23/10/2018 18:21:07
23.11.2009

Τσουνάμι

Δέσποινα Μουζάκη: Ποιος είναι ο χαμένος;

Μετά την επικράτηση του ΠΑΣΟΚ και τη δέσμευση της νέας κυβέρνησης ότι ο νόμος για τον κινηματογράφο είναι στις προτεραιότητές της, η συνέχιση της κινητοποίησης μετατράπηκε σε φάρσα. Δεν γίνεται να διεκδικείς κάτι που σ’ το προσφέρουν!

Πριν από μερικούς μήνες, η διευθύντρια του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, Δέσποινα Μουζάκη, τράβαγε μεγάλα ζόρια. Μερικοί κινηματογραφιστές, «της Ομίχλης» όπως αυτοαποκλήθηκαν, δικαίως απογοητευμένοι από την κρατική αδιαφορία, πολλοί με νέα ταινία υπό μάλης, συμφώνησαν στην ιδέα του μποϊκοτάζ. Μποϊκοτάζ στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης που, φέτος, συμπληρώνει 50 χρόνια. Διότι δεν είχε κατατεθεί ο νόμος για τον κινηματογράφο. Ως τον Σεπτέμβριο, η ιδέα του μποϊκοτάζ έκρυβε μια δίκαιη διεκδίκηση από μια κυβέρνηση που κωλυσιεργούσε συστηματικά. Έναν νέο, σύγχρονο νόμο, ο οποίος να υπολογίζει τις συνθήκες που έχουν δημιουργήσει η τεχνολογία και το άνοιγμα των συνόρων και να διορθώνει δυσλειτουργίες του παρελθόντος. Κυρίως, να κάνει πέρα τους συνδικαλιστές παράγοντες που καταφέρνουν, στις επιτροπές των κρατικών βραβείων, να φτιάχνουν τις ευκαιριακές συμμαχίες τους οι οποίες σφραγίζουν το αποτέλεσμα. Μετά την προκήρυξη των εκλογών η κινητοποίηση έχασε κάθε σημασία. Δεν μπορείς να ζητάς νόμο αν δεν λειτουργεί η Βουλή που νομοθετεί. Μετά την επικράτηση του ΠΑΣΟΚ και τη δέσμευση της νέας κυβέρνησης ότι ο νόμος για τον κινηματογράφο είναι στις προτεραιότητές της, η συνέχιση της κινητοποίησης μετατράπηκε σε φάρσα. Δεν γίνεται να διεκδικείς κάτι που σ’ το προσφέρουν! Οι «Κινηματογραφιστές στην Ομίχλη», συνεχίζοντας το μποϊκοτάζ του Φεστιβάλ, κατάφεραν από κίνηση δίκαιης διαμαρτυρίας να γίνουν τμήμα ενός παιχνιδιού εξουσίας. Ακόμα κι η ρητορική τύπου Εξαρχείων, πίσω από τις λέξεις μπορεί να κρύβει διεκδίκηση ρόλων σε μια νέα μοιρασιά. Στη μοιρασιά αυτή είναι προφανές ότι το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης είναι ένα ωραίο, ζουμερό φιλέτο.  Θεσμός εδραιωμένος, με δικό του κοινό, στη σωστή κατεύθυνση (τη διεθνή αγορά) από την εποχή του Μισέλ Δημόπουλου, ο μόνος μεγάλος ανοιχτός και κοσμοπολίτικος θεσμός της Βόρειας Ελλάδας που ξεφεύγει από την αισθητική του Ψωμιάδη και του Άνθιμου, αναπροσανατολίστηκε στις νέες συνθήκες από τη Δέσποινα Μουζάκη. Ούτε βαλκανοποιήθηκε ούτε έγλειψε τον εθνοκεντρισμό της πιάτσας. Δεν φόρεσε γραβάτα, αλλά και δεν περιθωριοποιήθηκε. Δεν παραδόθηκε ούτε στους συνδικαλιστές ούτε στις εφήμερες μόδες των ζωηρών κοσμικών της κουλτούρας. Παρέμεινε και μεγάλο και ζωηρό και νεανικό και ανήσυχο και έγκυρο. Και ευρωπαϊκό. Αυτή την ευρωπαϊκή, την κοσμοπολίτικη ταυτότητα του Φεστιβάλ έθεσαν στο στόχαστρό τους, άθελά τους ίσως, οι «ομιχλώδεις». Αρνούμενοι να στείλουν τις ταινίες τους είναι σαν να έλεγαν ότι, δείτε, έτσι θα πληγεί ο θεσμός – διότι τα γεγονότα τα φτιάχνουν οι Έλληνες και οι ταινίες τους, τα υπόλοιπα είναι παραγέμισμα. Πόσο επαρχιώτικη αντίληψη – και πόσο λάθος. Διότι το Φεστιβάλ είναι γεμάτο γεγονότα (επί τη ευκαιρία, κυνηγήστε το πρόγραμμα του Εxperimental Forum και το αφιέρωμα στην ορθολογική τρέλα του Βέρνερ Χέρτσογκ), πολύ πιο ουσιαστικά από την ομφαλοσκοπική διαμάχη του ελληνικού κινηματογράφου. Ποιος έχασε από το γινάτι των ομιχλιστών; Σίγουρα όχι η Δέσποινα Μουζάκη. Ούτε το Φεστιβάλ, που γιορτάζει τα 50 του όχι με τον σκεπτικισμό του μεσήλικου αλλά με τη ζωηρότητα ενός θεσμού ανοικτού στις προκλήσεις. Μακάρι να είναι πολλές και γοητευτικές.

ΑΧΙΝΟΙ

1. «Σκληροπυρηνικές δόσεις eurotrash, φρικτές διασκευές που θα έπρεπε να είχαν θαφτεί πέρα από το χρόνο, ελληνικά σουξέ που κάνουν τη λέξη ποπ να χάνει κάθε νόημα, χορευτικές επιτυχίες τελειωμένης ξεφτίλας και mash-up που δεν έχουν ιερό και όσιο»: έτσι προσδιορίζει το περιεχόμενο του Trashathlon, του μαραθωνίου σκουπιδοδιασκέδασης στο Bios της Πειραιώς, ο εμπνευστής του, κριτικός κινηματογράφου Ηλίας Φραγκούλης. Με τη μορφή της νοσταλγίας, που καλλωπίζει και αγιοποιεί ακόμα και τη μεγαλύτερη ασυναρτησία, και τη φτηνότερη βλακεία, ακόμα μια εκδήλωση αγνού χαβαλέ ήρθε στην πόλη. Έχετε, άραγε, σκεφτεί γιατί πουλάει ο χαβαλές; Γιατί δεν θέλει κόπο και γιατί δεν απαιτεί κανένα επίπεδο. Έτσι εξηγείται, άλλωστε, και το ότι είμαστε ο μεγαλύτερος χαβαλέ λαός της Ευρώπης…

2. Στον χαβαλέ του Bios δεν θα πάω. Αντίθετα, αδημονώ να πάω Μέγαρο, Παρασκευή και Σάββατο, να δω την παράσταση «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα: Μενέλαος Λουντέμης», σε μουσική Γιώργου Βούκανου, με κείμενα και σε σκηνοθεσία-«στάσου, μύγδαλα»-Γιάννη Βόγλη, με στίχους Μαίρης Βούκανου και με ερμηνευτές τον Πασχάλη Τερζή, πλάι στη Ζέτα Μακρυπούλια. Είμαι βεβαία ότι η Ζέτα Μακρυπούλια είναι, ακριβώς, το ερωτικό αντικείμενο του πόθου που έπλασε ο Λουντέμης για τον μικρό χωριάτη Μέλιο – ο οποίος, φυσικά, μεγάλωσε και συνέβαλε στο να γίνει η ελληνική κοινωνία όπως έγινε. Αυτή η παράσταση στο Μέγαρο πρέπει να είναι, πώς να το πω, η επιτομή της εθνικής μας αυτογνωσίας. Όσοι κυνηγούν πραγματικές εμπειρίες, για να διηγούνται στα εγγόνια τους, πάει και τελείωσε, θα πάνε Μέγαρο.

Λία Παραλία

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.