15/11/2018 01:12:20

Προς τις ευρωεκλογές...

 
Στο άμεσο μέλλον θα κληθούμε να επιλέξουμε εκπροσώπους μας στο Ευρωκοινοβούλιο. Το ότι όμως και πάλι θα ψηφίσουμε με βάση τις εσωτερικές κομματικές μας προτιμήσεις, δεν οφείλεται μόνο στο ελλιπές μας ενδιαφέρον για τη βαρύτητα αυτών των επιλογών μας. Οφείλεται κυρίως στο ότι μάλλον κανένας από τους μεγάλους τουλάχιστον κομματικούς οργανισμούς, όχι μόνο δεν θέλει, αλλά ίσως και δεν είναι σε θέση να μας κατατοπίσει σχετικά, οφείλεται με άλλα λόγια στο ότι και αυτά τα ίδια τα κόμματα δείχνουν να αγνοούν τη βαρύτητα αυτού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου[i], παραιτούμενα από τις δυνατότητές τους να συμμετάσχουν ουσιαστικά στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι [ii] (δεν έχουμε δει μέχρι τώρα σε προεκλογική διακήρυξή τους συγκεκριμένες προτάσεις, μόνο γενικόλογα και ευχές[iii]).
 
Το πρώτο ζήτημα που τίθεται, είναι περί του ρόλου αυτού του Κοινοβουλίου. Με βάση τους ισχύοντες λοιπόν όρους, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συζητά και θεσπίζει ευρωπαϊκούς νόμους και ελέγχει όλα τα όργανα της Ε.Ε., συμπεριλαμβανομένου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, αυτού δηλαδή που, εκτός των άλλων, «συντονίζει τις οικονομικές πολιτικές των χωρών - μελών της Ε.Ε. και χαράσσει την (κοινή) εξωτερική πολιτική και την (κοινή) πολιτική άμυνας της Ε.Ε.»[iv]. Είναι όμως απολύτως προφανές πως το «Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο» σε καμία από τις παραπάνω λειτουργίες του δεν φαίνεται να θεωρεί ότι υπάρχει για κάτι το κοινό, αντίθετα χρησιμοποιείται συχνά προσχηματικά για την επιβολή νόμων και κανόνων που λειτουργούν προς την απολύτως αντίθετη κατεύθυνση. Δεν δείχνει να λειτουργεί, με άλλα λόγια, για την προώθηση της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης ή έστω μιας κάποιας Ευρωπαϊκής Ενοποίησης – όπου βεβαίως η κοινή εξωτερική πολιτική και η κοινή πολιτική άμυνας είναι εκ των ων ουκ άνευ, εκτός πολλών άλλων –, αλλά μάλλον για τη διάλυσή της, με αποκομιδή κερδών από τα ισχυρότερα κράτη.

Ας δούμε πρώτα απ’ όλα αυτό που έχει καθορίσει την πορεία των μελών - κρατών της Ε.Ε.: το ευρώ. Το ευρώ λοιπόν θεσπίσθηκε ως κοινό νόμισμα, με στόχο την εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Καταδήλως όμως λειτουργεί προς την αντίθετη κατεύθυνση. Από τη στιγμή που δεν υπάρχει κοινή οικονομική πολιτική, που σημαίνει και κοινή πολιτική πρακτική, κοινή κοινωνική πρόνοια, κοινοί όροι εργασίας και καταμερισμού εργασίας, κοινοί όροι αμοιβής των εργαζομένων κ.λπ., δεν είναι δυνατόν να υπάρξει κοινό νόμισμα. Αν το κάθε κράτος είναι υπεύθυνο για τη δική του οικονομική πολιτική, τότε πρέπει να έχει και δικό του νόμισμα, που αποτελεί το κύριο προς τούτο εργαλείο. Οι πρωτοετείς φοιτητές Οικονομικών το ξέρουν καλά αυτό. Γιατί, τότε, δημιουργήθηκε και επιβλήθηκε το ευρώ; Είτε εκ του πονηρού, με στόχο και οδηγήσει σε υπερχρέωση και άρα περαιτέρω εξάρτηση των λιγότερο ανεπτυγμένων κρατών από τα ισχυρότερα, είτε για να εκβιάσει τις εξελίξεις ενοποίησης. Θέλουμε να πιστεύουμε στο δεύτερο.
 
Σε απόλυτη τώρα συσχέτιση με τα παραπάνω, οι νόμοι που ψηφίζονται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είναι καθοριστικοί για τη μοίρα των κρατών - μελών της Ε.Ε. Είτε εμμέσως, είτε ενίοτε και ευθέως, οι νόμοι που ψηφίζονται επηρεάζουν καθοριστικά την οικονομική ανάπτυξη ή την οικονομική καταβαράθρωση των επιμέρους κρατών: ένας καταμερισμός παραγωγικών αρμοδιοτήτων που καταδήλως εξυπηρετεί τα οικονομικά συμφέροντα των πλουσιοτέρων κρατών δείχνει να επιβάλλεται σιωπηρώς και η εξάρτηση των φτωχότερων βαθαίνει, ιδιαιτέρως όταν εξ αυτού του λόγου τα κράτη αυτά χάσουν τις παλαιότερες παραγωγικές τους δομές, αυτές που επιτυχώς τα οδήγησαν μέχρι την πριν από το ευρώ περίοδο. Η περίπτωση της Ελλάδας είναι το τραγικότερο γι’ αυτό παράδειγμα.
 
Βεβαίως μερικά απολύτως φύσει και θέσει ευρωπαϊκά (και ισχυρά) κράτη, αρνήθηκαν να ενταχθούν σε αυτό το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα και εξακολουθούν να χρησιμοποιούν επιτυχώς το εθνικό τους νόμισμα ως εργαλείο της οικονομικής τους πολιτικής. Τα υπόλοιπα ασυζητητί το δέχθηκαν, παραιτούμενα έτσι κάθε δικαιώματος αλλά και δυνατότητας άσκησης δικής τους οικονομικής πολιτικής, και σύρονται πίσω από τις αποφάσεις της Γερμανίας κυρίως, που καταδήλως κυριαρχεί παντού[v]. Η Γερμανία όμως εμφανώς ενδιαφέρεται μόνο για το δικό της οικονομικό (και πολιτικό) όφελος. Θεωρεί πως η πολιτική που έχει επιβάλει σε όλη πλέον την Ευρώπη, αυτή της «εσωτερικής υποτίμησης», είναι αυτή που την εξυπηρετεί περισσότερο, και αδιαφορεί για τις περί του αντιθέτου προτροπές τόσο από πλευράς ΔΝΤ όσο και από πλευράς ΗΠΑ. (Προτρέχουμε για να μη δημιουργηθούν λανθασμένες εντυπώσεις: όπως θα εκθέσουμε παρακάτω, δεν τασσόμαστε εναντίον της ύπαρξης κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος. Αντιθέτως μάλιστα: το θεωρούμε ευκαιρία και πρόκληση για την Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση).
 
Ας πάρουμε τώρα το Συμβούλιο της Ε.Ε., το οποίο υποτίθεται πως ελέγχεται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο: «συντονίζει τις οικονομικές πολιτικές των χωρών - μελών της Ε.Ε. και χαράσσει την εξωτερική πολιτική και την πολιτική άμυνας της Ε.Ε.». Τι είδους οικονομικό συντονισμό όμως μπορεί να κάνει υπό τις παρούσες συνθήκες οικονομικής και πολιτικής διάρθρωσης της Ευρώπης; Βεβαίως έχει εισαχθεί και ένας αόριστος όρος περί «διακυβερνητικής μεθόδου ανοικτού συντονισμού», που βεβαίως ούτε αυτός σημαίνει και πολλά πράγματα. Όσον αφορά τώρα στη «χάραξη κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής άμυνας της Ε.Ε.», εδώ τα πράγματα γίνονται κωμικοτραγικά. Η παραμεθόρια της Ευρώπης Ελλάδα πληρώνει τον εξοπλισμό της για την άμυνά της, αλλά και την άμυνα της (δήθεν) Ε.Ε., αγοράζει μάλιστα και τον εξοπλισμό αυτόν από κράτη της Ε.Ε. προς τα οποία υπερχρεώνεται, ενώ συγχρόνως τα υποστηρίζει με τον στρατό της. Αυτά πάντα υπό τον έλεγχο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου…
 
Είναι σαφές πως η Ευρώπη βρίσκεται σε κρίσιμη καμπή. Οι συνθήκες εκβιάζουν το μέλλον της. Τα ευρωπαϊκά κράτη οδηγήθηκαν σε μια πρώτη μορφή ενότητας και συνεργασίας μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο – με την τότε ΕΟΚ – για να αποφύγουν μελλοντικούς πολέμους. Οδηγήθηκαν στη συνέχεια – ίσως εκόντα άκοντα – σε κοινό νόμισμα, για να εκβιαστεί η περεταίρω πολιτική ενοποίησή τους[vi]. Τώρα κινδυνεύουν να τα χάσουν όλα, εξαιτίας της φανερής προσπάθειας αναβίωσης παλαιότερων εξουσιαστικών επιδιώξεων από μέρους ορισμένων κρατών της. Τα κράτη του «Νότου» δεν μπορούν υπό τις επικρατούσες συνθήκες να συνεχίσουν, με «στυλ Στουρνάρα», να υποστηρίζουν αυτήν τη δήθεν Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Ευρώπη δεν έχει πλέον έτσι παρά μόνο δύο προοπτικές: ή να διαλυθεί στα εξ ων συνετέθη, χάνοντας όμως έτσι και ό,τι μέχρι τώρα έχει επιτευχθεί – συμπεριλαμβανομένης της ειρήνης – ή να ενοποιηθεί πολιτικά και οικονομικά.
 
Από τις δύο παραπάνω προοπτικές της Ε.Ε. θεωρούμε ως μονόδρομο τη δεύτερη, αυτήν της πλήρους πολιτικής και οικονομικής ενοποίησής της. Είναι σαφές πως στο σημερινό παγκοσμιοποιημένο και εξόχως ανταγωνιστικό οικονομικό τοπίο, τα επί μέρους κράτη της δεν μπορούν να υπάρξουν μόνα τους. Ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου καθίσταται έτσι σήμερα ιστορικά κρίσιμος. Γι’ αυτό (πρέπει να) ψηφίζουμε τους ευρωβουλευτές μας. 


[i] Σε μεγάλο βαθμό ίσως να αγνοούν ή απλώς σκοπίμως να υποβαθμίζουν και τον ρόλο του Ελληνικού Κοινοβουλίου…
[ii] Μην κατηγορούμε όμως μόνο τις τελευταίες κυβερνήσεις που έχουν αποδεχθεί την ουσιαστική κατάργησή τους, μια και δεν κάνουν άλλο παρά να υπακούουν στις «ευρωπαϊκές» εντολές. Κανένα κόμμα δεν αναφέρεται στον ρόλο του εντός της (δήθεν) Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων μερικών εξ αυτών που ψευδεπίγραφα αποκαλούνται «αντιμνημονιακά».
[iii] Ως προς τα προβαλλόμενα ως παλαιότερα επιτεύγματα, έχουμε σοβαρές ενστάσεις: θεωρούμε πως λειτούργησαν περισσότερο ως ανασταλτικός παράγων ανάπτυξης. Οι όποιες χρηματοδοτήσεις των «κουτόφραγκων» χρησιμοποιήθηκαν μάλλον προς υποβοήθηση της διάλυσης του παραγωγικού ιστού της χώρας μας, τα αποτελέσματα αυτό δείχνουν.
[iv] Από την επίσημη ιστοσελίδα της Ε.Ε.
[v] Χωρίς αυτό να σημαίνει πως και η ίδια η Γερμανία είναι ασφαλισμένη έναντι του επικρατούντος τραπεζικού συστήματος, που δείχνει να λειτουργεί ολοένα και περισσότερο πολιτικά ανεξέλεγκτα. Θεωρούμε πως παίζει με τη φωτιά.
[vi] Δες και Ν. Χιωτίνης, «Η Ευρωπαϊκή διελκυστίνδα: ανάγκη άμεσης επιλογής πολιτικής», «Το Ποντίκι», 17.12.2013.


* Ο Δρ. Νικήτας Χιωτίνης είναι Αρχιτέκτων, Καθηγητής ΤΕΙ, Τμήματος Εσωτερικής Αρχιτεκτονικής και Σχεδιασμού Αντικειμένων

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.