15/11/2018 07:13:43
2.8.2017 / ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΑΛΟΥΠΗΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 1979 στις 27-07-2017

Εθισμένη στο «λίπος» η Γερμανία

Εθισμένη στο «λίπος» η Γερμανία - Media

 

Γιατί αντιστέκεται στις πιέσεις για μοιρασιά πλεονασμάτων κι εξελίσσεται σε βαρίδι της παγκόσμιας οικονομίας

Η καινούργια διαμάχη εγκαινιάστηκε και τυπικά στη Σύνοδο των G20 στο Αμβούργο και στο σκηνικό θα πρωταγωνιστήσουν μια Αμερική υπέρ του προστατευτισμού και μια Γερμανία υπέρ του ελεύθερου εμπορίου. 
 
Όμως, το τελευταίο διάστημα υπάρχει και μια – αυξανόμενης έντασης – κόντρα μεταξύ πολλών μεγάλων αγγλοσαξονικών εντύπων, με ναυαρχίδα τον «Economist», και της γερμανικής πλευράς, με επίκεντρο το πλεόνασμα της Γερμανίας. Την κατηγορούν ότι το μεγάλο της πλεόνασμα βλάπτει την παγκόσμια οικονομία αλλά και ότι το μέγεθος και η επιμονή της γερμανικής αποταμίευσης έρχεται πρακτικά σε αντίθεση με την εικόνα της Άνγκελα Μέρκελ ως υπερασπίστριας του ελεύθερου εμπορίου. 
Από τη μια κατηγορείται το δόγμα του Τραμπ περί εμπορίου ως «οικονομικά αναλφάβητο» κι από την άλλη το πλεόνασμα της Γερμανίας, το γεγονός δηλαδή ότι αποταμιεύει πάρα πολλά και ξοδεύει συγκριτικά πολύ λίγα, ως πρόβλημα για τον υπόλοιπο κόσμο.
 
Το εμπορικό πλεόνασμα της Γερμανίας ήταν πέρσι σχεδόν 300 δισ. δολάρια, το μεγαλύτερο του κόσμου. Συγκριτικά, της Κίνας ανερχόταν στα 200 δισ. δολάρια. Στην ουσία, ένα εμπορικό πλεόνασμα είναι μια υπέρβαση της εθνικής αποταμίευσης έναντι των εγχώριων επενδύσεων. 
Οι Γερμανοί αντιτείνουν ότι το πλεόνασμα οφείλεται στη γηράσκουσα γερμανική κοινωνία και την ανάγκη της να αποταμιεύει περισσότερο. Ο «Economist», όμως, αποδίδει ευθέως την αύξηση στην εθνική αποταμίευση στις γερμανικές εταιρείες και τη γερμανική κυβέρνηση. 
 
Γιγάντωση
Κάτω από το πλεόνασμα της Γερμανίας υπάρχει μια συμφωνία δεκαετιών μεταξύ εταιρειών και σωματείων για συγκράτηση των μισθών. Ήταν αυτή ακριβώς η τάση που έκανε εφικτή τη γιγάντωση της γερμανικής οικονομίας με αιχμή του δόρατος τις εξαγωγές και τη μεταμόρφωσή της, από τη δεκαετία του 1990 και τον «ασθενή» της Ευρώπης, στον σημερινό πρωταθλητή.
Η νοοτροπία του γερμανικού μοντέλου έχει πολλά ζηλευτά στοιχεία. Η (γενική) αρμονία μεταξύ εταιρειών και εργαζομένων αποτελεί βασικό στοιχείο για την επιχειρηματική επιτυχία. Οι επιχειρήσεις είχαν την ευκαιρία να επενδύουν ουσιαστικά με τη συναίνεση των σωματείων.
 
Το κράτος χρηματοδοτεί ένα σύστημα επαγγελματικής κατάρτισης, σε αντίθεση με τις ΗΠΑ. Στην Αμερική οι προοπτικές εργασίας για μη εξειδικευμένους ανθρώπους, χωρίς τίτλους ανώτατων σπουδών, μαζί με την πτώση στις θέσεις εργασίας στη βιομηχανία, συνέβαλαν καθοριστικά στην άνοδο του Τραμπ και του «οικονομικού εθνικισμού» του στην εξουσία. 
Τα πολιτικά σοκ της χρονιάς που μας πέρασε, η εκλογή Τραμπ στις ΗΠΑ και το δημοψήφισμα για το Brexit στη Βρετανία, συνδέονται άμεσα με την απώλεια θέσεων ανειδίκευτων εργατών λόγω της αυτοματοποίησης και των φθηνότερων εισαγωγών, κυρίως από την Κίνα. Η Γερμανία έχει καταφέρει να διατηρήσει περισσότερες δουλειές εργατών απ’ ό,τι οι ΗΠΑ, κι αυτός είναι ένας από τους βασικούς λόγους που το ακροδεξιό AfD παραμένει στο περιθώριο της γερμανικής πολιτικής.
 
Όμως το γερμανικό μοντέλο έχει και παρενέργειες για όλους τους άλλους. Ο «Economist» γράφει ότι οδηγεί τη γερμανική οικονομία και το παγκόσμιο εμπόριο σε ανισορροπία. Η συγκράτηση των μισθών σημαίνει λιγότερες εσωτερικές δαπάνες και λιγότερες εισαγωγές. Η καταναλωτική δαπάνη στη Γερμανία έχει πέσει στο 54% του ΑΕΠ. Αντίστοιχα, στη Βρετανία βρίσκεται στο 65% και στις ΗΠΑ στο 69%. Η Γερμανία, μάλιστα, δεν είναι μόνη της. Ολλανδία, Ελβετία, Δανία και Σουηδία την ακολουθούν στο μοντέλο των μεγάλων πλεονασμάτων. 
 
Το ΔΝΤ, μάλιστα, γκρινιάζει ότι τα εμπορικά πλεονάσματα της Γερμανίας είναι μεγαλύτερα από ό,τι θεωρείται επιθυμητό για την παγκόσμια οικονομική σταθερότητα. 
Όταν μια μεγάλη οικονομία σαν τη γερμανική, με υψηλότατα ποσοστά απασχόλησης κι ελάχιστη ανεργία, έχει πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών της τάξης του 8,3% του ΑΕΠ, τότε αυτό δημιουργεί πιέσεις στο παγκόσμιο εμπορικό σύστημα. Ο υπόλοιπος κόσμος υποχρεώνεται να αντισταθμίσει ένα τέτοιο πλεόνασμα και να διατηρήσει αρκετή συλλογική ζήτηση ώστε να διατηρηθούν θέσεις εργασίας. 
Ειδικά σε χώρες όπως η Ελλάδα και η Ισπανία, τα μόνιμα ελλείμματα οδηγούν σε παρατεταμένες κρίσεις και η αναγκαστική στροφή προς τα πλεονάσματα επιτυγχάνεται με βαρύ τίμημα. Παρά το γεγονός ότι σε χώρες όπως η Ελλάδα η στροφή αυτή θεωρείται απαραίτητη, η δογματική επιμονή στην αποταμίευση και την εξοικονόμηση πόρων που δείχνει η Βόρεια Ευρώπη έκανε την προσαρμογή ακόμη πιο επώδυνη.
 
Στις δεκαετίες του ’70 και του ‘80 με τον μεγάλο πληθωρισμό, η επιμονή της Γερμανίας για υψηλά επίπεδα αποταμίευσης ήταν σταθεροποιητικός παράγοντας. Όμως σήμερα, εκτός από εύκολος στόχος για οπαδούς του προστατευτισμού όπως ο Τραμπ, αποτελεί και βαρίδι για την παγκόσμια ανάπτυξη.
 
Διορθώνεται το πρόβλημα;
Μπορεί, όμως, το γερμανικό πρόβλημα να διορθωθεί;
Θεωρείται πιθανό ότι τελικά το τεράστιο εμπορικό πλεόνασμα της Γερμανίας θα μειωθεί, όπως αυτό της Κίνας, με μια αύξηση των μισθών. Η ανεργία βρίσκεται κάτω από το 3,9%, χαμηλότερα απ’ ό,τι στις περισσότερες πλούσιες χώρες, και ο πληθυσμός σε ηλικία εργασίας θα μειωθεί, παρά τους μετανάστες που δέχεται η γερμανική οικονομία. 
Επιπρόσθετα, ενώ επί δεκαετίες το κόστος στέγασης στη Γερμανία έβαινε μειούμενο, πρόσφατα άρχισε να ανεβαίνει, που σημαίνει ότι οι (ίδιοι) μισθοί δεν θα εξασφαλίζουν πλέον όσα εξασφάλιζαν στο παρελθόν. 
Όμως το γερμανικό ένστικτο για προσεκτικά και συνετά βήματα είναι ισχυρό. Πέρυσι ο μισθός αυξήθηκε κατά 2,3%, λιγότερο από τα προηγούμενα δυο χρόνια. Με παρόμοιους ρυθμούς, αν το πλεόνασμα αφεθεί να προσαρμοστεί θα πάρει αρκετά χρόνια για να πέσει σε λογικότερα επίπεδα. 
 
Η γερμανική κυβέρνηση, από την πλευρά της, θα μπορούσε να αρχίσει να δαπανά περισσότερα. Όπως σε υποδομές δρόμων και κτήρια σχολείων που είναι σε κακή κατάσταση, λόγω της μεγάλης συγκράτησης στις δημόσιες δαπάνες, ώστε η χώρα να είναι συνεπής με τους δικούς της δημοσιονομικούς κανόνες. Η γερμανική οικονομία έχει μείνει πίσω και στον τομέα της ψηφιοποίησης, αφού βρίσκεται μόλις στην 25η θέση παγκοσμίως σε μέσες ταχύτητες λήψης (download speeds).
Αυτό που καθιστά το ζήτημα δύσκολο να λυθεί είναι ότι τα μεγάλα γερμανικά πλεονάσματα δεν είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένης οικονομικής πολιτικής, αλλά ενός επιχειρηματικού μοντέλου από το οποίο προέρχονται τόσο τα καλά για την ίδια όσο και αυτά που οι άλλοι στηλιτεύουν στη γερμανική οικονομία. 
 
Το «γερμανικό ταλέντο» για μηχανική ακριβείας και υψηλή τεχνολογία σημαίνει ότι επί δεκαετίες έχει την πρωτοκαθεδρία σε αυτοκίνητα πολυτελείας, χημικά προϊόντα και μηχανικό εξοπλισμό. Για να μπορεί να έχει βιομηχανίες ανάλογης κλίμακας σε αυτούς τους τομείς η Γερμανία χρειάζεται μια παγκόσμια αγορά. Έτσι, ολόκληρη η οικονομία της βασίζεται στις εξαγωγές και όχι στις εγχώριες δαπάνες. 
 
Για να μπορούν οι Γερμανοί να παραμένουν ανταγωνιστικοί και τα προϊόντα τους να είναι διαρκώς «ανώτερα» (των υπολοίπων), τα κέρδη έπρεπε διαρκώς να ανακυκλώνονται σε καινοτομία και δεξιότητες. Σε αυτό το μοντέλο προστέθηκαν δυο ακόμη παράγοντες:
1 Ο ανταγωνισμός από αναδυόμενες αγορές χαμηλού κόστους κάνει τα σωματεία ακόμη πιο διστακτικά στο να ζητούν αυξήσεις μισθών. Το βασικό ζητούμενο στη Γερμανία είναι η ασφάλεια των θέσεων εργασίας. Τα σωματεία ανταλλάσσουν τη συγκράτηση μισθών με την εργασιακή ασφάλεια.
Χαρακτηριστικά, ο πρόεδρος της Γερμανικής Συνδικαλιστικής Ομοσπονδίας (DGB) Ράινερ Χόφμαν δηλώνει ότι τα βασικά ζητήματα για τα μέλη τους υπερβαίνουν το ζήτημα του μισθού. Το ευέλικτο ωράριο εργασίας, η διαρκής κατάρτιση και η προσαρμογή στις νέες προκλήσεις είναι τα θέματα που απασχολούν τους εργαζομένους όλο και περισσότερο. Ο Χόφμαν τονίζει ότι «οι διαπραγματεύσεις για τους μισθούς γίνονται ανά τομέα, κι όχι συνολικά, συνεπώς πρώτα κοιτάμε το πώς τα πάει ο κάθε τομέας».
2 Οι γερμανικές επιχειρήσεις δεν τείνουν να μετατρέπουν τα υψηλά κέρδη τους σε επενδύσεις εντός Γερμανίας. Για να μπορούν να προσφέρουν στους Γερμανούς εργαζομένους ασφάλεια και εργασιακή σταθερότητα, συνδυάζουν τις επιχειρήσεις τους εντός Γερμανίας με πιο «ευέλικτα» εργοστάσια στο εξωτερικό, τα οποία και χρηματοδοτούν με τα πλεονάζοντα κέρδη.
 
Η Ατζέντα 2010
Το 2002, ο σοσιαλδημοκράτης καγκελάριος Γκέρχαρντ Σρέντερ ζήτησε από μια επιτροπή, με επικεφαλής τον Πέτερ Χαρτζ, διευθυντή της Volkswagen, και μέλη επιχειρηματίες και αρχηγούς εργατικών σωματείων, έναν οδικό χάρτη για την καταπολέμηση της ανεργίας. Οι προτάσεις υλοποιήθηκαν σε τέσσερα στάδια στο πλαίσιο ενός ευρύτερου πακέτου μεταρρυθμίσεων, της περίφημης Ατζέντας 2010. 
Το τελευταίο στάδιο υλοποιήθηκε τον Ιανουάριο του 2005. Ένα από τα αμφιλεγόμενα σημεία του ήταν ότι περιόριζε την αποζημίωση για τους μακροχρόνια άνεργους και παράλληλα όριζε ότι για να αιτηθούν οι άνεργοι για επίδομα θα έπρεπε να αποδείξουν ότι έψαχναν για εργασία ενεργά. 
 
Οι μεταρρυθμίσεις αυτές έπαιξαν μεγάλο ρόλο στην ανάδειξη της Γερμανίας από τον ασθενή της Ευρώπης στη Νο1 οικονομία της. Όμως η επιτυχία ήρθε με πολιτικό κόστος. Το SPD έχασε την υποστήριξη των εργατών και έκτοτε δεν έχει κυβερνήσει (ως επικεφαλής κυβέρνησης). 
 
Σωματεία και εταιρείες
Μεταξύ 2000 και 2007, η αύξηση των μισθών στη Γερμανία ήταν στο 1% ετησίως, τη στιγμή που ο μ.ό. του ΟΟΣΑ ήταν στο 3,5%.
Σύμφωνα με το University College του Λονδίνου, αυτό κατέστη δυνατό λόγω του συστήματος συνεργασίας στις σχέσεις μεταξύ μάνατζμεντ και εργαζομένων στις βιομηχανίες. Τα σωματεία γνώριζαν πως οι αυξήσεις μισθών μπορούσαν να βλάψουν την ανταγωνιστικότητα. Από την πλευρά τους οι επιχειρήσεις χρησιμοποιούσαν τις διαπραγματεύσεις για τους μισθούς ως μέσο για να ρίξουν το βάρος σε τομείς που θεωρούσαν ότι συνέφεραν και τις δυο πλευρές (εργαζόμενους κι επιχείρηση), όπως η συνεχής εκπαίδευση και το ελαστικό ωράριο.
 
Όλα αυτά στην πράξη σήμαιναν ότι οι επιχειρήσεις ήταν αρκετά ευέλικτες ώστε να προσαρμοστούν σε νέες προκλήσεις. Όπως η είσοδος στην Ε.Ε. κρατών «χαμηλού κόστους», σαν την Πολωνία, την Τσεχία και την Ουγγαρία και η άνοδος της Κίνας ως εξαγωγέα παγκόσμιας εμβέλειας. 
Από τα τέλη της δεκαετίας του 1990, εταιρείες και σωματεία εργαζομένων είχαν αρχίσει να απομακρύνονται από ένα σύστημα επικεντρωμένο σε ευρείες μισθολογικές συμφωνίες (που να αφορούν το σύνολο του βιομηχανικού τομέα) προς ένα σύστημα που οι μισθοί προσαρμόζονταν στις προκλήσεις και τις ιδιαιτερότητες που αντιμετώπιζαν μεμονωμένες εταιρείες.
 
Η συγκράτηση των μισθών μπορεί να κατέστησε τις γερμανικές εξαγωγές σούπερ ανταγωνιστικές αλλά η καταναλωτική δαπάνη παραμένει χαμηλά. Παρά την αύξηση της απασχόλησης, το ποσοστό του ΑΕΠ που πηγαίνει στα νοικοκυριά έχει πέσει, από 65% που ήταν στις αρχές της δεκαετίας του ’90, σε κάτω από 60%. Προς όφελος των εταιρικών κερδών...
Όμως η Γερμανία φαίνεται να είναι «καταδικασμένη» σε ένα μοντέλο που βάζει τις εξαγωγές πάνω από οτιδήποτε άλλο. Και γι’ αυτό, παρά τις πιέσεις, μάλλον θεωρείται δύσκολο να αλλάξει κατεύθυνση και να επιλέξει τη σημαντική αύξηση μισθών και δημόσιων δαπανών. 
 
Οι εκτιμήσεις, πάντως, συγκλίνουν πως ό,τι κι αν τελικώς κάνει η Γερμανία, θα το πράξει μετά τις εκλογές. CDU και SPD έχουν διαφορετικές συνταγές για το πού θα πρέπει να ρίξουν κάποια λεφτά από το πλεόνασμα, με το SPD του Σουλτς να τείνει προς δαπάνες για υποδομές και το CDU της Μέρκελ προς φοροελαφρύνσεις.
 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.