17/10/2018 03:17:33

Πέτρος Φιλιππίδης:Η τέχνη δεν θα λύσει το πρόβλημα της ανεργίας

Πέτρος Φιλιππίδης:Η τέχνη δεν θα λύσει το πρόβλημα της ανεργίας - Media

Παρασκευή απόγευμα στο καμαρίνι του, στο θέατρο «Μουσούρη». Φιλόξενο, ζεστό και γεμάτο προσωπικά αντι­κείμενα, θα μπορούσε να είναι και ένα δωμάτιο του σπιτιού του. Άλλωστε, το «Μουσούρη» είναι η θεατρική του στέγη τα τελευταία έντεκα χρόνια. Φέτος ο Πέτρος Φιλιππίδης σκηνο­θετεί και πρωταγωνιστεί στο έργο του Δημήτρη Ψαθά «Φον Δημητράκης», μια σάτιρα πάνω στην άσβεστη δίψα για εξουσία και ό,τι αυτή συνεπάγεται. Ο Φιλιππίδης «κεντάει» στον πρω­ταγωνιστικό ρόλο του Δημήτρη Χαρίτου, ενός απελπισμένου ανθρωπάκου, ο οποίος, για να πάρει μια υπουργική καρέκλα από τους Γερμανούς κατακτη­τές, «πουλάει» μέχρι και την οικογένειά του. Ενώ μετά το Πάσχα θα παίξει στο νέο έργο του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη «Το κέικ», που θα ανέβει στο Εθνικό Θέατρο.
 
Ο Φιλιππίδης δέχεται με χαρά τα εύσημα για την εξαιρετική ερμηνεία του ως Φον Δημη­τράκης, αλλά «κλοτσάει» μόλις ακούσει ότι είναι «ο καλύτερος κωμικός της γενιάς του». Γίνεται λίγο αμυντικός και σε προσγει­ώνει όσο πιο ευγενικά μπορεί με χιούμορ. Αλλά δεν κάνει κα­θόλου πλάκα όταν μιλώντας για την πολιτική αυτοχαρακτηρίζε­ται «γραφικός». Γιατί; «Από τους πολιτικούς μας λείπει το όραμα. Δύσκολα κάποιος μπορεί να μας πείσει ότι θέλει το κοινό καλό. Το ξέρω ότι ακούγομαι γραφικός και όποιος διαβάσει αυτά θα γελάει… Μήπως γι’ αυτό, όπως λέτε εσείς, θεωρούμαι ο καλύτερος κωμικός;».

Το έργο ήταν μια προσωπική σας επιλογή…

Ο «Φον Δημητράκης» είναι ένα έργο που δεν ανεβαίνει εύκολα γιατί είναι ένας πολύ ειδικός χα­ρακτήρας, αρνητικός θα έλεγα, μάλλον από τους χειρότερους ανθρώπους του κόσμου! Δεν πιστεύω ότι είναι επιθυμία πολλών συναδέλφων μου να παίξουν έναν τέτοιο ρόλο, παρόλο που ξέρω από την κόρη του Ψαθά, τη Μαρία, ότι είχαν είχαν εκ­δηλώσει και άλλο, την επιθυμία να την ανεβάσουν. Εκείνη είχε απαντήσει, ιδιαίτερα τιμητικά για μένα, «κρατάω αυτό το έργο, γιατί θα ήθελα να το παίξει ο Φιλιπίδης».
 
Επομένως, το έργο τελικά «ήρθε» σε εσάς…
 
Όχι. Το επέλεξα και εκ των υστέρων μου είπε η Μαρία Ψαθά ότι με… περίμενε. Τα έργα συνήθως είναι στο κεφάλι μου πολλά χρόνια. Συζητούσα τον «Μπακαλόγατο» τέσσερα χρόνια. Είχα στο μυαλό μου τον «Φον Δημητράκη» έξι χρόνια. Όταν κατα­πιάστηκα με το έργο και σκηνοθετικά, στις πρόβες μού αποκαλύφθηκε ότι είναι ένα πολύ μεγαλύτερο και πολύ σπουδαιότερο έργο απ’ αυτό που πίστευα ή που φαίνεται.
 
Ενώ η παράσταση βγάζει γέλιο και μπορεί να χα­ρακτηριστεί κωμωδία, μιλάμε για έναν εντελώς τραγικό ήρωα…
 
Ακριβώς. Είναι ένα πλήρες έργο. Δεν θα το χαρα­κτήριζα καθαρή κωμωδία γιατί δεν είναι. Είναι μια πολιτική κωμικοτραγωδία, ένα βαθιά πολιτικό έργο. Ακριβώς αυτό δίνει μια βαθύτερη αξία. Πέρα από κωμωδία καταστάσεων, γιατί γελάς με αυτό που παθαίνουν οι ήρωες, το έργο έχει συγκίνηση, γέλιο και μήνυμα – αν κάποιος θέλει να βρει. Επειδή γράφτηκε το 1946, μέσα σε μια πολύ δύσκολη επο­χή για τη χώρα, φαντάζομαι ότι η συναισθηματική φόρτιση του συγγραφέα ήταν μεγάλη, γεγονός που με κάνει να πω ότι πρέπει να γράφτηκε σε έναν συναισθηματικό και πνευματικό οίστρο.
 
Είπατε πριν «αν κάποιος θέλει να βρει μήνυμα»…
 
Τα τελευταία χρόνια έχουμε κακομάθει το κοινό, γιατί η ζημιά που έχει γίνει στο θέατρο οφείλεται κυρίως σε εμάς. Προσπαθούν κάποιοι – δεν ξέρω ακριβώς ποιοι, αλλά φαντάζομαι – να δώσουν έναν άλλο λόγο, υποτίθεται ισχυρότερο, για τον οποίο θα έπρεπε κανείς να δει θέατρο, πέρα από τον προφανή, την ψυχαγωγία. Κατά την προσωπική μου άποψη, το θέατρο δεν έχει ούτε εκπαιδευτικό ούτε μηνυματικό χαρακτήρα, ή του­λάχιστον δεν είναι αυτός ο αυτοσκοπός.

Ο ρόλος του θεάτρου ανέκαθεν ήταν ψυχαγωγι­κός. Ακόμα κι αν πούμε ότι ο θεατής κάτι «παίρνει» στο σπίτι του και τον αλλάζει, τον εκπαιδεύει κ.λπ., βγαίνει μέσα από την ψυχαγωγία.

Εμείς λοιπόν, οι ηθοποιοί, παρέα με εσάς τους δη­μοσιογράφους, έχουμε «ψήσει» το κοινό ότι, για να πάει κανείς στο θέατρο, πρέπει κάτι να ξέρει πριν. Δεν χρειάζεται να ξέρει τίποτα.

Η τέχνη πρέπει να απευθύνεται σε όλους, δεν είναι για ελίτ. Η υψηλή τέχνη, παγκοσμίως, απο­δεδειγμένα, απευθύνεται σε όλο τον κόσμο: στον λαϊκό, τον μη λαϊκό, τον αριστοκράτη, τον κουλ­τουριάρη.

Επειδή στην Ελλάδα λειτουργούμε με ταμπέλες, εσάς σας έχουν κατατάξει στο εμπορικό λαϊκό θέαμα…
 
Το χειρότερο δεν είναι οι ταμπέλες που βάζουν κάποιοι στους άλλους, αλλά αυτές που βάζουν οι ίδιοι στον εαυτό τους. Αποφασίζει κάποιος μόνος του ότι είναι… ποιοτικός. Αυτό είναι το πιο αστείο. Να προλάβει μην τυχόν και τον χαρακτηρίσουν οι άλλοι όπως θα έπρεπε.

Απ’ ό,τι ξέρω, εσείς έχετε μια «αλλεργία» με τις ταμπέλες. Δεν αποδέχεστε ούτε τον πολύ κολα­κευτικό χαρακτηρισμό που σας έχει αποδοθεί, «ο μεγαλύτερος κωμικός της εποχής»…
 
Δεν μπορώ να λέω αυτά που λέω και μετά να κολα­κεύομαι από κάτι τέτοιο. Φυσικά και είναι κολακευ­τικό, δεν μπορώ να ισχυριστώ το αντίθετο, αλλά το σημαντικό για μένα είναι αυτό που θα δείξει ο χρό­νος. Θα ήθελα η πορεία μου στο θέατρο να είναι τέτοια ώστε να μπορέσω να αφήσω το στίγμα μου.

Κρίσεις προσωπικές περνάτε; Το επάγγελμα σας το «σηκώνει»…
 
Είναι μια δουλειά που δεν έχει να κάνει μόνο με το οι­κονομικό. Η επιθυμία είναι αυτό που κάνεις να αρέ­σει: σε σένα, στους φίλους σου, στον κόσμο, στον «χώρο» σου, στους δημοσιογράφους. Στο βάθος ο καθένας ξέρει τι έχει κάνει, έστω στο περίπου. Επί­σης, εμείς κάθε έξι μήνες ψάχνουμε τι θα κάνουμε.
 
Ναι, αλλά εσείς ανήκετε στην κατηγορία που ό,τι κάνετε θα πάει καλά. Το όνομά σας αποτελεί εγγύ­ηση επιτυχίας.
 
Τα δεδομένα αλλάζουν. Κάποτε οι παραστάσεις ήταν εκατό. Μου είπαν ότι πέρυσι έγιναν 826 παρα­στάσεις. Ο ανταγωνισμός είναι τεράστιος. Επειδή, λοιπόν, επικρατεί «ο θάνατός σου η ζωή μου», κάπως έτσι εμφανίζονται οι ταμπέλες. Υπάρχει μια θεωρία ότι, για να πετύχω εγώ, πρέπει να αποτύ­χουν οι άλλοι. Από τις 826, οι 600 παραστάσεις είναι πειραματικές. Δηλαδή το mainstream θέατρο είναι πειραματικό. Και τελικά δεν έχουν να πουν όλοι κάτι τόσο σημαντικό. Κάποιοι ψάχνουν να βρούνε δου­λειά και γίνονται οι ίδιοι παραγωγοί του εαυτού τους κάνοντας, για παράδειγμα, ένα θεατράκι σε μια είσο­δο πολυκατοικίας. Η τέχνη δεν θα λύσει το θέμα της ανεργίας. Το ξέρω ότι είναι σκληρό αυτό που λέω. Πρέπει και να έχεις κάτι να πεις, αλλά και να υπάρχει κάποιος που θέλει να το ακούσει.
 
Το έργο είναι και μια απάντηση στον φασισμό και σε όλη την κατάσταση που ζούμε σήμερα; Το είχα­τε αυτό σ το μυαλό σας;
 
Είναι. Μέσα στους βασικούς λόγους που το επέλεξα, ήταν το ότι ήταν πολιτικό. Πέρα από το ότι μιλάει εναντίον του φασισμού, μιλάει εναντίον όλων των δραμάτων που δημιουργούνται γύρω από αυτό: ο αδερφός «δίνει» τον αδερφό, για παράδειγμα. Πηγαίνει στο υπαρξιακό βάθος των χαρακτήρων. Ο Φον Δημητράκης είναι φοβισμένος, ανασφαλής, λίγος, χωρίς ισχυρές αξίες και πιστεύω. Ούτε καν στον φασισμό δεν πιστεύει. Βλέπει μόνο μια καρέκλα υπουργική. Τις ερμηνείες, πάντως, τις κάνουμε εμείς. Ο Ψαθάς δεν ήταν κομμουνιστής, αλλά, απ’ όσο ξέρουμε, ένας συντηρητικός άνθρω­πος. Οι Γερμανοί που εξέφραζαν τον φασισμό, ήταν και κατακτητές της χώρας. Σήμερα έχουν και μια άλλη αξία τα πράγματα. Το έργο δεν είναι επίκαιρο, αλλά διαχρονικό.
 
Πάντως σήμερα και Γερμανούς κατακτητές έχου­με, και φασίστες, και πολιτικούς που δεν αφήνουν την καρέκλα. Μήπως, όμως, θα ήταν απλοϊκό να εξισώσουμε τους σημερινούς πολιτικούς με τον Φον Δημητράκη που είναι ένας άνθρωπος αγράμ­ματος, απαίδευτος;
 
Θεωρείτε, δηλαδή, ότι οι πολιτικοί που μας εκπρο­σωπούν στο Κοινοβούλιο είναι κάτι καλύτερο; Οι εξαιρέσεις είναι ελάχιστες.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.