28/11/2020 05:00:45

Παιδεία, «άσυλο» και Πανεπιστήμια


Τα τελευταία γεγονότα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών επαναφέρουν με ιδιαίτερη επίταση το θέμα του τρόπου λειτουργίας του Πανεπιστημίου, όπου περιλαμβάνεται ο ρόλος των «Πανεπιστημιακών Αρχών», ο ρόλος των φοιτητών και ο ρόλος των διαφόρων πολιτικών και μη οργανώσεών τους. Ο Πρύτανης του ΕΚΠΑ καθηγητής κος Φορτσάκης θα έλεγα ότι επιταχύνει τις εξελίξεις, καθιστώντας την επίλυση του ζητήματος κρίσιμη αλλά και κατεπείγουσα.
 
Συχνά βλέπουμε πως από φοιτητές, αλλά και μη φοιτητές, εμποδίζεται η διδασκαλία, εμποδίζεται η λειτουργία συλλογικών οργάνων, «καταλαμβάνονται» οι χώροι διδασκαλίας, προπηλακίζονται καθηγητές, προπηλακίζονται φοιτητές φοιτητικών παρατάξεων από άλλες δυναμικότερες κ.λπ. Το αποτέλεσμα είναι να εμποδίζεται η εύρυθμη λειτουργία των Πανεπιστημίων, μέχρι σημείου συχνά να μη γίνονται μαθήματα, με τεράστιο κόστος για τους φοιτητές, τουλάχιστον αυτούς για τους οποίους είναι ζωτικό ζήτημα να τελειώσουν και να πάψουν να βαρύνουν τις πενόμενες οικογένειές τους και ο αριθμός των οποίων αυξάνεται σήμερα δραματικά. Καταδήλως δυσλειτουργούν τα συλλογικά όργανα διοίκησης των Πανεπιστημίων (απαραίτητα για τη λειτουργία τους) και συχνά γίνονται τεράστιες ζημιές που τις πληρώνουν οι Έλληνες φορολογούμενοι σε βάρος της χρηματοδότησης της πραγματικής εκπαίδευσης. Φοβούμαι πως ίσως έτσι οδηγηθούμε σε καταστάσεις που η κοινωνία θα δεχθεί με ανακούφιση την ιδιωτική εκπαίδευση, ενδεχομένως άλλωστε και όλη αυτή η δυσλειτουργία των Πανεπιστημίων – συνακολούθως της μείωσης της κρατικής χρηματοδότησης και της μη πρόσληψης νέου εκπαιδευτικού προσωπικού – να προκαλείται σκοπίμως.
 
Η πάγια θέση μας, θέση ιστορικά θεμελιωμένη, είναι πως τα Πανεπιστήμια πρέπει να είναι δημόσιας ευθύνης και δημόσιας λειτουργίας και δεν πρέπει να είναι εκπαιδευτικά κέντρα με τη στενή έννοια του όρου, με μοναδικό δηλαδή στόχο να υποστηρίζουν την τρέχουσα παραγωγική διαδικασία και μόνο. Μέσα σε αυτά πρέπει να διαμορφώνεται αλλά και να προσανατολίζεται το παρόν, όσο και να προετοιμάζεται το μέλλον. Η θέση τους ήταν και θεωρούμε πως πρέπει να εξακολουθήσει να είναι στην πρωτοπορία του κοινωνικού, πολιτιστικού και πολιτικού γίγνεσθαι. Η διάστασή τους είναι ευρύτερη της στενά εννοούμενης εκπαιδευτικής τους λειτουργίας, είναι βαθιά πνευματική και πολιτική – με την πολιτική στην πραγματική έννοια του όρου, που δεν πρέπει να την ταυτίζουμε με την αγελαία συγκρότηση και πρακτική των πολιτικών κομμάτων.
 
Δυστυχώς στην Ελλάδα σήμερα βλέπουμε την Παιδεία με τη στενή έννοια του όρου της εκπαίδευσης, με μοναδικό στόχο την εξυπηρέτηση της παραγωγικής διαδικασίας. Βλέπουμε την Παιδεία εντεταλμένη να υπηρετήσει τις ανάγκες των βιομηχανιών και των επιχειρήσεων, πιστοί και στον Μαρξ και στον Άνταμ Σμιθ – και ας νομίζουν οι ζηλωτές τους πως είναι φιλοσοφικώς αντίπαλοι. Θυμηθείτε πως τα «εργοστάσια είναι οι καθεδρικοί ναοί της σύγχρονης εποχής» και πως το «αόρατο χέρι» θα κάνει την επιδίωξη ατομικού κέρδους τελικώς ωφέλιμη για την κοινωνία. Ιδιαιτέρως όλοι οι νόμοι περί «Παιδείας», που ψηφίστηκαν εν χορδαίς και οργάνοις τα τελευταία χρόνια, αυτό ενισχύουν. Ο πρύτανης του ΕΚΠΑ εφαρμόζει τον τρόπο λειτουργίας των Πανεπιστημίων έτσι όπως τα θέλει το επίσημο κράτος σήμερα: Τα πάντα το επίσημο κράτος τα βλέπει σήμερα υπό το πρίσμα της οικονομικής αποτελεσματικότητας– πόσω μάλλον τελευταία με την οικονομική κρίση ή «κρίση» – και η αλήθεια είναι πως δεν μπορεί παρά να τα δει και υπό αυτό το πρίσμα.
 
Παρά του ότι τα Πανεπιστήμια οφείλουμε να τα βλέπουμε ευρύτερα, κατ’ ουδένα τρόπο δεν μπορούν να καταστούν και χώροι κατασπατάλησης κοινωνικών πόρων, σε βάρος της υπόλοιπης κοινωνίας. Το Πανεπιστήμιο έχει στη διάθεσή του συγκεκριμένα κονδύλια να δαπανήσει. Αν, π.χ., καταστραφούν υπολογιστές του, θα αγοράσει άλλους με τα κονδύλια αυτά, σε βάρος των αναλωσίμων υλικών και άλλων ευκολιών που θα παράσχει στους φοιτητές ή των χρημάτων που θα διαθέσει για την πρόσληψη εκπαιδευτικών. Πόσω μάλλον αν οι χώροι του καταστραφούν ή ακόμα και αν καούν – και αυτό έχει συμβεί, αναφέρομαι στην καταστροφή του Πολυτεχνείου με ανυπολόγιστη υλική και ιστορική ζημία. Αν το Πανεπιστήμιο λάβει νέα κονδύλια, αυτά θα αφαιρεθούν από την ενίσχυση των αγροτών, π.χ., ή των συνταξιούχων. Τουλάχιστον αυτό θα ισχυριστεί το αρμόδιο Υπουργείο και δεν θα είναι τόσο απλή η απάντηση σε αυτό. Το ποιος όμως θα αναλάβει την προστασία του Πανεπιστημίου, προστασία που σε κάθε περίπτωση άλλωστε πρέπει να υπάρχει, είναι το άμεσο ζητούμενο, ζητούμενο που έχει επί πλέον και άλλες προεκτάσεις.
 
Προϋπόθεση επίλυσης του ζητήματος αυτού είναι όλοι να κατανοήσουμε πως το Πανεπιστήμιο και οι πανεπιστημιακοί καθηγητές δεν χρηματοδοτούνται παρά από το κοινωνικό σύνολο, των φοιτητών και των οικογενειών τους συμπεριλαμβανομένων. Οι καθηγητές είναι στην κυριολεξία υπάλληλοι των φοιτητών. Προφανώς αν είχαμε μια επιχείρηση με υπαλλήλους, δεν θα «καταλαμβάναμε» τους χώρους για να τους πληρώνουμε χωρίς να δουλεύουν και να κλείσουμε και τη δουλειά από την οποίαν αναμένουμε προσωπικά οφέλη. Η προϊούσα πόλωση των κοινωνιών σε εξουσιαστές και εξουσιαζόμενους, με αντικρουόμενα συμφέροντα – με τους καθηγητές των Πανεπιστημίων και των διοικήσεών τους να έχουν λάθρα παρεισφρήσει στους εξουσιαστές – πρέπει να αρθεί, με έναν νέο τρόπο ύπαρξης και λειτουργικής διάρθρωσης των κοινωνιών, με ένα Νέο Κοινωνικό Συμβόλαιο. Αν αυτό δεν γίνει, νομοτελειακώς τον ρόλο αυτόν θα τον αναλάβει «η μαμή της Ιστορίας» (κατά Μαρξ, η βία). Αυτό το Νέο Κοινωνικό Συμβόλαιο μπορεί να ξεκινήσει από τα Πανεπιστήμια, σύμφωνα με τον παλαιότατο και ιδρυτικό ρόλο τους στο κοινωνικό, πολιτισμικό και πολιτικό γίγνεσθαι.
 
Τα παραπάνω δεν θεωρούμε πως είναι ουτοπίες. Προτείνουμε πρώτα απ’ όλα την τήρηση του Συντάγματος. Στη συνέχεια, προτείνουμε την εμπιστοσύνη στο ένστικτο της νεολαίας μας, θα λέγαμε καλύτερα στο συλλογικό ασυνείδητο του οποίου είναι, περισσότερο από εμάς και εν πολλοίς ανιδιοτελώς, φορείς. Από τα «παιδιά που τους έλεγαν αλήτες» (και διάβαζαν επιμελώς και επί χρόνια για να πετύχουν στις πανελλήνιες εξετάσεις) μέχρι αυτά που εμπίπτουν στη ρήση του Σαββόπουλου «εφιάλτης ήταν το όνειρο, αλήθεια όμως το πάθος» – με εφιάλτες τις ψεύτικες υποσχέσεις των πολιτικών κομμάτων, όλων των πολιτικών κομμάτων, που η μικροκομματική συμπεριφορά τους εμπίπτει στο κοινό ποινικό δίκαιο – και από όλα τα υπόλοιπα που σιωπούν και αδιαφορούν για τα σημερινά τεκταινόμενα, οφείλουμε να δούμε τον σπαραγμό για την επαπειλούμενη στρέβλωση του μέλλοντός μας. Αυτό θα πρότεινα όχι μόνο στο επίσημο κράτος, αντιπροσωπευόμενο στην περίπτωση αυτή από το Υπουργείο Παιδείας, αλλά και στις θεσμοθετημένες αυτόνομες διοικήσεις των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων της χώρας. Αυτές οι τελευταίες, δεν θα πρέπει να ξεχνούν ότι, όπως μας επιβεβαιώνουν και οι νομικοί, δεν υπάρχουν νόμοι, υπάρχουν ερμηνείες των νόμων. Μάλιστα διαπιστώνω πως οι τελευταίοι νόμοι περί ΑΕΙ είναι πολύ προσεκτικά γραμμένοι, μη αντιφάσκοντας στο Σύνταγμα, μη αντιφάσκοντας στην προκειμένη περίπτωση στη συνταγματική επιταγή περί αυτοδιοικήτου των ΑΕΙ: καίτοι δείχνουν, σε μια πρώτη ανάγνωσή τους, πως υποκαθιστούν τις Πανεπιστημιακές Διοικήσεις, «κεκρυμμένα» άρθρα προσπαθούν να αποκαταστήσουν τη συνταγματικότητά τους (ο θρίαμβος του πονηρού πολιτευτή), για τον προσεκτικό κριτή τους. Θα είναι κρίμα οι διοικούντες να προβαίνουν, εν πολλοίς αδιάβαστοι, σε διαγραφές φοιτητών, π.χ., αλλά και σε διάφορα άλλα καίρια θέματα να μην μπορούν να αρθούν στο ύψος της αποστολής τους και των εκ του Συντάγματος δυνατοτήτων τους.
 
Έτσι λοιπόν θα πρότεινα στις Πανεπιστημιακές Διοικήσεις, τις «αυτοδιοικητικώς» εκλεγμένες, να οργανώσουν καλύτερα την αυτοδιοίκηση των Πανεπιστημίων τους, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας τους. Αντί να επικαλούνται, π.χ., τη βοήθεια της αστυνομίας, να βρουν τρόπους που θα συνάδουν με την προώθηση ενός Νέου Κοινωνικού Συμβολαίου, επικαλούμενοι τη συνταγματικώς κατοχυρωμένη αυτοδιοίκησή τους. Να οργανώσουν την αυτοπροστασία τους, με τη συνδρομή όλων των μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας, συμπεριλαμβανομένων των φοιτητών.
 
Με άλλα λόγια: Τα Πανεπιστήμια, αν θέλουμε να αναχθούν σε ρόλο πρωτοπορίας, θα πρέπει να μπορούν να αυτοδιοικηθούν, να αυτοοργανωθούν, να αποδείξουν ότι μπορούν να σταθούν σε ύψος πρωταγωνιστικού ρόλου και να αυτοπροστατευθούν, σεβόμενοι ταυτόχρονα τις επιταγές του Συντάγματος, το δημόσιο συμφέρον και τις δημοκρατικές επιταγές περί «ισονομίας, ισηγορίας και ισοπολιτείας». Τουλάχιστον ας το προσπαθήσουν. Αν αποτύχουν, με ευθύνη όλων, θα μετατραπούν σε απλούς χώρους παροχής υπηρεσιών – όπως τα νοσοκομεία, οι δημόσιες υπηρεσίες κ.λπ. – και οφείλουν βεβαίως να ακολουθήσουν τους ίδιους με αυτούς τρόπους λειτουργίας και προστασίας τους. Ενδεχομένως ίσως αυτό να επιζητούμε ενδομύχως όλοι, των φοιτητών συμπεριλαμβανομένων, ας μην προτρέξουμε όμως.
 
Τα ανωτέρω εγράφησαν κυρίως για να αποτελέσουν πηγή προβληματισμού και απευθύνονται προς όλους. Θέλω να πιστεύω πως δεν είναι ουτοπίες…
 
 
* Ο Δρ. Νικήτας Χιωτίνης είναι Αρχιτέκτων, Καθηγητής ΤΕΙ, Τμήματος Εσωτερικής Αρχιτεκτονικής και Σχεδιασμού Αντικειμένων

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.