14/10/2019 08:06:51
3.12.2018 / ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΡΥΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2049 στις 29-11-2018

Κανόνες στον... γάμο του Καραγκιόζη - Πώς «εφευρέθηκε» το σκληρό όριο ελλείμματος 3% του ΑΕΠ στην Ευρωζώνη

Κανόνες στον... γάμο του Καραγκιόζη - Πώς «εφευρέθηκε» το σκληρό όριο ελλείμματος 3% του ΑΕΠ στην Ευρωζώνη   - Media

 

Αν κάποιος θέλει να περιγράψει με όσο το δυνατόν λιγότερες λέξεις τον τρέχοντα «ψυχρό πόλεμο» μεταξύ Ρώμης και Βρυξελλών, αρκεί μια μικρή φράση: «Ο ιταλικός προϋπολογισμός παραβιάζει τον ευρωπαϊκό κανόνα για το έλλειμμα». Βλέπετε, στο επίκεντρο της διαμάχης Ε.Ε. - Ιταλίας βρίσκεται ένας κανόνας που αποτελεί τον βασικό πυλώνα λειτουργίας της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ) και περιγράφεται ως Σύμφωνο Σταθερότητας.

Στον πυρήνα του Συμφώνου Σταθερότητας βρίσκονται τρεις αριθμοί ή, για μεγαλύτερη ακρίβεια, τρία ποσοστά: οι χώρες - μέλη της Ευρωζώνης δεσμεύονται ότι θα έχουν πληθωρισμό έως 3%, δημόσιο χρέος έως 60% του ΑΕΠ και ετήσιο δημοσιονομικό έλλειμμα έως 3% του ΑΕΠ. Το πρώτο σκέλος το έχει αναλάβει η ΕΚΤ, η οποία λειτουργεί ως στρόφιγγα για το χρήμα που κυκλοφορεί εντός Ευρωζώνης. Το ζήτημα του χρέους αποτελεί ένα ξεχωριστό κεφάλαιο, το οποίο θα μας απασχολήσει λίγο αργότερα.

Ωστόσο το έλλειμμα είναι αυτό που βρίσκεται στο επίκεντρο του «πολέμου» Βρυξελλών και Ρώμης, καθώς το προσχέδιο προϋπολογισμού που η ιταλική κυβέρνηση κατέθεσε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει για το 2019 έλλειμμα 2,4% του ΑΕΠ (εντός του ορίου 3%), αλλά αυξημένες δαπάνες του δομικού ελλείμματος, που σε συνδυασμό με το υψηλό χρέος κάνει την Κομισιόν να ζητάει αναθεωρήσεις, την Ιταλία να αρνείται και τα πράγματα να φαίνεται πως οδηγούνται σε σύγκρουση.

Η ιστορία ενός κανόνα

Υπενθυμίζοντας ότι ήδη από τη δεκαετία του 2000 η Ελλάδα έχει υποχρεωθεί να ακολουθήσει ειδική διαδικασία μείωσης του ελλείμματος (τη διαβόητη «διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος»), καθώς στη συνέχεια υπήρξε η μέθοδος των μνημονίων (τυπικών και άτυπων), θα έχει ένα ενδιαφέρον να δούμε πώς η Ε.Ε. κατέληξε στον κανόνα του 3% επί του ΑΕΠ ως απαράβατο όρο για τις χώρες της Ευρωζώνης.

Παρότι πολλοί θεωρούν ότι ο κανόνας αυτός ταιριάζει περισσότερο στη Γερμανία και την οικονομική και νομισματική πολιτική που ακολουθεί παραδοσιακά, το διαβόητο 3% είναι γαλλική «εφεύρεση», έρχεται από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 και αποτέλεσε «ανακάλυψη» δύο... μπαϊλντισμένων Γάλλων οικονομολόγων.

Η ιστορία, όπως την έχει διηγηθεί ένας από τους δύο «μπαμπάδες» του κανόνα του 3%, ο οικονομολόγος Γκι Αμπέιγ, μοιάζει περισσότερο με παραμύθι παρά με πραγματική ιστορία και έχει ως εξής:

Το 1981 ο Γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Μιτεράν ανακάλυψε ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα θα έφθανε στο ιλιγγιώδες τότε ποσό των 100 δισ. γαλλικών φράγκων. Ζήτησε, λοιπόν, από το Γραφείο Εθνικού Προϋπολογισμού της χώρας να του παραδώσει μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα έναν κανόνα που θα του επέτρεπε να ελέγχει τις δαπάνες ώστε να περιορίσει το έλλειμμα.

Σκαλίζοντας τον προϋπολογισμό

Την εντολή Μιτεράν μετέφερε ο υποδιευθυντής του γραφείου Πιερ Μπιλζέρ στον Αμπέιγ και στον συνάδελφό του Ρολάν ντε Βιλπέν λέγοντάς τους ότι ο κανόνας αυτός θα έπρεπε να είναι «απλός, εύχρηστος, αλλά να δίνει και την αίσθηση επιστημοσύνης», ώστε ο Μιτεράν να τον χρησιμοποιεί κάθε φορά που κάποιος θα ζητάει υπέρβαση δαπανών.

Οι Αμπέιγ και Ντε Βιλπέν έπεσαν αμέσως με τα μούτρα στη δουλειά και αρχικά αποφάσισαν να «σκαλίσουν» τον προϋπολογισμό για να δουν τι μπορεί να βγάλουν από εκεί, καθώς τέτοιος κανόνας δεν υπήρχε, ούτε και κάποια θεωρία για να τους βοηθήσει. Ωστόσο σύντομα απογοητεύτηκαν: από τα έξοδα δεν υπήρχε κάτι που να τους κατευθύνει, ενώ ο τομέας των εσόδων ήταν ακόμα πιο ομιχλώδης.

Όπως κάθε απεγνωσμένος μακροοικονομολόγος, οι Αμπέιγ και Ντε Βιλπέν στράφηκαν στο ΑΕΠ, μήπως και καταφέρουν να βρουν μια άκρη, καθώς πλέον ο χρόνος πίεζε και ο Μιτεράν ήθελε «εδώ και τώρα» τον κανόνα του.

Έτσι μέσα στο άγχος τους αποφάσισαν να δημιουργήσουν μια «χίμαιρα», όπως τη χαρακτηρίζει ο ίδιος ο Αμπέιγ: να εκφράσουν το έλλειμμα ως ποσοστό επί του ΑΕΠ γνωρίζοντας ότι αποτελεί «δείκτη που μας δείχνει μια αχνή ιδέα για την πορεία της κατάστασης, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να θεωρείται και να χρησιμοποιείται σαν πυξίδα, διότι δεν μετράει απολύτως τίποτα».

Όπερ και εγένετο, με το ποσοστό να βγαίνει 3% (ο ίδιος ο Αμπέιγ είδε έναν συμβολισμό στο νούμερο, τις τρεις Χάριτες, την Αγία Τριάδα, τα τρία βασικά χρώματα κ.ο.κ.) και οι δύο οικονομολόγοι βρέθηκαν να έχουν στα χέρια τους αυτό που ο Μιτεράν ζητούσε, έναν κανόνα «απλό, εύχρηστο αλλά που να δίνει και την αίσθηση επιστημοσύνης».

Λίγους μήνες αργότερα, και αφού οι Αμπέιγ και Ντε Βιλπέν προσπάθησαν να «πουλήσουν» τον κανόνα του 3% στον υπουργό Προϋπολογισμού Λοράν Φαμπιούς, ο Πρόεδρος Μιτεράν σε δήλωσή του ξεκαθάρισε ότι «το έλλειμμα είναι περίπου 3% και δεν πρέπει να υπερβαίνει αυτό το ποσοστό που εφαρμόζεται στο ΑΕΠ. Αναμένω από την κυβέρνηση να σεβαστεί – δεν έχω κανέναν λόγο να αμφιβάλλω για το γεγονός αυτό, γνωρίζοντας τη δέσμευση ολόκληρης της κυβέρνησης – το ανώτατο όριο του 3%».

Χρέος, ανάπτυξη και… Excel

Μια πιο πρόσφατη ιστορία έρχεται και «κουμπώνει» στην περιγραφή του Αμπέιγ για το πώς «εφευρέθηκε» το όριο του 3% επί του ΑΕΠ για το δημοσιονομικό έλλειμμα και αφορά το χρέος. Το 2010 δύο κορυφαίοι οικονομολόγοι του Χάρβαρντ, η Κάρμεν Ράινχαρτ και ο Κένεθ Ρόγκοφ, δημοσιοποίησαν τη μελέτη τους με τίτλο «Ανάπτυξη σε εποχή χρέους», η οποία θεωρήθηκε ως ο «χρυσός κανόνας» για τις απανταχού περιοριστικές πολιτικές που εφαρμόστηκαν μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2010.

Με λίγα λόγια, οι Ράινχαρτ και Ρόγκοφ υποστήριξαν ότι, όταν το εξωτερικό χρέος μιας χώρας ξεπερνά το 90% του ΑΕΠ, τότε η ανάπτυξη της οικονομίας πέφτει στο μισό, δίνοντας στα «γεράκια της λιτότητας» ένα ισχυρό όπλο για πολιτικές σκληρών περικοπών. Μεταξύ των πλέον γνωστών οπαδών της θεωρίας ήταν ο – πάλαι ποτέ – επίτροπος Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής Όλι Ρεν (ο οποίος είχε για το θέμα και έναν θεαματικό δημόσιο καυγά με τον νομπελίστα οικονομολόγο Πολ Κρούγκμαν) και ο πρώην υπουργός Οικονομικών της Βρετανίας Τζορτζ Όσμπορν.

Τα πράγματα στράβωσαν για τη μελέτη όταν ένας μεταπτυχιακός φοιτητής του πανεπιστημίου Άμχερστ και οι δύο επιβλέποντες καθηγητές του μελέτησαν τα Excel με τα στοιχεία που οι Ράινχαρτ και Ρόγκοφ χρησιμοποίησαν για να στηρίξουν τον κανόνα τους και κατέληξαν ότι η μελέτη είχε λάθη, εσκεμμένες παραλείψεις και στατιστικές προκαταλήψεις. Με απλά λόγια, «μαγείρεμα».

Στην κριτική τους για τη μελέτη, οι οικονομολόγοι του Άμχερστ σημείωναν δηκτικά ότι «ο συνδυασμός της κατάρρευσης του εμπειρικού αποτελέσματος – ότι το υψηλό δημόσιο χρέος συνδέεται αναπόφευκτα με σημαντικά μειωμένη ανάπτυξη του ΑΕΠ – και της αδυναμίας του θεωρητικού μηχανισμού υπό τις τρέχουσες συνθήκες (...) καθιστούν το συμπέρασμα των Ράινχαρτ και Ρόγκοφ σχεδόν άνευ σημασίας για την τρέχουσα συζήτηση επί της πολιτικής».

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.