Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ
Ακτινογραφία της ελληνικής μισθωτής εργασίας 2025: Η γενιά των 880€, οι working poor και το νέο brain drain
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ
Στο επίκεντρο της πολιτικής και οικονομικής αντιπαράθεσης βρίσκεται η κατάσταση στην ελληνική αγορά εργασίας το 2025. Ενώ η κυβέρνηση προβάλλει την αύξηση του κατώτατου μισθού στα 880 ευρώ ως ένα σημαντικό ορόσημο κοινωνικής στήριξης και οικονομικής ανάκαμψης, τα επίσημα στοιχεία που έρχονται στο φως της δημοσιότητας συνθέτουν μια διαφορετική, πολύ πιο ανησυχητική εικόνα.
Η «γενιά των 880 ευρώ»
Το πλέον αποκαλυπτικό στοιχείο των επίσημων καταγραφών για το 2025 είναι ότι σχεδόν τρεις στους δέκα εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα (ποσοστό 28,27%) αμείβονται με μεικτές αποδοχές που βρίσκονται είτε στο επίπεδο του κατώτατου μισθού είτε οριακά πάνω από αυτόν. Πρόκειται για μια τεράστια δεξαμενή εργατικού δυναμικού που εγκλωβίζεται σε αμοιβές οι οποίες, μετά τις κρατήσεις και τον φόρο, αφήνουν καθαρό διαθέσιμο εισόδημα που μόλις και μετά βίας καλύπτει τις βασικές ανάγκες στέγασης και διατροφής.
Αυτή η «κατωτατοποίηση» του μισθού δημιουργεί ένα στρεβλό μοντέλο αγοράς. Όταν το 28% της χώρας κινείται γύρω από το κατώτατο όριο, ο μισθός αυτός παύει να είναι το σημείο εκκίνησης για τους ανειδίκευτους και μετατρέπεται σε «πλαφόν» για ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Η στατιστική αυτή απεικόνιση καταρρίπτει το αφήγημα ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού συμπαρασύρει το σύνολο των αμοιβών. Αντίθετα παρατηρείται μια βίαιη συμπίεση. Επαγγέλματα που παραδοσιακά απαιτούσαν εξειδίκευση και προσέφεραν μια σχετική άνεση πλέον βλέπουν τις απολαβές τους να προσεγγίζουν επικίνδυνα το επίπεδο του ανειδίκευτου εργάτη, καθώς οι επιχειρήσεις απορροφούν το αυξημένο κόστος του κατώτατου μισθού παγώνοντας τις αυξήσεις σε όλες τις υπόλοιπες κλίμακες.
Η διάβρωση του εισοδήματος
Αν τα στοιχεία για το ύψος των μισθών είναι απογοητευτικά, η σύγκριση των αυξήσεων με τον πληθωρισμό είναι αποκαρδιωτική και αναδεικνύει το μέγεθος της εισοδηματικής απώλειας. Το 2025, η μέση ονομαστική αύξηση στους μισθούς περιορίστηκε μόλις στο 1,46%. Σε μια χρονιά όπου ο επίσημος πληθωρισμός «έτρεξε» με ρυθμό 2,4%, η μαθηματική κατάληξη είναι αναπόφευκτη: οι εργαζόμενοι υπέστησαν μια πραγματική μείωση του εισοδήματός τους.
Στην οικονομική επιστήμη ο διαχωρισμός μεταξύ ονομαστικού και πραγματικού μισθού είναι θεμελιώδης. Ο ονομαστικός μισθός είναι το ποσό που αναγράφεται στο εκκαθαριστικό. Ο πραγματικός μισθός είναι η ποσότητα των αγαθών και υπηρεσιών που μπορείς να αγοράσεις με αυτά τα χρήματα. Όταν ο πληθωρισμός (2,4%) είναι σημαντικά υψηλότερος από την αύξηση του μισθού (1,46%), τότε η αγοραστική δύναμη μειώνεται κατά περίπου 1% ετησίως. Αυτό σημαίνει πως ο εργαζόμενος, παρότι τυπικά παίρνει λίγο περισσότερα ευρώ, μπορεί να αγοράσει λιγότερα προϊόντα στο σούπερ μάρκετ, να πληρώσει λιγότερες δόσεις δανείου ή να καλύψει δυσκολότερα το αυξημένο κόστος ενέργειας.
Η στεγαστική κρίση
Δεν μπορούμε να αναλύουμε τους μισθούς χωρίς να κοιτάμε το κόστος ζωής, καθώς εδώ και χρόνια, και ιδιαίτερα το 2025, η στέγαση αποτελεί το μεγαλύτερο πρόβλημα. Με τον μέσο μισθό να αυξάνεται κατά 1,46%, τα ενοίκια στις μεγάλες πόλεις αυξήθηκαν με ρυθμούς που ξεπερνούν το 5% – 8%. Για έναν εργαζόμενο των 880 ευρώ η εύρεση αξιοπρεπούς κατοικίας μοιάζει με ακατόρθωτο σενάριο.
Η «απορρόφηση» του μισθού από το ενοίκιο και τους λογαριασμούς κοινής ωφέλειας σημαίνει ότι η εγχώρια κατανάλωση πλήττεται. Όταν τα χρήματα εξαντλούνται στις 20 του μηνός, η αγορά στερείται ρευστότητας. Οι επιχειρήσεις λιανικής βλέπουν τον τζίρο τους να πέφτει, παρότι ο κατώτατος μισθός ανέβηκε, ακριβώς επειδή η αύξηση αυτή «φαγώθηκε» από τα πάγια κόστη διαβίωσης πριν φτάσει στα ράφια των καταστημάτων.
Το χάσμα παραγωγικότητας και επιχειρηματικότητας
Οι εργοδοτικοί φορείς συχνά υποστηρίζουν ότι οι μισθοί δεν μπορούν να αυξηθούν περαιτέρω επειδή η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας παραμένει χαμηλή. Ωστόσο αυτή είναι η μισή αλήθεια. Η άλλη μισή είναι ότι η Ελλάδα διατηρεί ένα μοντέλο επιχειρηματικότητας που βασίζεται στην «ένταση εργασίας» και όχι στην «ένταση κεφαλαίου».
Αντί οι επιχειρήσεις να επενδύουν σε τεχνολογία που θα κάνει τον εργαζόμενο πιο παραγωγικό (και άρα πιο ακριβό), προτιμούν να διατηρούν χαμηλόμισθο προσωπικό για να καλύπτουν τις τρύπες της κακής οργάνωσης. Αυτό δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο: χαμηλοί μισθοί – χαμηλή εξειδίκευση – χαμηλή παραγωγικότητα. Το 2025, αυτός ο κύκλος φαίνεται να παγιώνεται, καθιστώντας την ελληνική οικονομία μια οικονομία «υπηρεσιών βάσης» που δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τις χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά.
Οι «working poor» και το νέο brain drain
Η κατάσταση αυτή δημιουργεί μια νέα κοινωνική τάξη: τους «εργαζόμενους φτωχούς» (working poor). Πρόκειται για ανθρώπους που εργάζονται κανονικά 40 ώρες την εβδομάδα, συχνά και παραπάνω, αλλά ο μισθός τους δεν επαρκεί για να τους κρατήσει πάνω από το όριο της φτώχειας.
Αυτό τροφοδοτεί ένα δεύτερο κύμα brain drain. Οι νέοι επιστήμονες, που βλέπουν ότι ακόμα και με μεταπτυχιακά οι απολαβές τους δεν ξεπερνούν τα 1.000 ευρώ μεικτά, δεν έχουν κανένα κίνητρο να παραμείνουν στην Ελλάδα. Η φυγή του πιο παραγωγικού δυναμικού της χώρας στερεί από την οικονομία τους ανθρώπους που θα μπορούσαν να την οδηγήσουν σε ανάπτυξη υψηλής προστιθέμενης αξίας. Έτσι, η χώρα καταλήγει να «εξάγει» επιστήμονες και να «εισάγει» ανειδίκευτη εργασία, βαθαίνοντας το δομικό πρόβλημα των μισθών.
Η πολιτική διάσταση της «επιτυχίας»
Η παρουσίαση των 880 ευρώ ως «επιτυχίας» αποτελεί ένα επικοινωνιακό εργαλείο που προσκρούει στην πραγματικότητα της αγοράς. Για την κυβέρνηση η αύξηση είναι ένα μετρήσιμο μέγεθος που δείχνει πρόοδο. Ωστόσο, για την οικονομική ανάλυση, η επιτυχία μιας μισθολογικής πολιτικής κρίνεται από το αν μειώνει την ανισότητα και αν ενισχύει την εγχώρια ζήτηση.
Το 2025 η ανισότητα φαίνεται να διευρύνεται. Ενώ οι εισηγμένες εταιρείες ανακοινώνουν κέρδη – ρεκόρ και τα μερίσματα αυξάνονται, το μερίδιο της εργασίας στο εθνικό εισόδημα παραμένει στάσιμο ή μειώνεται. Η ανάπτυξη που δεν διαχέεται στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας είναι μια ανάπτυξη εύθραυστη, που βασίζεται στην εσωτερική υποτίμηση και όχι στην πραγματική ευημερία.
Η ανάγκη για συλλογικές συμβάσεις
Το κλειδί για την έξοδο από αυτό το τέλμα είναι η επαναφορά της ισχύος των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Σε χώρες όπως η Δανία ή η Αυστρία, ο κατώτατος μισθός δεν ορίζεται από το κράτος, αλλά από τους κοινωνικούς εταίρους. Αυτό εξασφαλίζει ότι οι μισθοί ακολουθούν την κερδοφορία των κλάδων. Στην Ελλάδα η μονομερής απόφαση της κυβέρνησης για τον κατώτατο μισθό έχει καταστήσει τους κοινωνικούς εταίρους διακοσμητικούς, μειώνοντας τη δυναμική για ουσιαστικές αυξήσεις που θα αντικατοπτρίζουν τις πραγματικές ανάγκες της αγοράς.
Οικονομία σε σταυροδρόμι
Το 2025 αναδεικνύεται σε έτος – ορόσημο, όχι για τη μισθολογική σύγκλιση με την Ευρώπη, αλλά για την επιβεβαίωση μιας οικονομίας δύο ταχυτήτων. Από τη μία πλευρά οι μακροοικονομικοί δείκτες και τα εταιρικά κέρδη που ευημερούν και από την άλλη οι εργαζόμενοι που βλέπουν τον μόχθο τους να αξίζει κάθε χρόνο και λιγότερο. Δεν αρκεί η διοικητική αύξηση ενός κατώτατου ορίου. Απαιτείται:
● Πραγματική επαναφορά των τριετιών χωρίς τους νομικούς περιορισμούς που τις καθιστούν ανενεργές.
● Γενναία μείωση της φορολογίας στη μισθωτή εργασία, ώστε η αύξηση να φτάνει στον εργαζόμενο και όχι στα κρατικά ταμεία.
● Έλεγχος των τιμών στην ενέργεια και τα τρόφιμα, ώστε να σταματήσει η αιμορραγία του διαθέσιμου εισοδήματος.
Είναι πλέον φανερό ότι, αν δεν υπάρξει ουσιαστική ενίσχυση του πραγματικού μισθού, η ελληνική οικονομία κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε έναν φαύλο κύκλο κοινωνικής δυσαρέσκειας και οικονομικής στασιμότητας. Η «επιτυχία» δεν κρίνεται στα κυβερνητικά δελτία Τύπου, αλλά στο αν ο εργαζόμενος μπορεί στο τέλος του μήνα να ζήσει με αξιοπρέπεια. Και τα στοιχεία του 2025 δείχνουν ότι για το 28,27% των Ελλήνων η αξιοπρέπεια αυτή παραμένει ένα ζητούμενο που απομακρύνεται, καθώς οι αριθμοί ευημερούν αλλά οι άνθρωποι δυσκολεύονται.
Διαβάστε επίσης:
Τσίπρας: «Ξορκίζει» την αδράνεια, ενώ το κόμμα «σιγοψήνεται»
ΚΚΕ – 22ο Συνέδριο: Κόμμα «παντός καιρού», νέα ενισχυμένη σύνθεση των οργάνων