21/09/2018 22:17:51
1.9.2018 / ΑΝΤΡΙAΝΑ ΒΑΣΙΛA
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2036 στις 30-8-2018

Αντίο στον «υποκατώτατο»

Αντίο στον «υποκατώτατο» - Media

 

Πρόθεση ο εξοβελισμός της θλιβερής εξαίρεσης για τους νέους εργαζομένους

Χαράς ευαγγέλια για δεκάδες χιλιάδες εργαζομένους, οι οποίοι φαίνεται ότι τελικά θα λάβουν αύξηση στον κατώτατο μισθό τους, ο οποίος από 586 ευρώ θα φτάσει στα 800 ευρώ, σύμφωνα με όσα προανήγγειλε μεταξύ άλλων ο Αλέξης Τσίπρας στην Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ. Δεσμεύτηκε επίσης για κατάργηση του υποκατώτατου μισθού, με την αρμόδια υπουργό Εργασίας Έφη Αχτσιόγλου να την προσδιορίζει για τις αρχές του 2019...

Ο πρωθυπουργός μάλιστα χαρακτήρισε τη ρύθμιση περί υποκατώτατου μισθού, η οποία θεσμοθετήθηκε το 2012 ταυτόχρονα με τη μείωση του κατώτατου μισθού κατά 22%, «ντροπιαστική».

Έτσι, λοιπόν, σύμφωνα με πληροφορίες, η πρόθεση της ηγεσίας του υπουργείου Εργασίας είναι, για την πρώτη απόφαση και μόνον, να προβλεφθεί ένα χρονοδιάγραμμα περίπου τεσσάρων μηνών, που θα ξεκινήσει από τον Σεπτέμβριο του 2018 και θα ολοκληρωθεί τον Δεκέμβριο του 2018.

Στόχος της Αχτσιόγλου είναι να μην αιφνιδιάσει τους κοινωνικούς εταίρους, αλλά να σηματοδοτήσει τη νέα μεταμνημονιακή πολιτική του υπουργείου Εργασίας στηρίζοντας τα εισοδήματα κυρίως των χαμηλόμισθων.

Το πράσινο φως πάντως ήδη έχει δοθεί από την περασμένη Παρασκευή με το Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας (ΑΣΕ) να καλεί τις εργοδοτικές οργανώσεις που έχουν υπογράψει συλλογικές συμβάσεις εν ισχύι να καταθέσουν στο ΣΕΠΕ το μητρώο των μελών τους.

Κόντρες και αντιδράσεις

Περίπου 27 κλαδικές συμβάσεις αναμένεται να τεθούν στο τραπέζι των ειδικών επιθεωρητών, οι οποίοι θα κληθούν να διαπιστώσουν αν κάθε μία από αυτές καλύπτει το 51% του συνόλου των εργαζομένων του κλάδου. Στην πρώτη γραμμή βρίσκονται οι συμβάσεις που αφορούν τους κλάδους των ξενοδοχείων, των τραπεζών, των γραφείων ταξιδίων και τουρισμού, καθώς και των ναυτιλιακών επιχειρήσεων και ναυτικών πρακτορείων.

Το εγχείρημα δεν είναι και τόσο εύκολο, κυρίως για συμβάσεις που προβλέπουν αυξήσεις μισθών, καθώς υπάρχει μεγάλη αντίδραση από την πλευρά των εργοδοτών. Στην ίδια πλευρά τάσσονται και οι θεσμοί, οι οποίοι κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου στην κυβέρνηση λέγοντας σε όλους τους τόνους πως, εάν υπάρξει αύξηση του κατώτατου μισθού και αλλαγές στις συλλογικές συμβάσεις που θα επηρεάσουν δυσμενώς τη λειτουργία των επιχειρήσεων, τότε αυτό θα αποτελέσει σοβαρό πισωγύρισμα.

Όφελος για έναν στους τέσσερις

Αν πάντως ξεπεραστεί ο σκόπελος των θεσμών, φαίνεται ότι δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενοι με επιχειρησιακές ή άλλου τύπου συμβάσεις θα δικαιούνται άμεσα αύξηση στον κατώτατο μισθό. Μέχρι το τέλος του 2018 ή τις αρχές του 2019 ένας στους τέσσερις εργαζόμενους (3.755.427 άτομα είναι σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ το σύνολο των εργαζομένων) θα έχει αύξηση στις απολαβές του.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του πληροφοριακού συστήματος Εργάνη, περίπου 614.000 εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα αμείβονται με μεικτό μισθό έως 600 ευρώ. Οι 413.000 εξ αυτών, μάλιστα, έχουν συμβάσεις μερικής ή εκ περιτροπής απασχόλησης, δηλαδή αμείβονται με μισθό κάτω από τον κατώτατο, ενώ περίπου 200.000 έχουν συμβάσεις πλήρους απασχόλησης και μισθό μεταξύ 501 - 600 ευρώ, δηλαδή στο ύψος ακριβώς του κατώτατου (586 ευρώ μεικτά).

Σε αυτούς περιλαμβάνονται και οι νέοι κάτω των 25 ετών, οι οποίοι λαμβάνουν τον «υποκατώτατο» μισθό, ο οποίος αντιστοιχεί στο 90% του κατώτατου μισθού τον οποίο λαμβάνουν οι εργαζόμενοι άνω των 25 ετών.

● Πρώτη ομάδα συμβάσεων που θα πάει σε διαδικασία επέκτασης είναι αυτή που αφορά τα ξενοδοχεία. Τα στοιχεία έχουν δοθεί από τις εργοδοτικές οργανώσεις και τελειώνει η σύγκριση των στοιχείων με αυτά της Εργάνης για να πιστοποιηθεί το 50%+1, ότι δηλαδή τα μέρη που υπογράφουν την κλαδική σύμβαση εκπροσωπούν το 50% του κλάδου. Έχουμε ήδη σήμερα 27 κλαδικές συμβάσεις σε ισχύ, στις 21 Αυγούστου, αλλά και 13 ομοιοεπαγγελματικές.

● Δεύτερη είναι οι τράπεζες, η κλαδική σύμβαση των τραπεζοϋπαλλήλων. Η ιδιομορφία εκεί είναι ότι δεν υπάρχει ενιαία εργοδοτική οργάνωση και η κλαδική είναι υπογεγραμμένη με τις τράπεζες. Κατά συνέπεια, ο νόμος τεκμηριώνει το 70% περίπου της συμμετοχής εργαζόμενων στην κλαδική, που πλέον θα ισχύει για όλους.

Υπάρχουν τέσσερις συμβάσεις κλαδικού χαρακτήρα για ναυτιλιακές, διοικητικές και άλλες υπηρεσίες (όχι ναυτικοί), που αφορούν περίπου το 85% του κλάδου. Για το θέμα η Αχτσιόγλου τόνισε ότι:

«Εξετάζουμε ήδη τις εν ισχύι κλαδικές συλλογικές συμβάσεις προκειμένου με απόφασή μου να επεκταθούν, να κηρυχτούν δηλαδή γενικώς υποχρεωτικές. Φαίνεται ότι μέσα στις επόμενες δυο εβδομάδες θα είμαστε σε θέση να επεκτείνουμε κλαδικές συλλογικές συμβάσεις στον τουρισμό, τις τράπεζες και τη ναυτιλία, που καλύπτουν συνολικά περισσότερους από 77.000 εργαζόμενους.

»Θα συνεχίσουμε με τις επόμενες ακολουθώντας τη θεσμοθετημένη διαδικασία. Μέσω των επεκτάσεων αυτών αλλά και της αρχής της ευνοϊκότερης ρύθμισης, που απαγορεύει σε μια ατομική ή μια επιχειρησιακή σύμβαση να καθορίζει χειρότερους μισθούς και όρους εργασίας από τη συλλογική σύμβαση του κλάδου, χιλιάδες εργαζόμενοι θα δουν άμεση βελτίωση του διαθέσιμου εισοδήματός τους».

Παραγωγικότητα στο ναδίρ

Καλό πάντως είναι να θυμηθούμε ότι από το 2010 οι μισθοί έχουν υποχωρήσει (κατά μέσον όρο) πάνω από 16%, ενώ την ίδια ώρα η παραγωγικότητα της εργασίας έχει πέσει κατά 6,5%, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ. Μάλιστα η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα μεταξύ των χωρών - μελών με αρνητικό ρυθμό μεταβολής στην παραγωγικότητα της εργασίας κατά την περίοδο 2010-2016.

Όπως προκύπτει από την έρευνα του Οργανισμού, στη σχετική κατάταξη η Ελλάδα εμφανίζεται στην κορυφή της λίστας με αρνητικό ποσοστό (-1,09%), ενώ καμία άλλη χώρα - μέλος δεν είχε αρνητικό πρόσημο.

Στη δεύτερη χειρότερη θέση εμφανίζεται η Ιταλία, με ποσοστό 0,14%, ενώ στην 3η θέση συνυπάρχουν Ελβετία και Ηνωμένο Βασίλειο, με 0,23%. Ο υψηλότερος ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας εντοπίζεται στην Ιρλανδία, καθώς για την περίοδο 2010-2016 διαμορφώθηκε στο 6,12%.

Η παραγωγικότητα της εργασίας υπολογίζεται με βάση το ΑΕΠ που παράγεται ανά ώρα εργασίας. Αυτό σημαίνει ότι η μείωση που παρατηρήθηκε στην Ελλάδα κατά την περίοδο 2010-2016 συγκριτικά με την προ κρίσης περίοδο οφείλεται όχι μόνο στην ύφεση, αλλά και στο γεγονός ότι ο ρυθμός μείωσης του ΑΕΠ ήταν πολύ ταχύτερος από τον επίσης ιλιγγιώδη ρυθμό μείωσης της απασχόλησης στην Ελλάδα.

Και τελικά το γεγονός ότι η παραγωγικότητα της εργασίας υποχωρούσε στην Ελλάδα επί επτά συναπτά έτη, ενώ την ίδια περίοδο οι ρυθμοί ήταν θετικοί για την Ευρωζώνη αλλά και για τον ΟΟΣΑ, διεύρυνε ακόμα περισσότερο την ψαλίδα σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες.

Η Ελλάδα καταλαμβάνει πλέον μία από τις 12 τελευταίες θέσεις της σχετικής κατάταξης, με την παραγωγικότητα της εργασίας να ανέρχεται σε μόλις 34,8 δολάρια. Στην Ιρλανδία, που βρίσκεται στην πρώτη θέση της σχετικής κατάταξης, η παραγωγικότητα φτάνει στα 95,45 δολάρια, ενώ ακολουθούν το Λουξεμβούργο, η Νορβηγία και το Βέλγιο.

Ο μέσος όρος για τις χώρες - μέλη της Ευρωζώνης ανέρχεται στα 59,65 δολάρια, ενώ για το σύνολο των χωρών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ο σχετικός δείκτης ανέρχεται στο 53,42 δολάρια. Ευρωπαϊκές χώρες με χειρότερη επίδοση από την Ελλάδα είναι πλέον η Εσθονία, η Λιθουανία και η Λετονία, αν και η απόσταση πλέον έχει μικρύνει αισθητά σε σχέση με τα προ κρίσης επίπεδα.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.