωτεύεται, τη διεκδικεί και τελικά δύο πολύ διαφορετικοί άνθρωποι καταλήγουν από το φόβο της μοναξιάς να ’ναι μαζί.
Σας έχει τύχει να είστε με κάποιον από το φόβο της μοναξιάς;
Β.Κ.: Μου έχει τύχει να παραμείνω από φόβο, όχι όμως και να εμπλακώ με μία ακραία διαφορετική περίπτωση ανθρώπου. Αλλά ναι, μπορεί να αρχίσεις να βαριέσαι κάτι και να φοβάσαι να το αφήσεις. Είναι πολύ ανθρώπινο.
Υπάρχει η εντύπωση ότι οι νέοι άνθρωποι κάνουν δυσκολότερα σχέσεις, ενώ ευκολότερα επιλέγουν να μένουν μόνοι. Ισχύει;
Β.Κ.: Νομίζω ότι ισχύει ειδικά σε νεότερους ανθρώπους από μένα: Είναι έτσι δομημένη η ζωή μας και η κοινωνία, ώστε να είναι ευκολότερο να μένεις μόνος, κάνοντας περιστασιακές σχέσεις. Δουλεύουμε πολύ και μην έχοντας χρόνο να διαθέσουμε στις πραγματικές σχέσεις, δημιουργούμε π.χ. με το Facebook και το Twitter μια ψευδαίσθηση επικοινωνίας του τύπου «Εγώ έχω 1.500 φίλους στο Facebook» – κι ας μην έχω ποτέ συναντηθεί από κοντά με τους 1490. Όλο αυτό μας κάνει τρομερά εγωκεντρικούς. Και καλλιεργεί μια αφόρητη μοναξιά.
Ξεκινήσαμε με μελαγχολικές διαπιστώσεις. Αλλά στο θέατρο η κλίση σας μέχρι στιγμής ήταν κυρίως σε κωμικούς ρόλους. Γιατί;
Β.Κ.: Οι κωμικοί ρόλοι έχουν αμεσότητα, επιφανειακή αφέλεια κι εξωστρέφεια τα οποία λίγο-πολύ νομίζω ότι είναι και στοιχεία του χαρακτήρα μου.
Οι περισσότερες κωμικές ηθοποιοί των προηγούμενων γενεών σχεδόν έπρεπε να ‘χουν κάποιο ψεγάδι: να ‘ναι άσχημες, ή πολύ παχιές ή υπερβολικά αδύνατες. Σαν να χρειαζόταν ένας «διαχωρισμός» τέτοιου τύπου για να ανακηρυχθεί κάποια κωμικός. Γιατί πιστεύετε ότι συνέβαινε αυτό;
Β.Κ.: Η Γεωργία Βασιλειάδου π.χ. ήταν μια άσχημη γυναίκα που εκμεταλλεύτηκε τέλεια αυτό το «κουσούρι». Κι ίσως επειδή δεν μπορούσε να παίξει τη ντάμα, στράφηκε ενστικτωδώς σε ρόλους που, με ένα τρόπο, διακωμωδούσαν αυτήν της την πλευρά. Γι’ αυτό πιστεύω ότι τέτοιες ηθοποιοί είχαν εξαιρετικά ανεπτυγμένη την αίσθηση του χιούμορ. Το χιούμορ απαιτεί να καταλαβαίνεις και να αποδέχεσαι θαρραλέα αυτό που είσαι. Άλλωστε και το θέατρο δεν παραβλέπει το «φυζίκ» κάθε ηθοποιού. Εγώ ας πούμε δεν είμαι μια χυμώδης μεσογειακή. Είμαι μια ψηλή, ξερακιανή γυναίκα. Παρόλα αυτά δεν πιστεύω ότι ένας ηθοποιός πρέπει να ‘χει απαραιτήτως κάποιο κουσούρι για να γίνει κωμικός. ΄Η μπορεί να έχει και... χιλιάδες κουσούρια. Εγώ π.χ. έχω εκατομμύρια ατέλειες, αλλά πάνω στη σκηνή, όταν κάνω κωμωδία, αυτά κοροϊδεύω κι εκεί πατάω για να γίνουν οι χαρακτήρες μου πιο αστείοι και πιο αληθινοί.
Ξέροντας ωστόσο ότι είστε όμορφη, άρα έχετε ένα βασικό εμφανισιακό ατού, δεν σας πείραξε που σε παραστάσεις όπως η «Κόλαση» το στραπατσάρατε εντελώς; Ήταν δύσκολο;
Β.Κ.: Καθόλου δύσκολο αρκεί να συνειδητοποιήσεις τι τεράστια χαρά είναι να βγάζεις, απελευθερωμένα, τον «βρώμικο» εαυτό σου. Όλοι έχουμε μια τέτοια πλευρά που, όμως, μαθαίνουμε απ’ το σχολείο, απ’ την κοινωνία, να την απωθούμε. Εμένα λοιπόν αυτός ο ρόλος, μου έδωσε τη δυνατότητα να γίνω κάφρος σε τέτοιο υπερβολικό βαθμό ώστε να δηλώσω στον κόσμο: «ορίστε, έχω κι αυτήν την πλευρά». Αυτός ο ρόλος ήταν η απόλυτη απελευθέρωση.
Και ο ρόλος της «Μάσα» στον «Γλάρο» του Τσέχοφ;
Β.Κ.: Είναι απόλυτα κόντρα στο χαρακτήρα μου και γι’ αυτό είναι για μένα ένας καινούριος κόσμος. Αισθάνομαι πολύ τυχερή που τον δοκιμάζω.
Στην ομάδα των AbOvo δίνετε μεγάλη σημασία στην κινησιολογική πλευρά του θεάτρου. Πώς στραφήκατε σ’ αυτήν;
Β.Κ.: Η ομάδα των AbOvo δημιουργήθηκε αφού ο Γιάννης Σαρακατσάνης κι εγώ γυρίσαμε από το Λονδίνο όπου είχαμε σπουδάσει το σύστημα «Λεκόκ» στο School of Physical Theatre. Κι επειδή έτσι είχαμε μάθει να λειτουργούμε στην Αγγλία, δουλεύοντας σωματικά καταρχήν τους χαρακτήρες, το δοκιμάσαμε κι εδώ.
Ήσασταν από τις ομάδες που απέδειξαν ότι μπορείς να ξεκινήσεις ολομόναχος και να μην χαθείς.
Β.Κ.: Αν υπάρχει κάποια επιτυχία οφείλεται στο ότι ξεκινήσαμε χωρίς να έχουμε καμία απαίτηση. Η παράσταση έφτιαξε την ομάδα. Γιατί στην αρχή ήμασταν 6-7 άνθρωποι χωρίς συνείδηση ομάδας ακριβώς, χωρίς χρονικό περιορισμό, χωρίς χώρο. Δουλεύαμε για την τρέλα μας. Και τελικά γίναμε ομάδα που μετράει πια έξι χρόνια. Και φέτος καταλήξαμε να πούμε ότι η επόμενη δουλειά μας πρέπει να προκύψει πάλι από μια ανάλογη διαδικασία: Να της επιτρέψουμε δηλαδή την πολυτέλεια του χρόνου – κι όχι να γίνει μια παράσταση για να γίνει...
Το σωματικό θέατρο απαιτεί άψογη φυσική κατάσταση και προετοιμασία. Τι σημαίνει μια τέτοια προετοιμασία;
Β.Κ.: Γυμναστική εννοείται, ενόργανη ή ακόμα και ακροβατικά. Όταν παίζεις ένα ρόλο υψηλών σωματικών απαιτήσεων, συνειδητοποιείς ότι όλη η ζωή σου κινείται με βάση το δίωρο 9μ.μ. με 11μ.μ., που πρέπει να καταφέρεις να βγάλεις την παράσταση. Σε τέτοιες περιπτώσεις, πρέπει να τρώω συγκεκριμένη ώρα, συγκεκριμένα πράγματα, να κάνω training μιας ώρας με άσκηση και αναπνοές και μάθημα φωνητικής. Στην «Κόλαση» έπαιζα συνεχώς σκυφτή, σε μία περίεργη στάση και στιγμές-στιγμές άγγιζα τόσο τα σωματικά μου όρια που φοβόμουν ότι δεν θα τα βγάλω πέρα μέχρι τέλους.
Έχετε κάνει, είπατε, και ακροβατικά; Τι είδους;
Β.Κ.: Ακροβατικά εδάφους. Κατακόρυφα, ρόδες, τούμπες, κούνια, σκοινιά, κορδέλα, απ’ αυτά που βλέπουμε στο τσίρκο. Όλα όμως έγιναν στο πλαίσιο μιας προετοιμασίας που λάμβανε υπόψη τις σωματικές δυνατότητες καθενός μας. Στη σχολή μας, στην Αγγλία, δεν σήμαινε ότι όλοι έπρεπε να κάνουν τριπλά φλικ-φλακ στον αέρα. Το ζητούμενο δεν είναι να γίνεις ακροβάτης, αλλά να μπεις σε μια ανάλογη σωματική διαδικασία, ώστε να μπορέσεις να τα βγάλεις πέρα με τέτοιου τύπου παραστάσεις. Στο σωματικό θέατρο, το σώμα μιλάει για εσένα.
Μια τέτοια εξάσκηση, πώς μπορεί να βοηθήσει σε ρόλους κλασικούς, εσωτερικών συγκρούσεων, όπως είναι η Μάσα; Ή δεν βοηθάει;
Β.Κ.: Βοηθάει στην πειθαρχία. Αλλά εγώ λόγω θητείας, έχω έτσι κι αλλιώς μάθει να προσεγγίζω τα πράγματα πρώτα σωματικά. Αναζητώ δηλαδή τις συμπεριφορές της Μάσα, πρώτα μέσα από τις κινήσεις της: Σκέφτομαι «γιατί να μιλάει έτσι, πώς περπατάει ή πώς στέκεται, πώς κάθεται;» Έχω μια εμπειρία αλλά δεν είναι ότι κάνω κάτι που δεν το κάνουν οι άλλοι: Ο ηθοποιός οφείλει ούτως ή άλλως να χρησιμοποιεί το σώμα του.
Ανήκετε στους νέους ηθοποιούς από τους οποίους προφανώς απαιτούνται περισσότερα και δίνονται λιγότερα. Γιατί οι περισσότεροι από εσάς απαντούν ότι η οικονομική κρίση δεν θα επηρεάσει και πολύ την ούτως ή άλλως άδεια συνήθως τσέπη τους…
Β.Κ.: Εγώ προσωπικά δεν θυμάμαι ποτέ τον εαυτό μου να έχει χρήματα ή προοπτική χρημάτων. Οπότε τώρα, φυσικά φοβάμαι όταν βλέπω ότι οι δουλειές στενεύουν, ότι θέατρα κλείνουν, αλλά, στο πρακτικό κομμάτι δεν αλλάζει τίποτα. Αντίθετα, έχω την εντύπωση ότι, όσο σκληρό κι αν είναι, θα γίνει ένα πολύ μεγάλο ξεκαθάρισμα. Ίσως να πάρει η μπάλα κι ανθρώπους που αξίζουν να είναι στο χώρο. Αλλά δυστυχώς είμαστε πολλοί. Και μάλλον κάτι δεν πάει καλά. Βγαίνουν από τις σχολές πάρα πολλοί ηθοποιοί που, ύστερα, δεν βρίσκουν δουλειά. Άρα τι γίνεται;
Αν σ’ αυτό το ξεκαθάρισμα έπαιρνε όμως κι εσάς η μπάλα;
Β.Κ.: Θα στενοχωριόμουν πολύ. Και το λέω ξέροντας πολύ καλά απ’ την άλλη πλευρά όχι μόνο ότι δεν είμαι αναντικατάστατη, αλλά κι ότι είμαι τυχερή που εξακολουθώ να δουλεύω, ενώ βλέπω γύρω μου ανθρώπους που αξίζουν, να έχουν αρχίσει σιγά-σιγά να φεύγουν από το χώρο.
Ακούτε για ανθρώπους στο χώρο σας που φέτος δεν έχουν δουλειά;
Β.Κ.: Ακούω και μάλιστα για ανθρώπους που δούλευαν χρόνια σταθερά. Και επίσης βλέπω και άλλους να κάνουν συνειδητά τρομερές εκπτώσεις, μόνο και μόνο για να μη μείνουν χωρίς δουλειά. Είναι εξίσου στενάχωρο.
Η ομάδα δεν παρέχει τουλάχιστον ένα μίνιμουμ ασφάλειας;
Β.Κ.: Η αίσθηση ότι έχεις δέκα ανθρώπους με τους οποίους μπορείς να συνεννοηθείς και να δημιουργήσεις, είναι υπέροχη. Σε κάνει να κρατιέσαι. Από την άλλη έχουμε και ανασφάλεια, παρότι είμαστε μάλλον μια τυχερή ομάδα που ακόμα και τώρα με την κρίση, πήρε κάποια κρατική επιχορήγηση. Ανεξάρτητα απ’ αυτό, νομίζω ότι μια ομάδα είναι μεγάλη υπόθεση. Όταν ξεκινούσαμε, θυμάμαι πιο μεγάλους κι έμπειρους ηθοποιούς που μας έλεγαν «μην αφήσετε την ομάδα. Η μόνη ελπίδα για το θέατρο είναι να συναντιούνται άνθρωποι που ταιριάζουν». Τότε δεν καταλάβαινα...
Πέρα από τους AbOvo έχετε κάνει και σινεμά. Αν το να είσαι ηθοποιός στο θέατρο είναι δύσκολο, το να είσαι ηθοποιός στο σινεμά είναι σχεδόν χόμπι;
Β.Κ.: Χόμπι ε; Έχει και μια τέτοια πλευρά. Η αλήθεια είναι ότι κάποτε ξέραμε ότι το θέατρο δεν έχει λεφτά κι ότι η τηλεόραση έχει, αλλά σπάνια έχει και καλλιτεχνικό έρεισμα. Οπότε η ελπίδα μας ήταν ο κινηματογράφος. Εκεί έκανες τέχνη και την ίδια στιγμή μπορούσες να συμπληρώνεις και κάτι στο μισθό από το θέατρο. Σήμερα; Το σινεμά παραμένει αφάνταστα γοητευτικό, αλλά, δυστυχώς, δεν έχει πια κι αυτή την πλευρά, του συμπληρώματος έστω, που θα σε βοηθήσει να ζήσεις. Παρόλα αυτά μου αρέσει τόσο πολύ ο κινηματογράφος που πραγματικά υποκύπτω ακόμα κι αν ξέρω ότι οι συνθήκες θα είναι δύσκολες έως απελπιστικές.
Μέσα σ’ αυτό το κλίμα υπάρχει ωστόσο κι ένα αισιόδοξο μήνυμα, αυτό που μετέφερε το περιοδικό «Variety» όταν διαπίστωνε ότι το νέο ελληνικό σινεμά είναι μόδα!
Β.Κ.: Ναι, με αφορμή την Τσαγγάρη και νωρίτερα τον «Κυνόδοντα» και τη «Στρέλλα». Αποδείχτηκε ότι έχουμε τρομερό υλικό. Κι αυτό είναι τη μια στιγμή πολύ ελπιδοφόρο και υπέροχο και την άλλη απογοητευτικό. Γιατί είναι απογοητευτικό να ξέρεις ότι υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι, με τόσες δυνατότητες, αλλά ότι δεν υπάρχει φορέας ικανός να τους στηρίξει πραγματικά. Για να γυρίσουν ταινίες άλλος βάζει λεφτά απ’ την τσέπη του, άλλος πουλάει ένα κτήμα... Έτσι γίνεται το σινεμά στην Ελλάδα.
Τέτοιες απογοητεύσεις έχουν παίξει ρόλο ώστε να πάψει λίγο πολύ η γενιά σας να εμπιστεύεται την πολιτική –  ή εσείς την εμπιστεύεστε;
Β.Κ.: Όλα αυτά έχουν απομακρύνει τη γενιά μου από την πολιτική. Όμως πιστεύω και κάτι άλλο: Πως τώρα είναι και η πρώτη φορά που η γενιά μου ταρακουνιέται τόσο από κάτι και μάλιστα καθημερινά. Συνεπώς, ίσως αυτή η κρίση να είναι και η ευκαιρία μας να γίνουμε λίγο πιο πολιτικά όντα.
Βασίζετε κάποια ελπίδα στα κόμματα ή στην ατομική συνειδητοποίηση;
Β.Κ.: Προφανώς όχι στα κόμματα. Δεν βλέπω φως από πουθενά, παρότι θα ήθελα πάρα πολύ να μπορώ να πιστέψω και να στηριχθώ σε έναν άνθρωπο με όραμα ή σε μια ομάδα ανθρώπων. Αλλά πραγματικά δεν εντοπίζω πουθενά κάτι τέτοιο.
Ωστόσο όλοι οι πολιτικοί για ό,τι κάνουν και απ’ όποιο χώρο κι αν προέρχονται, τους νέους ανθρώπους επικαλούνται...
Β.Κ.: Ναι η νέα γενιά έχει γίνει ένα εύκολο πολιτικό σύνθημα, σαν την οικολογία. Ίσως γιατί όταν τα ’χεις κάνει όλα χάλια, αναζητάς πεδία και ανθρώπους λιγότερο μολυσμένους, πιστεύοντας ότι θα δανειστείς κάτι από την καθαρότητά τους..
Έχετε και μια δίδυμη αδελφή που δεν ασχολείται όμως με το θέατρο...
Β.Κ.: Είναι αρχιτεκτόνισσα και αναγκαστικά θεατρόφιλη. Κι εκείνη κι ο αδελφός μου, κι οι γονείς μου με στηρίζουν και είναι ο λόγος που συνεχίζω και κάνω αυτή τη δουλειά.
Υπάρχουν μέρες που σας χαρτζιλικώνουν;
Β.Κ.: Μέρες, μήνες, χρόνια...
Παρόλα αυτά η ζωή δεν είναι κι η Κόλαση, όχι των AbΟvo, η άλλη...
Β.Κ.: Αντίθετα εγώ θέλω να πιστεύω ότι η κρίση κι αυτή η δυσκολία θα ξαναζεστάνει τις ανθρώπινες σχέσεις. Θα μάθουμε ξανά να ερωτευόμαστε, να ’μαστε κοντά στους φίλους μας, να κάνουμε πάρτι-ρεφενέ στα σπίτια. Δεν θα χρειάζεται να κλείνουμε πρώτο τραπέζι πίστα, ν’ ανοίγουμε μπουκάλια και να ρίχνουμε γαρύφαλλα για να λέμε ότι περάσαμε καλά...

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.