18/02/2017 20:13:25
30.7.2016 / ΜΗΝAΣ ΒΙΝΤΙAΔΗΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 1927 στις 28-07-2016

Ημερολόγιο καλοκαιριού (3): Επίσκεψη στον θείο Αντώνη... 

Ημερολόγιο καλοκαιριού (3): Επίσκεψη στον θείο Αντώνη...  - Media
 
Γυρίζω στο νησί, πάω – όπως πάντα – να πω ένα «γεια» στους αγαπημένους μου. Ο θείος μου ο Αντώνης πάντα με υποδεχόταν, τώρα όμως κοιμάται. Τον παρατηρώ πόσο γαλήνιος είναι με κλειστά τα μάτια, παίρνω μια καρέκλα και κάθομαι δίπλα του. Ώσπου να ξυπνήσει θυμάμαι μια ξεχωριστή στιγμή μαζί του, και την ξαναζώ…
 «Θέλω μια χάρη», μου λέει.
«Ό,τι πεις». Δεν μπορώ να του αρνηθώ τίποτα αυτή τη στιγμή.
«Πάρε μου στο κινητό σου τον Μίμη».
«Πες τον αριθμό κι έγινε».
Μου υπαγορεύει καμιά δεκαπενταριά νούμερα. Χτυπάει. Κάνω να του δώσω το τηλέφωνο, μα βλέπω ότι δεν μπορεί να το πιάσει. Αναγκάζομαι να βάλω ανοιχτή ακρόαση, άρα ακούω και τους δύο. Το κρατάω λίγα εκατοστά από το στόμα του.
Μια ανδρική φωνή απαντά βαρύθυμα.
«Ναι».
Ο δικός μου αλλάζει τη φωνή του και φωνάζει δυνατά στο ακουστικό:
«Κρι κρα, πετούμε ψηλά, βασιλείς ουρανού, είμαστε παντού. Α-ε-τοί!»
Η φωνή τού άλλου ξεχειλίζει από έκπληξη, απορία, θαυμασμό, αναμνήσεις, παιδικότητα:
«Ποιος… ποιος είναι;»
«Η Τσίτα. Με ποιον μιλάω;»
«Πάνθηρας εδώ. Αντώνη εσύ;»
«Μίμη!»
Σαν να σφιχταγκαλιάζονται μέσα από τους δορυφόρους.
«Τι κάνεις, ρε θηρίο. Πού βρίσκεσαι;»
«Στην Ελλάδα. Εσύ;», λέει δακρυσμένος ο Αντώνης.
«Στον Καναδά. Μια ζωή», απαντά βουρκωμένος ο Μίμης.
«Σε πεθύμησα. Γι’ αυτό έψαξα και βρήκα το τηλέφωνό σου».
«Ποιος σου το έδωσε;»
«Ο Γερολύκος, ο… Μίλτος δηλαδή».
«Βρε τον Γερολύκο. Τι κάνει;»
«Καλά είναι. Όποτε συναντηθούμε, την ίδια ιστορία μου λέει πάντα».
«Ποια ιστορία;»
«Με το φίδι στο ποτάμι. Θυμάσαι, που τυλίχτηκε στα πόδια σου και ο Γερολύκος το πετσόκοψε με το ξυράφι του κουρέα;»
«Τι λέει, μωρέ, ο παραμυθάς. Εγώ το έπνιξα με τα χέρια μου. Εκείνος ροχάλιζε».
Άλλαξα χέρι στο κινητό γιατί πιάστηκε το δεξί. Παρά την προσπάθειά μου είχα χάσει την αίσθηση ποιος είναι ο Αντώνης και ποιος ο Γερολύκος, ποιος ο Μίμης και ποιος η Τσίτα, ποιος κρύβεται πίσω από τον Πάνθηρα.
Μετά ο Μίμης - Πάνθηρας θυμήθηκε την ιστορία με τις βουτιές από ψηλά, ο Αντώνης - Τσίτα την περιπέτεια στο δάσος, ο ένας τη φάρσα με τη φωτιά στη χαρτοπετσέτα που έβαλαν στα πόδια της αλεπούς, ο άλλος τον αγώνα μπάσκετ που νίκησαν τους απέναντι.
Ετοιμαζόμουν να πω «τελειώνει η μπαταρία» όταν ο Αντώνης έβγαλε νέα κραυγή:
«Βήτα ομάδα προσκοπική». Ο άλλος γέλασε τόσο πολύ, μέχρι που άρχισε να βήχει χωρίς σταματημό.
«Τι τρέχει;»
Η φωνή του Μίμη ακουγόταν τώρα πνιχτή. Μόλις σταμάτησε τον βήχα απάντησε:
«Τίποτα, έβαλα τη μάσκα οξυγόνου».
«Κι εγώ πρέπει να μου αλλάξουν τον ορό γιατί τελειώνει», είπε ο Αντώνης.
«Γιατί, πού είσαι;»
«Στον Ευαγγελισμό. Εσύ;»
«Στο Μεμόριαλ».
«Καλά αντέξαμε ογδόντα χρόνια».
«Μια χαρά».
«Ελα, πάμε και οι δύο: Κρι κρα, πετούμε ψηλά, βασιλείς ουρανού, είμαστε παντού. Α-ε-τοί».
Εκείνη τη στιγμή η μπαταρία τέλειωσε και το σύνθημα έμεινε στον αέρα. Αμέσως τα χειροκροτήματα των άλλων ασθενών, των νοσοκόμων και του γιατρού που εφημέρευε, έκαναν τον θείο Αντώνη να δακρύσει.
Εγώ έτρεξα σαν τρελός να βρω φορτιστή. 
ΥΓ.: Ο τίτλος της ιστορίας είναι «Τα λυκόπουλα». Αφιερωμένο στο πιο ρομαντικό λυκόπουλο του Πορτ Σάιντ…
 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.