20/07/2018 19:45:51
11.7.2018 / ΞΕΝΟΦΩΝ Α. ΜΠΡΟΥΝΤΖAΚΗΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2028 στις 5-7-2018

Η μουσειακή επαναπροσέγγιση του παρελθόντος

Η μουσειακή επαναπροσέγγιση του παρελθόντος - Media
 
Πολλές φορές, προκειμένου να περιγράψουμε το παλιό, το ξεπερασμένο ή το άχρηστο, χρησιμοποιούμε στον λόγο μας την έκφραση «αυτό ή εκείνο έχει μουσειακό χαρακτήρα». Είναι, ωστόσο, σωστό να θεωρούμε τα μουσεία ως χώρους του παρελθόντος παραβλέποντας την προβολή τους στο σήμερα, στο παρόν; Προφανώς τα μουσεία δεν είναι νεκροί χώροι, πριν απ’ όλα γιατί νοηματοδοτούν το παρελθόν και, κατά συνέπεια, συγκροτούν την ταυτότητά μας. Δεν είναι ένας κενός τόπος εκθεμάτων. Τα μνημεία που περιλαμβάνουν αποτελούν απτά υλικά δείγματα με ποικίλα πολιτικά και ιστορικά συμφραζόμενα, τα οποία βρίσκονται διαρκώς στη διάθεση των επιστημονικών ερμηνειών κάθε εποχής. Η σχέση των μουσείων με το παρελθόν είναι συνεχώς μεταβαλλόμενη ανάλογα με τις εξελίξεις, κυρίως της αρχαιολογικής έρευνας.
Όπως ήδη σημειώσαμε σε προηγούμενο σημείωμά μας σχετικά με τον νόμο περί αρχαιοτήτων, «οι διάσπαρτες και εκτεθειμένες αρχαιότητες κατά την προεπαναστατική περίοδο με την απελευθέρωση γίνονται αδιάψευστα σύμβολα του νεοελληνικού κράτους, συνδέοντάς το με την αρχαιότητα. Με δυο λόγια, τα αρχαία μνημεία γίνονται τα πρώτα έτοιμα εθνικά σύμβολα. Έτσι, μέσα στις πρώτες ανειλημμένες υποχρεώσεις του νέου ελληνικού κράτους είναι να υπερασπίσει και να προστατεύσει τις αρχαιότητες από κάθε επιβουλή και κακόπιστη πράξη. Δεν είναι λίγες οι κλοπές και οι καταστροφές των μνημείων που είχαν προηγηθεί, με κορυφαία την περίπτωση του Έλγιν, αλλά βεβαίως και η εκτεταμένη καταστροφή τους από χωρικούς και η εκμετάλλευσή τους από αρχαιοκάπηλους». […] «Σύμφωνα με το άρθρο του νόμου, “όλαι αι εντός της Ελλάδος αρχαιότηται, ως έργα των προγόνων του ελληνικού λαού, θεωρούνται ως κτήμα εθνικόν όλων των Ελλήνων εν γένει”. Πρόκειται για μια διάταξη που αναγνωρίζει πανηγυρικά την προγονική κληρονομιά των Ελλήνων».
Κατόπιν, ο νόμος, στην προσπάθειά του να εκφράσει το εθνικό αφήγημα περί συνέχειας του ελληνισμού μέσω του Βυζαντίου όπως αυτό συγκροτήθηκε από τον Παπαρρηγόπουλο, περιέλαβε και τα βυζαντινά εκθέματα, τα οποία θεωρήθηκαν αρχικά ως υποδεέστερα. Η εξέλιξη των μουσείων στη χώρα, όπως αναφέρει η Ανδρομάχη Γκαζή, χωρίζεται σε πέντε περιόδους. Η πρώτη, όπου κυριαρχεί το αρχαίο παρελθόν, περιλαμβάνει την περίοδο 1829 - 1914. Η δεύτερη περίοδος επικυρώνει την ιστορική συνέχεια του έθνους μέσω της μακροχρόνιας Βυζαντινής περιόδου (1914 - 1940). Η τρίτη προσαρμόζεται στη μεταπολεμική αναγέννηση (1940 - 1970). Η τέταρτη (1970 - 2000), εκφράζει την άνθιση των μουσείων και η τελευταία, από το 2000 έως τις μέρες μας, είναι η περίοδος της ανανέωσης και αναδίπλωσης. Κάθε περίοδος αποτυπώνει τις αντιλήψεις που διαμόρφωναν, μέσα από συγκεκριμένα ιδεολογικά σχήματα, την αντίληψη του παρελθόντος, υπηρετώντας τις κοινωνικές και πολιτικές αναγκαιότητες της εποχής τους.
Έτσι, μέσω των μουσείων, η ιδεολογική διάταξη της εκθεματικής ταξινόμησης αντανακλούσε τη βασική εθνική εκδοχή της αδιάλειπτης συνέχειας του ελληνισμού. Μια εκδοχή που επηρεάζει εν πολλοίς και στις μέρες μας τη συγκρότηση του μουσειακού μας αφηγήματος.
Τα μουσειακά εκθέματα, στην ουσία, διηγούνται την εθνική ιστορία και, κατά συνέπεια, ακολουθούν τη γραπτή αποτύπωσή της. Μερικές φορές, ωστόσο, υπάρχουν περιορισμοί που δυσκολεύουν τη μουσειακή διάταξη να ακολουθήσει αναθεωρητικές θεωρήσεις, όπως, για παράδειγμα, οι αρχιτεκτονικοί περιορισμοί του νεοκλασικού κτιρίου του Αρχαιολογικού Μουσείου δυσκολεύουν την εκσυγχρονιστική επανέκθεση των αντικειμένων. Επίσης, συχνά έχει επισημανθεί από αρχαιολόγους η υποτιμημένη σε σχέση με το αρχαίο παρελθόν, μουσειακή πρόσληψη των βυζαντινών εκθεμάτων, κυρίως μετά την αναδιατύπωση και επαναξιολόγηση της βυζαντινής περιόδου. Πρόκειται για μια ιστορική περίοδο που έχει υποτιμηθεί τόσο από τους Ευρωπαίους ιστορικούς υπέρ του δυτικού Μεσαίωνα, που παραβλέπει σκανδαλωδώς την ανατολική του διάσταση, όσο και από Έλληνες βυζαντινολόγους που τον αντιμετωπίζουν μονοδιάστατα, μέσα από το πρίσμα του ευρωπαϊκού διαφωτισμού. Σημαντικό και δυσεπίλυτο ζήτημα επίσης στη διάταξη ενός μουσείου είναι η πολιτική διάσταση της ερμηνείας του, σύμφωνα με τις θεωρήσεις της επικαιρότητας.
Γίνεται φανερό ότι η έννοια της συνέχειας στην εκθεματική λογική ενός μουσείου είναι αρκετά περίπλοκη υπόθεση όταν λάβει κανείς υπόψη του τις διαφορετικές θεωρητικές προσεγγίσεις περί έθνους και εθνικής ταυτότητας. Αυτό αντιμετωπίζεται πρώτον με την παραδοσιακή θεώρηση, που αναγνωρίζει την ύπαρξη προνεωτερικών εθνοτικών δεσμών και παραδόσεων ως βασική συνιστώσα στη συγκρότηση ενός έθνους – κράτους και τη διεκδίκηση μιας ομοιογενούς εθνικής ταυτότητας. Η δεύτερη βασική συνιστώσα είναι η μοντέρνα θεώρηση, που αναγνωρίζει την έννοια της εθνικής ταυτότητας ως φαινόμενο της νεωτερικής θεώρησης της ιστορίας και αντιλαμβάνεται το έθνος – κράτος ως παραγωγό της νεωτερικής κοινωνίας το οποίο, για να συγκροτηθεί, χρειάζεται να βασιστεί σε πολιτικές ομογενοποιήσεις, βάσει ενός κοινού παρελθόντος για όλα τα εθνικά υποκείμενα. Ο τρόπος με τον οποίο ερμηνεύεται ιδεολογικά το παρελθόν, παίζει σημαντικό ρόλο τόσο για τα εκθέματα της αρχαιότητας ως εθνικής κληρονομιάς όσο και για την αντίληψη της εθνικής μας συνέχειας μέσω του Βυζαντίου, υπό το πρίσμα των αναθεωρητικών ερμηνειών και σύγχρονων προσλήψεων της περιόδου.
Γενικότερα, η σύγχρονη αντίληψη για τη λειτουργία ενός μουσείου συντείνει στον εκδημοκρατισμό του, στην ανοιχτή πρόσληψη των νέων θεωρήσεων, πράγμα που συμβαίνει στα ελληνικά μουσεία καθώς δίνεται έμφαση και στην εκπαιδευτική τους λειτουργία και στην προσπάθεια επικοινωνίας τους με διάφορα μαθησιακά κοινά διαφόρων ηλικιών.
Όπως σημειώνει η Ελένη Στεφάνου στην εισαγωγή της στο συλλογικό έργο «Το παρελθόν στο παρόν», εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2017:
«Ζητήματα μνήμης, κοινοτήτων και μικροϊστορίας βρίσκονται ολοένα και περισσότερο υπό διερεύνηση στις μουσειακές εκθέσεις. Τα “δύσκολα παρελθόντα”, αργά μεν αλλά σταθερά, τίθενται πιο ανοιχτά υπό συζήτηση. Το μουσείο συνδέεται πλέον και με άλλες μορφές αναπαράστασης, όπως η σύγχρονη καλλιτεχνική δημιουργία, και ακολουθώντας τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις της χώρας αναλαμβάνει κοινωνική δράση με τη μορφή παρέμβασης ή δράσεων προσέγγισης. Οι επαγγελματίες του μουσείου καταρτίζονται περαιτέρω και επιμορφώνονται διαρκώς, ενώ οι νέες τεχνολογίες αξιοποιούνται προσφέροντας διαδραστικούς τρόπους μετάδοσης των μηνυμάτων του μουσείου. Όλα τα παραπάνω έχουν συντελέσει στο να μετατραπεί το ελληνικό μουσείο, από προστατευτικό κέλυφος ιδεωδών και αντικειμένων, σε διεπιστημονικό φορέα πολυφωνίας και επαναπροσέγγισης του παρελθόντος».

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.