21/09/2018 02:23:52

Ο ορισμός της λέξεως ‘‘κόμμα’’

 

Όσοι αναζητούν στη συμπεριφορά του Έλληνα ψηφοφόρου «ιδεολογικές ταυτότητες», «προγραμματικές θέσεις» και άλλα ηχηρά παρόμοια, είναι φυσικό να σηκώνουν τα χέρια ψηλά εμπρός στο φαινόμενο των ΑΝΕΛ και την αντοχή του. Πώς επιβίωσε ένα κόμμα, ρωτούν, που ο μόνος συνεκτικός του δεσμός, η αντιμνημονιακή εξαλλοσύνη, κατέρρευσε τόσο άδοξα;

Το πράγμα είναι απλό. Η συγκολλητική ουσία του κόμματος του Παναγιώτη Καμμένου δεν ήταν το «αντιμνημόνιο» (όπως δεν ήταν άλλωστε ούτε του ΣΥΡΙΖΑ). Ευκαιριακό συνονθύλευμα ξέμπαρκων πολιτευτών της Ν.Δ. και άλλων θεσιθήρων, τους ΑΝΕΛ κράτησε όρθιους η προοπτική της εξουσίας. Όσο οι δημοσκοπήσεις έδειχναν τον ΣΥΡΙΖΑ χαμηλά, η πελατειακή τους βάση έμενε αποσυσπειρωμένη και έκανε δεύτερες σκέψεις. Μόλις ο ΣΥΡΙΖΑ πήρε καθαρά κεφάλι και η επανάληψη του συνασπισμού του Ιανουαρίου ξανάγινε πιθανή, επέστρεψαν τροχάδην στο κομματικό μαντρί. Και με το αζημίωτο! Ο ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα μαζικό δυσκολεύεται πολύ να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των πολυπληθών πελατών του. Για τους ΑΝΕΛ όσο να ’ναι τα πράγματα είναι πιο εύκολα…

«Αν υπήρχεν λεξικόν της νεοελληνικής γλώσσης, νομίζομεν ότι ο ορισμός της λέξεως ‘‘κόμμα’’ ήθελεν είναι ο ακόλουθος: ‘‘Ομάς ανθρώπων ειδότων ν’ αναγινώσκωσι και ν’ ανορθογραφώσιν, εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπό ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι να αναβιβάσωσιν αυτόν διά παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι’’».

Από την εποχή του Ροΐδη τίποτα δεν έχει αλλάξει στην ουσία, το νεοελληνικό κοινωνικό μόρφωμα εξακολουθεί να εκφράζεται πολιτικά μέσα από τέτοια «κόμματα»: έναν συρφετό δηλαδή ετερόκλιτων συνομαδώσεων που βιοπορίζονται νεμόμενες ως λάφυρό τους το κράτος. Η ευνοιοκρατία και ο παρασιτισμός, η κλεπτοκρατία, ο συντεχνιασμός, ο τοπικισμός, η οικογενειοκρατία, η παρεοκρατία και οι ποικίλοι φατριασμοί είναι τα σταθερά τους γνωρίσματα. Ωστόσο κάνουν λάθος όσοι νομίζουν ότι είναι τα κόμματα που γεννούν αυτά τα φαινόμενα. Διότι τούτα τα τελευταία τα βρίσκουμε διακεχυμένα στο σύνολο του κοινωνικού σώματος, εξίσου στα υψηλά όσο και στα χαμηλά εισοδηματικά στρώματα, στον δημόσιο και τον ιδιωτικό μας βίο. Ο νεοελληνικός κοινωνικός σχηματισμός ως εκ των καταβολών του είναι δρα και ενεργεί έτσι σε όλο το φάσμα των εκδηλώσεών του. Ο πολιτευτής δεν διαπνέεται από αρχές και πολιτική αντίληψη διαφορετική εκείνης του ψηφοφόρου του – εξού και τον εκφράζει.

Αυτό που έχει σημασία είναι να δούμε επιτέλους την ελληνική πολιτική ως έχει, χωρίς τα παραμορφωτικά γυαλιά των εισαγόμενων εννοιών, χωρίς τις ψευδεπίγραφες εκείνες ταμπέλες που περιγράφουν άλλες καταστάσεις, ισχύουσες αλλού. Να δούμε ότι όταν ο Νίκος Φελέκης, λ.χ., έγραφε μετεκλογικά ότι ο Τσίπρας «σε οκτώ μήνες έκανε τρεις εκλογές και τις κέρδισε και τις τρεις με διαφορετική μάλιστα στρατηγική και στις τρεις. Τον Ιανουάριο ήταν η αντιμνημονιακή, τον Ιούλιο στο Δημοψήφισμα η αντιευρωπαϊκή και τώρα η μνημονιακή», περιέγραφε τη γυμνή πραγματικότητα: ότι στην Ελλάδα τα ιδεολογήματα, οι διακηρύξεις, οι θέσεις, η ίδια η διάκριση μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς, είναι προσχήματα, δεν μετρούν. Μετρούν μόνο τα πρόσωπα, οι σχέσεις και τα προσδοκώμενα οφέλη από αυτές. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κέρδισε τις εκλογές ως κόμμα «αριστερό» ή έστω «ριζοσπαστικό», αλλά με τον πιο πατροπαράδοτο τρόπο: ως πάτρωνας-προστάτης ευρέων πελατειακών στρωμάτων. Που με τη σειρά τους επέλεξαν να τιμωρήσουν τους προηγούμενους προστάτες τους, τα παλιά κόμματα, όταν αυτά λόγω της κρίσης αναγκάστηκαν να αναστείλουν μονομερώς την ισχύ του προϊσχύσαντος πελατειακού συμβολαίου.

Όχι εντελώς βεβαίως! Είναι ενδιαφέρον να δει κανείς πως ακόμη και εν μέσω κρίσεως το πελατειακό μας κράτος, μεταλλασσόμενο, ζει και βασιλεύει. Η μόνη διαφορά από πρώτα είναι ότι τις άμεσες και εις είδος «υπηρεσίες» που παρείχε στους ευνοημένους του (διορισμούς, αργομισθίες, επιδόματα...) έχουν υποκαταστήσει σχεδόν πλήρως οι έμμεσες, οι πλάγιες εκδουλεύσεις. Τέτοια είναι, λ.χ., η ατιμωρησία για τις κάθε λογής καταχρήσεις και παρανομίες της κομματικής πελατείας.

Διότι δεν είναι μόνο οι επίορκοι που ελέω Κατρούγκαλου (τι μορφή, στ’ αλήθεια, πολιτικού! «Κηδεμονευομένη υπό της ουσίας» θα έλεγε γι’ αυτόν ο Κωστής Παλαμάς…) ξαναγυρνούν επιτέλους στο πόστο τους. Τι απέγιναν άραγε όλες εκείνες οι περιπτώσεις των παράνομων συντάξεων, των πλαστών αναπηριών, των παραποιημένων πτυχίων και πιστοποιητικών στο Δημόσιο; (Αθροιστικά, μιλάμε για πολλές δεκάδες χιλιάδες αδικήματα ποινικά και πειθαρχικά, με τεράστιες αστικές και διοικητικές προεκτάσεις). Μα τι άλλο; Με την άοκνη φροντίδα της αριστερής μας κυβερνήσεως, και υπό τα ευμενή όμματα της φιλοευρωπαίας αντιπολιτεύσεως, τέθηκαν σιωπηρά στο αρχείο. Κανείς δεν τις θυμάται πια. Δικαιοσύνη...

 

* Ο Κ. Κουτσουρέλης είναι συγγραφέας

 

 

 

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.