18/06/2019 10:35:10
30.10.2017 / ΞΕΝΟΦΩΝ Α. ΜΠΡΟΥΝΤΖAΚΗΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 1992 στις 27-10-2017

Ο σκληρός αγώνας για περισσότερη ομορφιά

Ο σκληρός αγώνας για περισσότερη ομορφιά - Media
 
Ένα ωραίο λογοτέχνημα, μια όμορφα διατυπωμένη ιστορία προκαλεί τεράστια ευχαρίστηση – είναι μια δωρεά ανεκτίμητη. Ισοδυναμεί με μια απόδραση από την ασχήμια που μας περιβάλλει, και αυτό ακριβώς πετυχαίνει ο Μιχάλης Μακρόπουλος με το βιβλίο του «Τσότσηγια & Ω’μ». 
 
Όπως ακριβώς συμβαίνει και στη δύστυχη Κατερίνα, την ηρωίδα της πρώτης του νουβέλας, που ξεφεύγει από τη σκληρή πραγματικότητα της καθημερινότητάς της σ’ έναν δικό της κόσμο, σε μια δική της προβολή του ωραίου. Αυτή η υπέρβαση, η τόσο ανθρώπινη, δηλαδή η προσπάθεια ανακάλυψης της ομορφιάς και καταφυγής σ’ αυτήν, αποκτά πανανθρώπινα χαρακτηριστικά. Είναι – αν το διατυπώναμε με πολιτικούς όρους – ένα πανανθρώπινο ζητούμενο. Μια μορφή ατομικής ουτοπίας. 
 
Το ίδιο ζητούμενο – το αίτημα αισθητικοποίησης της ζωής – θαρρώ πως συνδέει την πρώτη νουβέλα με τη δεύτερη: ο Ω’μ, ένας άνδρας που ζει πριν χιλιάδες χρόνια και παλεύει με τις αντιξοότητες της επιβίωσης στις πλέον ακραίες στην ανθρώπινη ιστορία μορφές της, βρίσκει καταφυγή στην αναγκαιότητα της τέχνης για να διηγηθεί τη ζωή του, να ξεπεράσει τις δυσκολίες της και να την κατανοήσει. 
 
Στον κόσμο του Μακρόπουλου όλα είναι διακριτικά, φαινομενικά ασήμαντα, με υλικά ταπεινά, μικρούς χωμάτινους τόπους, τοποθετημένους στο… πουθενά αντί για μεγαλουπόλεις, με απελπιστικά συνηθισμένους ανθρώπους δίχως ιδιαιτερότητες αντί για περισπούδαστους ήρωες και ασήμαντες καθημερινές ασχολίες αντί για φανταχτερές υποθέσεις. 
 
Ωστόσο, πόσο άλλαξε ο άνθρωπος από την εποχή των σπηλαίων μέχρι τον σύγχρονο κόσμο; Πόσο διαφορετική είναι η ζωή του Ω’μ που ζει στα σπήλαια, ξεχασμένος στην αχλύ των χιλιετηρίδων από εκείνην ενός σύγχρονου χρηματιστή που ζει στη Γουόλ Στριτ, στη Νέα Υόρκη; Για τους ίδιους ακριβώς λόγους, ο Ω’μ ζωγραφίζει στα τοιχώματα του σπηλαίου κι ο χρηματιστής ξοδεύει τα κέρδη του στους ψυχαναλυτές, αγοράζει πανάκριβα έργα τέχνης ή παρακολουθεί κονσέρτα. Αναζητούν το χαμένο τους εαυτό, το νόημα της επιβίωσης που παραμένει τραγικά ίδιο… Όλοι εξακολουθούμε (ευτυχώς) να διψάμε για ένα κομμάτι ουρανό. 
 
Η πρώτη νουβέλα με τίτλο «Τσότσηγια» (τόση δα, Τοσοδούλα) μας διηγείται την ιστορία μιας νεαρής γυναίκας από τους Αγίους Σαράντα που περνά τα σύνορα προς αναζήτηση μιας καλύτερης τύχης και ξεβράζεται στο σπίτι ενός κτηνανθρώπου, ενός χήρου χωριάτη με δυο γιους. Σε έναν φαινομενικά ειδυλλιακό τόπο, ο Μακρόπουλος προβάλλει τη δυσανάλογη βαναυσότητα, έναν κόσμο των πλέον άγριων και ακατέργαστων ενστίκτων που περιγράφει με έναν αποσβολωτικό ρεαλισμό. Ταυτόχρονα, στην απόλυτη βαρβαρότητα αντιπαραθέτει με λυρική θέρμη την καλοσύνη και τη μεγαθυμία μιας γυναίκας που βρίσκει καταφύγιο στη φαντασία της, στην παραμυθία αλλά και στην ακλόνητη μέχρι αυτοθυσίας απόφασή της να μην υποταχθεί στη βαναυσότητα, να μην της χαρίσει ούτε καν το μίσος της, την ανθρώπινη αγανάκτησή της, το αίσθημα της εκδίκησης. Η Κατερίνα, με όπλο τη φαντασία της, δίνει τον άνισο αγώνα της ομορφιάς ενάντια στην ασχήμια και κρατά ανοικτή την πόρτα για έναν κόσμο με περισσότερο… ουρανό. 
 
Στη δεύτερη νουβέλα, ένας άνθρωπος των σπηλαίων τραυματισμένος, σχεδόν ανήμπορος για κυνήγι, εγκαταλείπεται από την ομάδα του και αντιμετωπίζει τον βέβαιο θάνατό του. Το αδάμαστο ένστικτο της επιβίωσης τον ωθεί να υπερνικήσει τις ανυπέρβλητες δυσκολίες και να κρατηθεί ζωντανός αλλά και να καταλάβει ποιος είναι, να δώσει ένα όνομα στον εαυτό του, να πάρει ένα σχήμα η ύπαρξή του. Ο Μακρόπουλος περιγράφει τον άνθρωπο στις απαρχές της αυτοσυνειδησίας του. Ο Ω’μ, εγκαταλελειμμένος στην πείνα και τη μοναξιά του, έρχεται αντιμέτωπος με την πιο τολμηρή εμπειρία του, την ανακάλυψη του συναισθήματος, καθώς σκοτώνοντας τα άγρια θηράματα για να τα φάει, ταυτόχρονα νιώθει την ακατανίκητη αίσθηση να αναμοχλεύσει το παρελθόν του, να διηγηθεί την ύπαρξή του ζωγραφίζοντας στους βράχους και ανακαλύπτοντας τη μουσική των ήχων, στην αδιάλειπτη προσπάθεια του ανθρώπου να κατανοήσει τον εαυτό του, να επιδιώξει μια σχετική αποτύπωση του δικού του κόσμου. 
 
Παραμύθι και μύθος αποκτούν τη ρεαλιστική τους έκφραση μέσα από μια καθηλωτική αφήγηση και την εξαντλητική χρήση των δυνατοτήτων της γλώσσας μας που χαρίζουν στις διηγήσεις τη λογοτεχνικότητα και τη βαθύτητα του περιεχομένου δυο ιστοριών όπου η τρυφερότητα αποτυπώνεται στην πιο σκληρή εκδοχή της εκφράζοντας τον αγώνα του ανθρώπου να γίνει καλύτερος μέσα από την ανάγκη για ομορφιά. 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.