10/12/2019 12:28:14

Επιμένει σε «γκρίζες» προβλέψεις το ΔΝΤ για την Ελλάδα - Τι απαντά η Αθήνα

Επιμένει σε «γκρίζες» προβλέψεις το ΔΝΤ για την Ελλάδα - Τι απαντά η Αθήνα - Media

 

Η ανάπτυξη επέστρεψε στην Ελλάδα, αλλά μέχρι στιγμής είναι κατώτερη των προσδοκιών, εκτιμά το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στην έκθεση του άρθρου 4 για την ελληνική οικονομία. 

Η Ελλάδα έχει κάνει βήματα για τη δημιουργία μιας ανταγωνιστικότερης και πιο δυναμικής οικονομίας αναγνωρίζει η απολογιστική έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, σημειώνοντας, όμως, ότι η χώρα πρέπει να παραμείνει προσηλωμένη στον δρόμο των μεταρρυθμίσεων με στόχο τη διατήρηση της γενικότερης δημοσιονομικής ισορροπίας αλλά και την εξυγίανση του τραπεζικού τομέα.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ, μετά από 1,9% ανάπτυξη το 2018, η ανάπτυξη θα βρίσκεται στο 1,8% για το 2019, περιοριζόμενη από την έλλειψη ιδιωτικών επενδύσεων και την υποεκτέλεση των δημόσιων επενδύσεων, ενώ θα ανέβει στο 2,3% το 2020. Η έκθεση αποδίδει αυτή την επιτάχυνση στη χαλάρωση της δημοσιονομικής πολιτικής και τις υψηλότερες ιδιωτικές επενδύσεις, οι οποίες θα διευκολυνθούν από την εισροή ξένων κεφαλαίων. Παρόλα όμως αυτά, αναγνωρίζει ότι οι δυσμενείς δημογραφικές εξελίξεις και η χαμηλή παραγωγικότητα σε συνδυασμό με ορισμένες «κληρονομιές» της κρίσης θα συνεχίσουν να αποτελούν πάγιες προκλήσεις που θα επηρεάζουν τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές της ανάπτυξης. Σύμφωνα με τις προβλέψεις του ΔΝΤ, το 2022 η ανάπτυξη θα διολισθήσει στο 1,4% και μετά στο 0,9% το 2023 και το 2024.

Όπως αναφέρεται, «η νέα κυβέρνηση ορθώς δίνει προτεραιότητα στην ανάπτυξη, αλλά αντιμετωπίζει μια δύσκολη μάχη. Οι προοπτικές ανάπτυξης επηρεάζονται από κληρονομιές του παρελθόντος (υψηλό δημόσιο χρέος, μη εξυπηρετούμενα δάνεια, υπερχρεωμένους δανειολήπτες), χαμηλή παραγωγικότητα, έλλειψη επενδύσεων, ασθενής κουλτούρα πληρωμών και δυσμενή δημογραφικά στοιχεία». Αναφορικά με τους βραχυπρόθεσμους κινδύνους, το Ταμείο επισημαίνει τον αυξανόμενο εμπορικό προστατευτισμό, την ασθενέστερη παγκόσμια ανάπτυξη, τα εμπόδια που τίθενται στις οικονομικές μεταρρυθμίσεις και στην περαιτέρω επιδείνωση των ισολογισμών των τραπεζών.

Οι βραχυπρόθεσμοι κίνδυνοι κρίνονται από το ΔΝΤ ως σημαντικοί, μεταξύ άλλων από την άνοδο του προστατευτισμού και την εξασθένηση της παγκόσμιας ανάπτυξης, τις αποτυχίες στις οικονομικές μεταρρυθμίσεις και την περαιτέρω επιδείνωση των ισολογισμών των τραπεζών. Οι μεσοπρόθεσμες προοπτικές είναι πιο ισορροπημένες, ιδιαίτερα αν οι κυβερνητικές μεταρρυθμίσεις αποδώσουν ταχύτερα καρπούς και οι αγορές αντιδράσουν θετικά σε αυτή την εξέλιξη. 

Σε ό,τι αφορά τον στόχο του πρωτογενούς πλεονάσματος, το Ταμείο περιμένει να γίνει υπέρβασή του στόχου στο 3,7% του ΑΕΠ, ωστόσο το 2020, εκτιμά ότι θα υποχωρήσει στο 3,1% του ΑΕΠ, στο 2,7% το 2021, στο 2,6% το 2022, στο 2,4% το 2023 και στο 2,1% το 2024.

Χρέος

Έτσι, το ΔΝΤ εκτιμά ότι η βιωσιμότητα του χρέους δεν είναι εξασφαλισμένη, μακροπρόθεσμα, καθώς δεν διασφαλίζεται βάσει «ρεαλιστικών μακροοικονομικών δημοσιονομικών παραδοχών», καθώς το ΔΝΤ πιστεύει ότι υπάρχει υπερεκτίμηση της πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας. Η νέα ανάλυση βιωσιμότητας συμπεραίνει ότι το χρέος θα εκτοξευθεί κατά σχεδόν δέκα μονάδες υψηλότερα σε σχέση με τις προηγούμενες προβλέψεις. Προβλέπεται ότι θα διαμορφωθεί στο 176,5% του ΑΕΠ φέτος, στο 171,4% το 2020, στο 166,3% το 2021, στο 161% το 2022, στο 155,6% το 2023 και στο 152% το 2024.

Συνεπώς, το ΔΝΤ βλέπει σταδιακή μετάλλαξη του μείγματος του ελληνικού χρέους αλλά και μείωση του ως ποσοστό του ΑΕΠ. Ειδικότερα, το Ταμείο εκτιμά πως το χρέος θα κυμανθεί από το 185% του ΑΕΠ (2018) στο 145% του ΑΕΠ (2028). «Το μεγαλύτερο μέρος του δημόσιου χρέους της Ελλάδας ανήκει επί του παρόντος στον δημόσιο τομέα (80% του συνολικού δημόσιου χρέους) και αυτό το χρέος διαθέτει ευνοϊκή διάρθρωση και επιτόκιο. Καθώς το δημόσιο χρέος ωριμάζει, το ποσοστό του συνολικού δημόσιου χρέους που κατέχει ο ιδιωτικός τομέας αναμένεται να αυξηθεί από 20% το 2018 σε περίπου 30% μέχρι το 2028», σημειώνεται στην έκθεση.

Η ελληνική πλευρά, όμως, δεν φαίνεται να υιοθετεί τις εκτιμήσεις του Ταμείου για την μακροπρόθεσμή βιωσιμότητα του χρέους, καθώς ο εκπρόσωπος της Ελλάδος στο ΔΝΤ, Μιχάλης Ψαλιδόπουλος, χαρακτήρισε «απαισιόδοξες» τις εν λόγω προβλέψεις κατά τη διάρκεια των δηλώσεων που έκανε στη συνεδρίαση του Εκτελεστικού Συμβούλιου. «Οι ελληνικές αρχές εκτιμούν ότι η ανάλυση της βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους είναι εξαιρετικά απαισιόδοξη, διότι δεν λαμβάνει υπόψη την επιθετική μείωση των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων και των επιτοκίων δανεισμού που παρατηρήθηκαν τους τελευταίους δεκαοκτώ μήνες και ιδιαίτερα τους τελευταίους τρεις μήνες», τόνισε χαρακτηριστικά.

«Η νέα κυβέρνηση θα πρέπει να χρησιμοποιήσει την πολιτική της εντολή και να βελτιώσει το επενδυτικό κλίμα, μέσω του καθαρισμού των ισολογισμών των τραπεζών, τη βελτίωση της φορολογικής πολιτικής, την απλούστευση της χορήγησης αδειών για τις επιχειρήσεις, την ενίσχυση του ανταγωνισμού και την εμβάθυνση των μεταρρυθμίσεων της αγοράς εργασίας. Ένα βασικό ερώτημα είναι κατά πόσον οι αρχές μπορούν να ξεπεράσουν τα μακροχρόνια κατεστημένα συμφέροντα που παραδοσιακά εμπόδιζαν τις μεταρρυθμίσεις», επισημαίνεται χαρακτηριστικά στην έκθεση του ΔΝΤ.

Τράπεζες

Χαρακτηρίζοντας «ύψιστη προτεραιότητα» την εξυγίανση του τραπεζικού τομέα, το ΔΝΤ σημειώνει ότι «οι αδύναμες τράπεζες εμποδίζουν τις προοπτικές ανάπτυξης και δημιουργούν σημαντικούς κινδύνους για τη δημοσιονομική και χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Οι στόχοι της κυβέρνησης για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων είναι προς τη σωστή κατεύθυνση και το πρόγραμμα "Ηρακλής" θα μπορούσε να προσφέρει σημαντική υποστήριξη. Ωστόσο, χρειάζεται μια πιο ολοκληρωμένη, φιλόδοξη και καλά συντονισμένη στρατηγική για την πλήρη αποκατάσταση της υγείας των τραπεζών».

Δημοσιονομική πολιτική

Το ΔΝΤ αναφέρει ότι θα πρέπει να υπάρχει ένα ισορροπημένο μείγμα δημοσιονομικής πολιτικής, το οποίο θα ενισχύει την ανάπτυξη και θα διατηρεί συγχρόνως ένα κοινωνικό πρόσημο. Όπως σημειώνεται, «τα σχέδια για τη μείωση των άμεσων φορολογικών συντελεστών και την ενίσχυση της φορολογικής συμμόρφωσης είναι ευπρόσδεκτα, αλλά μπορούν να επιτευχθούν περισσότερα με τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης».

Σε αυτό το πλαίσιο, το ΔΝΤ επαναλαμβάνει τις πάγιες θέσεις του για τις συντάξεις και τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης αλλά και για τη μείωση των δημοσιονομικών στόχων, ώστε να απελευθερωθεί χώρος για επενδύσεις και κοινωνικές δαπάνες. Όπως αναφέρεται στην έκθεση, «για το έτος 2020 και από εκεί και εμπρός, το προσωπικό συνιστά στην κυβέρνηση και τους Ευρωπαίους εταίρους να συμφωνήσουν γύρω από μια ουσιαστικά χαμηλότερη πορεία του πρωτογενούς ισοζυγίου, δεδομένου ότι υπάρχει μεγάλη οικονομική χαλάρωση και κρίσιμες κοινωνικές δαπάνες (π.χ. στον τομέα της υγείας) και επενδυτικές ανάγκες».

Αναφορικά με τις εξελίξεις στην αγορά εργασίας, το Ταμείο καλωσορίζει τις πρόσφατες προτάσεις της κυβέρνησης, τονίζοντας, όμως, ότι πρέπει να γίνουν και άλλα βήματα για τη στήριξη της υψηλότερης απασχόλησης, της ανάπτυξης και της ανταγωνιστικότητας. Υπό αυτό το πρίσμα, δίνεται έμφαση στη μείωση του μη μισθολογικού κόστους και στη υιοθέτηση πολιτικών που θα δυναμώσουν την απασχόληση.

Σχετικά με το ξέπλυμα μαύρου χρήματος στην Ελλάδα, η έκθεση αναγνωρίζει ότι η χώρα μας έχει σημειώσει πρόοδο σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα. Παρόλα όμως αυτά σημειώνει ότι ορισμένες αδυναμίες παραμένουν και συνεπώς υπάρχει περιθώριο περαιτέρω βελτίωσης.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.