24/09/2018 23:38:59

Η καραμέλα του ανθελληνισμού

Την έχουμε πιπιλήσει πολύ τα τελευταία χρόνια. Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης κατηγορείται συχνά, εδώ και τρία χρόνια, για ανθελληνισμό. Από τότε που οι ελληνικές ταινίες αποδεσμεύτηκαν από τα Κρατικά Βραβεία – τα οποία καταργήθηκαν –, άρα και από την αναγκαία (διά νόμου) παρουσία τους στη διοργάνωση.
Γιατί τέτοια βαριά κατηγορία; Διότι πλέον γίνεται επιλογή των ταινιών. Ο καλλιτεχνικός διευθυντής Δημήτρης Εϊπίδης επιλέγει ποιες ελληνικές ταινίες θα προβληθούν στο πρόγραμμα. Ακόμα περισσότερες βρίσκουν τη θέση τους στην αγορά, εκεί όπου μπορούν να τις παρακολουθήσουν επαγγελματίες από διάφορες χώρες και να ανοίξει η τύχη τους.
Το πρόβλημα δημιουργείται με αυτές που επιλέγονται για το τμήμα «Ελληνικές Ταινίες» και, κυρίως, με αυτές που μένουν εκτός. Διότι όποιος κόβεται, γκρινιάζει. Μπορεί και δικαίως. Μπορεί, όμως, και αδίκως.
Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι: Η ταυτότητα μιας ταινίας δεν την κάνει σώνει και καλά αξιόλογη. Ούτε η ελληνικότητά της αποτελεί αδιαμφισβήτητο εισιτήριο για να συμπεριληφθεί στο πρόγραμμα ενός Φεστιβάλ, που είναι, μην ξεχνάμε, Διεθνές. Πολλές, άλλωστε, από τις ταινίες που τελικά επιλέγονται, δεν «βλέπονται». Και κατά την άποψή μου, σε τέτοιες περιπτώσεις γινόμαστε ρεζίλι στους ξένους επαγγελματίες. Αυτό είναι ζήτημα προσωπικού γούστου του καλλιτεχνικού διευθυντή, ο οποίος όμως θα κριθεί για τις επιλογές του. Γιατί αυτή είναι η δουλειά του, και γι’ αυτό τον πληρώνουμε: Για να επιλέγει και να κρίνεται. Το ίδιο συμβαίνει σε όλα τα σοβαρά διεθνή φεστιβάλ, το ίδιο συμβαίνει και στις Κάννες, όπου δεν είδα τους Γάλλους να διαμαρτύρονται επειδή ο διευθυντής του Φεστιβάλ Τιερί Φρεμό έκοψε μερικές γαλλικές ταινίες από το πρόγραμμα.
Από το 1992 το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης έγινε Διεθνές. Από πανηγύρι εσωτερικής κατανάλωσης, έγινε γιορτή του παγκόσμιου κινηματογράφου. Και παρά τις αντιδράσεις από Έλληνες κινηματογραφιστές, που ένιωσαν ότι χάνουν μια αποκλειστικά δική τους φιέστα, παραμένει μέχρι σήμερα Διεθνές.
Είναι αυτονόητο ότι ο εγχώριος κινηματογράφος πρέπει να έχει ισχυρή και δυνατή παρουσία, διότι είναι μια καλή ευκαιρία να «συνομιλήσουν» οι ελληνικές ταινίες με κοινό και επαγγελματίες. Κακά τα ψέματα όμως. Δεν διαθέτουμε καμιά φοβερή βιομηχανία κινηματογράφου, μια μικρή βιοτεχνία έχουμε, με αρκετούς αξιόλογους σκηνοθέτες – και δεν είναι μόνο η νέα γενιά που δρέπει δάφνες στο εξωτερικό και μας έχει παρασύρει να κοιτάζουμε με στραβό μάτι παλιότερους και δοκιμασμένους σκηνοθέτες.
Πόσες όμως ελληνικές ταινίες αξίζουν πραγματικά μια θέση στο πρόγραμμα ενός Διεθνούς Φεστιβάλ; Δυστυχώς είναι μετρημένες στα δάχτυλα. Γι’ αυτό και αν πέσουμε στη λογική «ελληνικό να ’ναι και ό,τι να ’ναι», ζήτω που καήκαμε.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.