Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Προσθέστε το topontiki.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Add topontiki.gr on GoogleΆλλοτε η γνώση ανήκε στον Θεό, άλλοτε στον βασιλιά, άλλοτε στο πανεπιστήμιο και αργότερα στον πολίτη. Και κάθε φορά που άλλαζε ο κάτοχός της, άλλαζε μαζί του και η βιβλιοθήκη. Από τις σκοτεινές αίθουσες των μοναστηριών έως τα παλάτια του μπαρόκ και από τις μεγάλες αναγνωστικές αίθουσες του 19ου αιώνα έως τις εθνικές βιβλιοθήκες των σύγχρονων κρατών, η αρχιτεκτονική των βιβλίων αφηγείται μια παράλληλη ιστορία του πολιτισμού.
Ίσως γι’ αυτό ορισμένες βιβλιοθήκες προκαλούν ακόμη και σήμερα ένα παράξενο είδος δέους. Μπαίνεις για να δεις βιβλία και καταλήγεις να κοιτάζεις τον θόλο, τις τοιχογραφίες, τις ξύλινες βιβλιοθήκες, τις σκάλες, τα αγάλματα. Σαν να θέλησαν οι άνθρωποι που τις κατασκεύασαν να πουν ότι εκείνο που βρίσκεται πάνω στα ράφια άξιζε ένα κτήριο σχεδόν εξίσου επιβλητικό με έναν ναό.
Στην αυστριακή Στυρία, ανάμεσα στις Άλπεις, βρίσκεται ίσως το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα αυτής της ιδέας. Το βενεδικτίνικο μοναστήρι του Άντμοντ ιδρύθηκε τον 11ο αιώνα, αλλά η περίφημη βιβλιοθήκη του ολοκληρώθηκε το 1776. Η μεγάλη αίθουσα έχει μήκος περίπου εβδομήντα μέτρα, επτά θόλους με τοιχογραφίες του Μπαρτολομέο Αλτομόντε και περισσότερους από 60.000 τόμους στα ράφια της. Η συνολική συλλογή του μοναστηριού φτάνει περίπου τις 200.000, ανάμεσά τους περισσότερα από 1.400 χειρόγραφα και εκατοντάδες αρχέτυπα της πρώιμης τυπογραφίας.
Το εντυπωσιακότερο όμως δεν είναι οι αριθμοί. Είναι το φως.
Το Άντμοντ κατασκευάστηκε την εποχή του Διαφωτισμού και η αρχιτεκτονική του μοιάζει να έχει πάρει κατά γράμμα τη μεγάλη μεταφορά της εποχής: η γνώση είναι φως. Λευκές και χρυσές επιφάνειες, μεγάλα παράθυρα, ανοιχτός χώρος. Πρόκειται για μοναστηριακή βιβλιοθήκη, αλλά η ατμόσφαιρά της απέχει πολύ από την εικόνα ενός σκοτεινού μεσαιωνικού σκριπτορίου. Στις τοιχογραφίες η ανθρώπινη γνώση εμφανίζεται ως διαδρομή που περνά από τη γλώσσα και τη σκέψη στις επιστήμες και καταλήγει στη θεία αποκάλυψη.
Είναι μια ολόκληρη κοσμοθεωρία χτισμένη γύρω από βιβλία.
Μερικές εκατοντάδες χιλιόμετρα ανατολικότερα, στη Βιέννη, η σχέση της γνώσης με την εξουσία γίνεται ακόμα πιο εμφανής. Η σημερινή Αυστριακή Εθνική Βιβλιοθήκη υπήρξε κάποτε η αυτοκρατορική βιβλιοθήκη των Αψβούργων. Ο Κάρολος ΣΤ΄ αποφάσισε στις αρχές του 18ου αιώνα να της δώσει ένα κτήριο αντάξιο της μοναρχίας του. Η μεγάλη Prunksaal, η Αίθουσα Τελετών, είναι ένας μπαρόκ κόσμος από σκούρο ξύλο, μάρμαρο, χρυσό και τοιχογραφίες. Περίπου 200.000 βιβλία των ετών 1501-1850 βρίσκονται εκεί, μαζί με τη βιβλιοθήκη του πρίγκιπα Ευγένιου της Σαβοΐας με περίπου 15.000 τόμους.
Στο κέντρο της αίθουσας βρίσκεται το άγαλμα του αυτοκράτορα.
Στον κόσμο των Αψβούργων η βιβλιοθήκη αποτελούσε συγχρόνως αποθήκη γνώσης και εικόνα ισχύος. Ο ηγεμόνας δεν κυβερνούσε απλώς ανθρώπους και εδάφη. Συγκέντρωνε χάρτες, χειρόγραφα, χρονικά, επιστημονικά έργα, τη γνώση ενός κόσμου που η αυτοκρατορία φιλοδοξούσε να περιλάβει μέσα στα σύνορά της. Ακόμα και η τοιχογραφία του μεγάλου τρούλου περιλαμβάνει την αποθέωση του Καρόλου ΣΤ΄.
Εδώ το βιβλίο βρίσκεται πολύ κοντά στον θρόνο.
Στην Κοΐμπρα της Πορτογαλίας η ιστορία παίρνει μια ελαφρώς διαφορετική τροπή. Στις αρχές του 18ου αιώνα το πανεπιστήμιο χρειαζόταν ουσιαστικά έναν καταλληλότερο χώρο για τα βιβλία του. Ο βασιλιάς Ιωάννης Ε΄ σκέφτηκε κάτι πολύ μεγαλύτερο. Αντί για μια απλή αίθουσα ενέκρινε ένα ολόκληρο νέο κτήριο μέσα στο παλαιό βασιλικό συγκρότημα. Οι εργασίες της σημερινής Biblioteca Joanina άρχισαν το 1717 και ολοκληρώθηκαν το 1728. Το αποτέλεσμα είναι ένα από τα αριστουργήματα του πορτογαλικού μπαρόκ. Χρυσές διακοσμήσεις πάνω σε σκούρα ξύλινα ράφια, ζωγραφισμένα ταβάνια, μεγάλα τραπέζια ανάγνωσης και, στο βάθος, το πορτρέτο του βασιλιά. Στα τρία επίπεδα του κτηρίου φυλάσσονται περίπου 60.000 τόμοι, πολλοί από τους οποίους τυπώθηκαν στην Ευρώπη από τον 15ο έως τον 18ο αιώνα.
Υπάρχει όμως και ένας πολύ πιο παράξενος φύλακας αυτής της βιβλιοθήκης.
Εδώ και περίπου δυόμισι αιώνες ζουν στο κτήριο αποικίες νυχτερίδων. Τη νύχτα τρέφονται με έντομα που θα μπορούσαν να καταστρέψουν το χαρτί και τα βιβλία. Κάθε βράδυ τα μεγάλα τραπέζια καλύπτονται με προστατευτικά δερμάτινα καλύμματα και κάθε πρωί καθαρίζονται.
Δύσκολα θα μπορούσε να επινοήσει κανείς καλύτερη ιστορία για μια παλιά βιβλιοθήκη: βασιλιάδες, χρυσάφι, χειρόγραφα και νυχτερίδες να πετούν πάνω από τα βιβλία όταν σβήνουν τα φώτα!
Αντίθετα, στο Trinity College του Δουβλίνου η βιβλιοθήκη συνδέθηκε τελικά με κάτι ακόμα ισχυρότερο από μια δυναστεία: με την ίδια την ιδέα ενός έθνους. Η περίφημη Long Room της Old Library κατασκευάστηκε αρχικά μεταξύ 1712 και 1732. Δεν είχε τότε τη μορφή με την οποία έγινε παγκοσμίως γνωστή. Η οροφή ήταν επίπεδη και τα βιβλία καταλάμβαναν μόνο το κατώτερο επίπεδο. Όταν, όμως, τον 19ο αιώνα τα ράφια γέμισαν, η στέγη ανυψώθηκε και το 1860 δημιουργήθηκαν η σημερινή θολωτή οροφή και οι επάνω βιβλιοθήκες. Η αίθουσα έχει μήκος σχεδόν 65 μέτρα και κανονικά στεγάζει περίπου 200.000 από τα παλαιότερα βιβλία της συλλογής.
Αλλά το Trinity φυλάσσει κάτι περισσότερο από βιβλία.
Εκεί βρίσκεται το Book of Kells, το περίφημο εικονογραφημένο ευαγγέλιο του πρώιμου Μεσαίωνα. Εκεί φυλάσσεται επίσης μία από τις σωζόμενες αυθεντικές κόπιες της Διακήρυξης της Ιρλανδικής Δημοκρατίας, που διαβάστηκε στο Δουβλίνο κατά την Εξέγερση του Πάσχα το 1916. Εκεί φυλάσσεται επίσης η παλαιά ιρλανδική άρπα που έδωσε τη μορφή της στο εθνικό έμβλημα της Ιρλανδίας. Μέσα σε μία αίθουσα βρίσκονται λοιπόν η θρησκευτική, η πνευματική και η πολιτική μνήμη μιας χώρας.
Και ίσως εδώ φαίνεται καλύτερα τι μπορεί να γίνει μια μεγάλη βιβλιοθήκη όταν περάσουν οι αιώνες. Ξεκινά ως χώρος φύλαξης βιβλίων και καταλήγει να φυλάσσει το αφήγημα ενός λαού για τον εαυτό του.
Στον 19ο αιώνα, όμως, συμβαίνει κάτι αποφασιστικό. Η γνώση αρχίζει να εγκαταλείπει τα μοναστήρια, τις βασιλικές αυλές και τις κλειστές ακαδημαϊκές κοινότητες. Η νέα εποχή χρειάζεται βιβλιοθήκες για ένα πολύ μεγαλύτερο κοινό.
Απέναντι σχεδόν από το Πάνθεον του Παρισιού, ο αρχιτέκτονας Ανρί Λαμπρούστσχεδίασε τη Bibliothèque Sainte-Geneviève. Το κτήριο δημιουργήθηκε μεταξύ 1839 και 1850 και αποτέλεσε μια από τις μεγάλες αρχιτεκτονικές καινοτομίες του αιώνα. Στην πρόσοψή του χαράχθηκαν εκατοντάδες ονόματα λογίων και συγγραφέων, σαν ένας κατάλογος της ανθρώπινης γνώσης. Στο εσωτερικό, ο Λαμπρούστ χρησιμοποίησε εμφανείς λεπτές κολόνες και τόξα από χυτοσίδηρο, υλικό που έως τότε συνδεόταν περισσότερο με τεχνικές και βιομηχανικές κατασκευές παρά με μνημειακά δημόσια κτήρια.
Η αλλαγή είναι σχεδόν συμβολική.
Στο Άντμοντ η βιβλιοθήκη ήταν μέσα στο μοναστήρι. Στη Βιέννη μέσα στον αυτοκρατορικό κόσμο. Στην Κοΐμπρα μέσα στο πανεπιστήμιο. Στο Παρίσι η βιβλιοθήκη γίνεται πια ένα αυτόνομο δημόσιο κτήριο. Το βιβλίο αποκτά τη δική του αρχιτεκτονική. Και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η ίδια ιδέα θα συνδεθεί με ένα από τα μεγαλύτερα πολιτικά πειράματα της νεότερης εποχής.
Η Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου στην Ουάσινγκτον άρχισε ταπεινά. Το 1800 ο πρόεδρος Τζον Άνταμς ενέκρινε πίστωση 5.000 δολαρίων για την αγορά βιβλίων που θα χρησιμοποιούσε το Κογκρέσο. Δεκατέσσερα χρόνια αργότερα, όταν οι βρετανικές δυνάμεις έκαψαν το Καπιτώλιο, καταστράφηκε μαζί του και η μικρή βιβλιοθήκη. Τότε ο Τόμας Τζέφερσον πρόσφερε στο κράτος την προσωπική του συλλογή των 6.487 βιβλίων. Η αγορά της αποτέλεσε τη νέα βάση της βιβλιοθήκης.
Η επιλογή είχε σημασία. Η συλλογή του Τζέφερσον δεν περιοριζόταν σε όσα θεωρούνταν άμεσα χρήσιμα για τους νομοθέτες. Περιλάμβανε μια τεράστια ποικιλία θεμάτων και μαζί της πέρασε στη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου μια πολύ ευρύτερη αντίληψη: ότι μια πολιτεία χρειάζεται πρόσβαση σε όλο – όσο γίνεται, φυσικά – το πεδίο της ανθρώπινης γνώσης. Το επιβλητικό κτήριο, που σήμερα ονομάζεται Thomas Jefferson Building,άνοιξε το 1897. Την εποχή των εγκαινίων του ήταν το μεγαλύτερο κτήριο βιβλιοθήκης στον κόσμο και παρουσιάστηκε ως μνημείο των επιτευγμάτων και των φιλοδοξιών της ανερχόμενης αμερικανικής δύναμης.
Έτσι κλείνει ένας παράξενος κύκλος.
Για αιώνες οι άνθρωποι έχτιζαν μεγάλες βιβλιοθήκες επειδή τα βιβλία ήταν πολύτιμα και σπάνια. Σήμερα ζούμε στην ακριβώς αντίθετη κατάσταση. Κείμενα, εικόνες και πληροφορίες μάς κατακλύζουν. Μια βιβλιοθήκη χωρά πλέον, κατά κάποιον τρόπο, μέσα σε μια οθόνη.
Κι όμως οι παλιές βιβλιοθήκες εξακολουθούν να μας συγκινούν. Ίσως επειδή θυμίζουν μια εποχή κατά την οποία η απόκτηση ενός βιβλίου απαιτούσε κόπο, χρήμα, ταξίδι, αντιγραφή, εκτύπωση, ταξινόμηση και φύλαξη. Ίσως επειδή μέσα τους η γνώση αποκτούσε υλικό βάρος: χαρτί, δέρμα, ξύλο, μελάνι, ράφια, αίθουσες. Ίσως όμως και για έναν απλούστερο λόγο. Οι άνθρωποι κάθε εποχής χτίζουν με μεγαλύτερη φροντίδα εκείνα που θεωρούν σημαντικά. Άλλοι έχτισαν καθεδρικούς ναούς, άλλοι παλάτια, άλλοι χρηματιστήρια και ουρανοξύστες. Κάποιες κοινωνίες αποφάσισαν να ξοδέψουν πλούτο, χρόνο και τέχνη για να χτίσουν σπίτια για βιβλία. Και ίσως γι’ αυτό, αιώνες αργότερα, εξακολουθούμε να μπαίνουμε μέσα τους και να χαμηλώνουμε ασυναίσθητα τη φωνή.
Διαβάστε επίσης:
Χάνεται το στοίχημα και η αγορά του κάμπινγκ
Ευτύχης Μπιτσάκης, μια δυσαναπλήρωτη απώλεια
Τα… πάρκα της «Γαλάζιας Πατρίδας»: Οι πάγιες τουρκικές διεκδικήσεις περνούν στους νέους χάρτες
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.