ΣΑΒΒΑΤΟ 03.01.2026 00:14
MENU CLOSE

Cine Ποντίκι

13.02.2010 10:27

Μια ακόμη σπουδαία ελληνική ταινία, μερικές υποψηφιότητες για Όσκαρ και μια σκοτεινή εκδοχή για το τέλος του κόσμου σε μια κινηματογραφική εβδομάδα με αληθινό ενδιαφέρον.

Το τέλος του κόσμου. Όσο τρομακτικές κι αν δείχνουν αυτές οι τέσσερις λέξεις τοποθετημένες στη σειρά, για τον κινηματογράφο υπήρξαν συχνά το υλικό της πιο ξεδιάντροπης διασκέδασης. Τελευταίο παράδειγμα αυτής της νοοτροπίας είναι φυσικά το «2012» του Ρόλαντ Έμεριχ, το οποίο ενορχηστρώνει από τον θάνατο και την καταστροφή μια κακόφωνη συμφωνία χαβαλέ και ειδικών εφέ. Αν βρήκατε εκείνο το φιλμ διασκεδαστικό, τότε καλύτερα να μείνετε μακριά από τις αίθουσες που θα προβάλλουν τον «Δρόμο» καθώς είναι πιθανόν η θλίψη και η στενάχωρη ατμόσφαιρα της ταινίας να διαχέεται από την οθόνη σε κύματα, «μολύνοντας» με την απογοήτευσή της τη γυαλιστερή χαρά των multiplex. Πριν ο κόσμος τελειώσει και στην οθόνη είχε ήδη πεθάνει στο ομώνυμο βιβλίο του Κόρμακ ΜακΚάρθι, που εξιστορούσε συγκλονιστικά το ταξίδι προς τον Νότο ενός πατέρα και του γιου του σε μια Αμερική ερημωμένη, σκεπασμένη από ένα σύννεφο καπνού και θανάτου, που τη λυμαίνονται εξαθλιωμένοι, απελπισμένοι, πεινασμένοι, ανθρωποφάγοι επιζώντες. Δεν θα μπορούσε να είναι περισσότερο «μαύρο» και το φιλμ, το οποίο, προς τιμήν του, δεν διστάζει να κρατήσει όλη τη σκοτεινιά και την απελπισία του βιβλίου αυτούσια στην οθόνη. Μπορεί η λιτή πρόζα του ΜακΚάρθι να πετύχαινε πιο άμεσα το στόχο της, όμως το φιλμ τολμά να αποδώσει τον ανείπωτο τρόμο της πιθανότητας του τέλους δίχως να αποστρέφει το βλέμμα. Την ίδια στιγμή όμως μεταφέρει το «φως» της ελπίδας, το ένστικτο της επιβίωσης, την αγάπη ενός πατέρα για το γιο του, τη σπίθα της ίδιας μας της ανθρωπιάς που επιβιώνει ακόμη κι όταν όλα τα άλλα έχουν σβήσει. Μπορεί η ιστορία να δείχνει αποσπασματική και το φιλμ να μην προσφέρει απαντήσεις για όσους έχουν συνηθίσει να τις παίρνουν, ωστόσο, ευτυχώς και παρά τα όποια ελαττώματά του, ο «Δρόμος» δεν μοιάζει καθόλου με το είδος της ταινίας που θα περίμενες να δεις από το Χόλιγουντ. Δεν είναι μια ταινία για τη σαββατιάτικη έξοδο, εκτός κι αν προτιμάτε τη διασκέδασή σας πικρή και γεμάτη σκοτεινές σκέψεις για τη φύση μας και το μέλλον που μας περιμένει. Σκηνοθεσία: Τζον Χίλκοουτ. Πρωταγωνιστούν: Βίγκο Μόρτενσεν, Κόντι Σμιτ-ΜακΦί, Σαλρίζ Θέρον, Ρόμπερτ Ντιβάλ, Γκάι Πιρς. Χώρα: ΗΠΑ. Διάρκεια: 111΄

Μαύρο λιβάδι

Αν το να γυρίσεις την πρώτη σου μεγάλου μήκους ταινία στην Ελλάδα είναι μια ούτως ή άλλως θαρραλέα απόφαση, το να κάνεις μια ταινία εποχής μοιάζει σχεδόν με απόπειρα αυτοκτονίας. Όχι στην περίπτωση του Βαρδή Μαρινάκη όμως, ο οποίος, μετά από μερικά εξαιρετικά και βραβευμένα σε διεθνή φεστιβάλ μικρού μήκους φιλμ, δείχνει έτοιμος όχι απλά για το επόμενο βήμα, αλλά για ένα αληθινό άλμα ανάμεσα στις τάξεις των πιο ταλαντούχων του ελληνικού σινεμά. Η ταινία του τοποθετημένη στα 1600, στην τουρκοκρατούμενη τότε Ελλάδα, προτιμά σοφά την αφαίρεση από τον μαξιμαλισμό, ποντάρει στην ιστορία και την ατμόσφαιρα, δίχως όμως στιγμή να κάνει εκπτώσεις στην ιστορία, το ύφος, τις εικόνες, την ουσία της. Το πεδίο δράσης της είναι από τη μια ένα αυστηρό γυναικείο μοναστήρι, εκεί που καταφεύγει πληγωμένος ένας γενίτσαρος και περιθάλπεται από τις μοναχές κι από την άλλη, η ελεύθερη ανοιχτή φύση, σ’ αυτήν όπου θα καταφύγουν ο γενίτσαρος και μια από τις μοναχές όταν φύγουν μαζί, ακολουθώντας το ένστικτο της επιβίωσης και τις επιταγές του πόθου τους. Μόνο που και για τους δυο τους ο δρόμος δεν θα είναι εύκολος και θα γίνει ακόμη πιο δύσκολος όταν ανακαλύψουν πως η νεαρή μοναχή είναι στην πραγματικότητα αγόρι, που είχε βρει καταφύγιο στο μοναστήρι για να αποφύγει το παιδομάζωμα. Γρήγορα γίνεται σαφές πως η ιστορία της ταινίας μιλά για περισσότερα πράγματα από μια ιστορία αγάπης. Για τη φυλετική, θρησκευτική, «εθνική» ταυτότητα, για τους μηχανισμούς του πόθου και την τυφλή φύση του έρωτα, για τις επιταγές της κοινωνίας και την ελευθερία για την οποία όλη διψάμε. Ο Μαρινάκης εξερευνά τις θεματικές του με απλότητα αλλά και βάθος, και την ίδια στιγμή στήνει μια από τις πιο εντυπωσιακές εικαστικά ταινίες που είδαμε εδώ και πολύ καιρό. Συναρπαστική σαν ιστορία, μαγευτική σαν θέαμα, θυμίζει τον λυρισμό του σινεμά του Τέρενς Μάλικ και ισορροπεί δίχως να παραπατά πάνω στο τεταμένο σκοινί μιας δυνατής ερωτικής ιστορίας και μιας ενδιαφέρουσας, γεμάτης ιδέες, παραβολής. Εξαιρετική! Σκηνοθεσία: Βαρδής Μαρινάκης. Πρωταγωνιστούν: Χρήστος Πασσαλής, Σοφία Γεωργοβασίλη, Δέσποινα Μπεμπεδέλη, Μαρία Πανουριά, Δέσποινα Κούρτη. Χώρα: Ελλάδα. Διάρκεια: 104΄

Σταυροδρόμια ζωής

Τοποθετημένο στη γειτονιά Ατζαμί της Γιάφας, μιας πόλης νότια του Τελ Αβίβ, που αποτελεί αληθινό χωνευτήρι εθνικοτήτων και θρησκευτικών πιστεύω, το φιλμ είναι σκηνοθετημένο από έναν Άραβα Παλαιστίνιο κι έναν Εβραίο Ισραηλινό, κάτι που του δίνει πόντους εξαρχής και εξηγεί, ως ένα σημείο, τους λόγους που το φιλμ κερδίζει ένα βραβείο σε κάθε φεστιβάλ που συμμετέχει. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι το «Ajami» δεν είναι μια καλογυρισμένη, άρτια ταινία∙ όμως, όπως και το σενάριό της έτσι και η συνεργασία των σκηνοθετών της δείχνει «υπολογισμένη» για να πετύχει τον μέγιστο αντίκτυπο. Δομημένο σε κεφάλαια και με μια αφήγηση που μπλέκει τόσο πολλές ιστορίες ώστε να αναρωτιέσαι πώς και με ποιο τρόπο τελικά αυτές θα συνδεθούν, το φιλμ στήνει ένα πορτρέτο των «κακόφημων δρόμων» της πόλης, με τρόπο που θυμίζει τις φόρμουλες του αμερικανικού σινεμά. Κατορθώνει ωστόσο να κοιτάζει κάτω από την επιφάνεια και να φανερώνει ως ένα σημείο τη δυναμική των σχέσεων ανάμεσα στις εθνότητες που συνθέτουν το κράτος του Ισραήλ και των προβλημάτων που το βασανίζουν, ακόμη κι αν παραμένει ως το τέλος περισσότερο ένα «δραματικό θρίλερ» παρά μια πολιτική ταινία. Σκηνοθεσία: Χαρόν Σανί, Σκαντάρ Κοπτί. Πρωταγωνιστούν: Σαμίρ Καμπάχα, Ιμπραήμ Φρέγκε, Φουάντ Χαμπάς. Χώρα: Ισραήλ. Διάρκεια: 98΄

ΑΚΟΜΗ

Ο λυκάνθρωπος, του Τζο Τζόνστον.

Μετά από καθυστερήσεις, επαναλήψεις γυρισμάτων κι αναβολές, ο «Λυκάνθρωπος» φτάνει στην οθόνη με τα… δόντια του όχι και τόσο κοφτερά. Ο Μπενίτσιο Ντελ Τόρο κι ο Άντονι Χόπκινς χρησιμοποιούν κυρίως το βάρος των ονομάτων τους κι όχι τις ερμηνευτικές τους ικανότητες για τους ρόλους τους, ο τρόμος είναι σχεδόν ολοκληρωτικά απών, τα εφέ αδιάφορα και μόνο η ατμόσφαιρα δείχνει ενδιαφέρουσα.

Η πριγκίπισσα και ο βάτραχος, των Ρον Κλέμεντς, Τζον Μάσκερ.

Το κλασικό παραμύθι παίρνει μια διαφορετική τροπή στην καινούργια ταινία κινουμένων σχεδίων της Disney, που επιτέλους αποκτά μια ηρωίδα μαύρου χρώματος, σε αυτή τη χαριτωμένη αλλά υπερβολικά τυπική ταινία κινουμένων σχεδίων.

Το βουνό μπροστά, του Βασίλη Ντούρου.

Μεγάλο Σάββατο στην ελληνική επαρχία, οι σχέσεις των κατοίκων ενός απομονωμένου χωριού με μια οικογένεια Αλβανών παίρνουν φωτιά, με αφορμή μερικά πυροτεχνήματα. Ενδιαφέρουσα σεναριακή ιδέα, που όμως υπονομεύεται από την άνευρη σκηνοθεσία και τις μέτριες ερμηνείες.

Valentine’s Day, του Γκάρι Μάρσαλ.

Μια σειρά από διάσημους ηθοποιούς σε παράλληλες ιστορίες, που εκτυλίσσονται στο Λος Άντζελες τη μέρα του Αγίου Βαλεντίνου. Πιο ανούσιο, κενό και εκνευριστικό ακόμη κι από την ίδια τη «γιορτή των ερωτευμένων».

Γιώργος Ν. Κορωναίος

 

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 02.01.2026 23:55
Exit mobile version