19/01/2020 07:15:39
9.1.2012

Η γενοκτονία των Αρµενίων

Η γενοκτονία των Αρµενίων - Media

Η Γαλλική Εθνοσυνέλευση ψήφισε την ποινικοποίηση της άρνησης της γενο­κτονίας των Αρµενίων, η οποία έχει αναγνωριστεί στη Γαλλία από το 2001. Το νοµοσχέδιο, που έχει προκαλέσει την οργή της Τουρκίας, συντάχθηκε στη νοµοθετική βάση της ποινικοποίησης της άρνησης του Ολοκαυτώ­µατος, την οποία έχει υιοθετήσει η Γαλλία από το 1990.

Προβλέπει ανώτατη ποινή φυλάκισης ενός έτους και πρόστιµο 45.000 ευρώ και, στις αρχές του έτους, πρόκειται να κατατεθεί προς έγκριση στη Γερουσία.

Η αντίδραση της Τουρκίας υπήρξε έντονη, θυ­µίζοντας στην παγκόσµια κοινότητα τον… ασιατι­κό χαρακτήρα της γείτονος χώρας. Ας θυµηθού­µε ωστόσο πώς άρχισε η ιστορία προκειµένου να αναγνωριστεί µια τροµαχτική ιστορική αλήθεια.

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΜΕΛΩΝ ΤΟΥ ΔΙΑΡΚΟΥΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΩΝ ΛΑΩΝ ΠΟΥ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΑΝ ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΩΝ ΕΝΟΡΚΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΗ ΣΤΗ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ ΤΩΝ ΑΡΜΕΝΙΩΝ ΣΥΝΕΔΡΙΑ Παρίσι 13-16 Απριλίου 1984

♦ Madjid Bench ick (Αλγερία), καθηγητής του Διε­θνούς Δικαίου στο Πανεπιστήµιο του Αλγερίου.

♦  Georges Casalis (Γαλλία), θεολόγος, επίτιµος καθηγητής στο Προτεσταντικό Ινστιτούτο Θεολο-γίας του Παρισιού.

♦  Harald Edelstam (Σουηδία), πρώην πρέσβης στη Χιλή και στην Αλγερία.

♦  Richard Falk (ΗΠΑ), καθηγητής του Διεθνούς Δικαίου στο Πανεπιστήµιο του Princeton.

♦ Ken Fry (Αυστραλία), µέλος του Κοινοβουλίου.

♦ Andrea Giardina (Ιρλανδία), νοµικός, πρόεδρος του Διεθνούς Γραφείου Ειρήνης, κάτοχος βραβεί­ου Νόµπελ και Λένιν και του Αµερικανικού Παρά­σηµου Ειρήνης.

♦ Leo Matarasso (Γαλλία), δικηγόρος.

♦   Adolfo Perez Esq uivel (Αργεντινή), κάτοχος του βραβείου Νόµπελ Ειρήνης, γενικός συντονι­στής της οργάνωσης «Servicio Paz y Justicia en America Latin a».

♦  James Petras (ΗΠΑ), καθηγητής Κοινωνιολογί­ας στο Πολιτειακό Πανεπιστήµιο της Ν. Υόρκης.

♦ Francois Rigaux (Βέλγιο), καθηγητής στη Νοµική Σχολή του Καθολικού Πανεπιστηµίου της Λουβέν.

♦  Ajit Roy (Ινδία), οικονοµολόγος και δηµοσιο­γράφος.

♦ George Wald (ΗΠΑ), επίτιµος καθηγητής της Βι­ολογίας στο Πανεπιστήµιο του Χάρβαρντ, τιµηµέ­νος µε το βραβείο Νόµπελ Βιολογίας του 1967.

Το Διαρκές Δικαστήριο των Λαών κλήθηκε ν’ αφιερώσει µια από τις συνεδρίες του στην πε­ρίπτωση της γενοκτονίας των Αρµενίων από τις ακόλουθες οργανώσεις:

♦   Groupement pour les droits des minorites (Οµάδα για τα δικαιώµατα των µειονοτήτων, Πα­ρίσι, Γαλλία),

♦  Cultural Survival (Πολιτιστική Επιβίωση, Κέµπριτζ Μασαχουσέτης, ΗΠΑ),

♦  Gesellschaft fur Bedrohte Volker (Ένωση για τους απειλούµενους λαούς, Γκέτινγκεν, Οµο­σπονδιακή Γερµανία), οι οποίες ζητούν να δοθεί απάντηση στα ακόλουθα ερωτήµατα:

1 Υπήρξε ο αρµενικός λαός της Οθωµανικής Αυτοκρατορίας θύµα εκτοπίσεων, σφαγών κ.λπ., κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσµίου Πολέ­µου;

2 Τα γεγονότα αυτά αποτελούν µια «γενοκτο­νία» κατά την έννοια της Διεθνούς Σύµβασης για την πρόληψη και την καταστολή του εγκλήµα­τος της γενοκτονίας (1948) και είναι ως εκ τού­του απαράγραπτα σύµφωνα µε τη Σύµβαση για το απαράγραπτο των εγκληµάτων πολέµου και των εγκληµάτων κατά της ανθρωπότητας του 1968;

3 Ποιες είναι οι συνέπειες όσον αφορά τη δι­εθνή κοινότητα και όσον αφορά τους διαδί­κους;

Αυτή η έκκληση κρίθηκε αποδεκτέα από το προεδρείο του Δικαστηρίου σύµφωνα µε το άρ­θρο 11 του καταστατικού του και τη γνωστοποί­ησε στην τουρκική κυβέρνηση σύµφωνα µε τα άρθρα 14 και 15 του ίδιου καταστατικού. Η πα­ραπάνω κυβέρνηση προσκλήθηκε να στείλει εκ­προσώπους ή µια έγγραφη ανάπτυξη των θέσε­ών της.

Καθώς η τουρκική κυβέρνηση δεν έδωσε καµιά απάντηση σ’ αυτήν την πρόσκληση, το προεδρείο του Δικαστηρίου αποφάσισε να χρησιµοποιήσει κατά την ακροαµατική διαδικασία δυο ντοκου­µέντα που περιέχουν την άποψη της τουρκικής πλευράς, η οποία αρνείται ότι διαπράχτηκε γενο­κτονία των Αρµενίων.

Το Δικαστήριο συνήλθε σε δυο δηµόσιες συνε­δρίες, στις 13 και 14 Απριλίου 1984, στη Σορβόν­νη στο Παρίσι, και συσκέφτηκε στις 15 Απριλίου 1984.

Αφού συσκέφτηκε, το Δικαστήριο εξέδωσε την απόφασή του.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΠΡΟΟΙΜΙΟ

Το έγκλημα της γενοκτονίας αποτελεί τη βαρύ­τερη προσβολή των δικαιωμάτων των λαών. Δεν υπάρχει βαρύτερο έγκλημα από μια προμελετημένη κρατική πολιτική, που στοχεύει στη συστη­ματική εξόντωση ενός λαού για τον λόγο της ιδι­αίτερης εθνικής του ταυτότητας. Η κεντρική θέση που κατέχει η γενοκτονία στις εργασίες του Διαρ­κούς Δικαστηρίου των Λαών στηρίζεται σ’ ένα σύ­νολο νομικών αρχών, που βρίσκουν την έκφρασή τους στην Παγκόσμια Διακήρυξη των Δικαιωμά­των των Λαών (Αλγέρι, 4 Ιουλίου 1976).

Το πρώτο άρθρο της Διακήρυξης του Αλγερίου ορίζει: «Κάθε λαός έχει δικαίωμα στην ύπαρξη». Το άρθρο 2 διευκρινίζει: «Κάθε λαός έχει δικαί­ωμα στον σεβασμό της εθνικής και πολιτιστικής του ταυτότητας». Το άρθρο 3 υποδείχνει: «Κάθε λαός έχει το δικαίωμα να διατηρεί την ειρηνική κατοχή του εδάφους του και να επιστρέφει σ’ αυτό σε περίπτωση εκδίωξής του».

Τέλος, το άρθρο 4 αναφέρεται άμεσα στην πραγματικότητα της γενοκτονίας: «Κανένας δεν μπορεί να γίνει, για τον λόγο της εθνικής ή πο­λιτιστικής του ταυτότητας, αντικείμενο σφαγής, βασανιστηρίων, διώξεων, εξορίας, απέλασης ή να υποβληθεί σε συνθήκες διαβίωσης τέτοιες που να βάζουν σε κίνδυνο την ταυτότητα ή την ακεραιότητα του λαού στον οποίο ανήκει».

Θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί, γιατί το Δικαστήριο πρέπει, τόσα χρόνια μετά τα γεγονό­τα, να αναλώσει τις δυνάμεις του για να επαλη­θεύσει τους ισχυρισμούς του αρμενικού λαού. Η βασική κατηγορία για σφαγή και εξόντωση ανά­γεται στο 1915. Όμως το Δικαστήριο είναι πει­σμένο ότι είναι χρέος του να εξετάσει το βάσι­μο των κατηγοριών για ιστορικά εγκλήματα, σε περίπτωση που δεν υποβλήθηκαν ποτέ σε κρίση ούτε αναγνωρίστηκαν, με κατάλληλο τρόπο, από την κυβέρνηση που κατηγορείται γι’ αυτά.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι λόγοι για να προβούμε στην εξέταση και να αποφανθούμε πάνω στο αίτημα που υποβλήθηκε στο όνομα του αρμενικού λαού είναι ιδιαίτερα πειστικοί. Όλες οι διαδοχικές κυβερνήσεις της Τουρκίας, από το 1915, αρνήθηκαν τη σχετική με τη γενο­κτονία κατηγορία. Στους διεθνείς οργανισμούς και στη διάρκεια επιστημονικών συναντήσεων, η τουρκική κυβέρνηση δεν έπαψε να αναπτύσσει συντονισμένες προσπάθειες για να εμποδίσει κάθε αναγνώριση της γενοκτονίας των Αρμενί­ων και κάθε έρευνα πάνω στα περιστατικά αυτής της γενοκτονίας. Επιπλέον, η σημερινή τουρκική κυβέρνηση όχι μόνο αρνήθηκε να λάβει γνώση αυτών των πολύ σοβαρών κατηγοριών σχετικά με την ευθύνη της για την εξόντωση του αρμε­νικού λαού, αλλά συμπληρωματικά στοιχεία δεί­χνουν ότι η ίδια αυτή κυβέρνηση συνεχίζει το εξολοθρευτικό της σχέδιο.

Είναι ιδιαίτερα σοβαρές, σχετικά, οι κατηγορί­ες για προμελετημένη καταστροφή, βεβήλωση και εγκατάλειψη των πολιτιστικών μνημείων και θρησκευτικών κτηρίων των Αρμενίων.

Το Δικαστήριο έχει τη γνώμη ότι η κατηγορία του εγκλήματος της γενοκτονίας παραμένει και σήμερα μια πραγματικότητα που αξίζει να εξε­ταστεί και ότι, αν τα γεγονότα αποδειχτούν, θα πρέπει να αναγνωριστούν δημόσια με τον κατάλ­ληλο τρόπο από τις κυβερνήσεις του υπεύθυνου κράτους.

Τα θύματα ενός εγκλήματος γενοκτονίας έχουν δικαίωμα σε δικαστική επανόρθωση, έστω και αν αυτή πρέπει αναγκαστικά να προσαρμο­στεί στις σημερινές συνθήκες.

Σ’ αυτό το σημείο, επίσης, εξαιρετική σημασία αποκτά η στάση των επιζώντων Αρμενίων και των απογόνων τους. Κάθε λαός έχει δικαίωμα να απαι­τεί με επιμονή την επίσημη αναγνώριση από τις αρμόδιες αρχές των εγκλημάτων και αδικιών που διαπράχτηκαν σε βάρος του. Όσο μεγαλύτερη εί­ναι η αδικία, όσο περισσότερο χρόνο αποκρύφτη­καν τα γεγονότα, τόσο πιο έντονη είναι η επιθυμία για μια τέτοια αναγνώριση. Το Δικαστήριο με λύπη του επισημαίνει ότι η απογοήτευση, που προκλή­θηκε απ’ αυτήν την άρνηση αναγνώρισης, φαίνε­ται ότι συντέλεσε στην προσφυγή σε πράξεις τρο­μοκρατίας ενάντια στους Τούρκους διπλωμάτες και σε άλλα άτομα. Το Δικαστήριο ελπίζει να συ­ντελέσει στη δημιουργία συνθηκών που θα οδη­γήσουν στην επίλυση των προβλημάτων που προ­κλήθηκαν από την αρμενική πραγματικότητα.

Η γενοκτονία είναι το χειρότερο από τα εγκλή­ματα που μπορεί να διαπράξει ένα κράτος. Συ­χνά το κράτος που ευθύνεται, προστατεύεται από οποιαδήποτε κατηγορία από άλλα κράτη και από το σύνολο των διεθνών οργανισμών, συμπε­ριλαμβανομένου του ΟΗΕ, που αποτελείται απο­κλειστικά από κράτη.

Ένα από τα εντυπωσιακά στοιχεία της αρμε­νικής εμπειρίας συνίσταται στην ευθύνη των άλλων κρατών, που, για γεωπολιτικούς λόγους, υποστηρίζουν την τουρκική κυβέρνηση στις προ­σπάθειές της να αποτρέψει, ακόμη και μετά τό­σα χρόνια, κάθε ολοκληρωμένη έρευνα και κάθε δικαστική ικανοποίηση.

Το Διαρκές Δικαστήριο των Λαών ιδρύθηκε ακριβώς για να καλύψει το κενό που δημιουρ­γεί η ηθική και πολιτική ολιγωρία των κρατών, ως οργάνων απονομής δικαιοσύνης. Το Δικαστή­ριο εξέτασε τις αιτιάσεις των Αρμενίων ακριβώς εξαιτίας της μακρόχρονης σιωπής των διεθνών οργανισμών και, ιδίως, της συνοχής των δυτικών κρατών (με πρόσφατη εξαίρεση τη Γαλλία), που διατηρούν οικονομικούς, πολιτικούς και στρατι­ωτικούς δεσμούς με το τουρκικό κράτος.

Η σύγκληση του Δικαστηρίου αιτιολογείται, επίσης, από τη βαθιά ανησυχία που νιώθει μπρο­στά στην εξάπλωση της γενοκτονίας και των τά­σεων που ευνοούν τη γενοκτονία μέσα στον κό­σμο. Τα μέλη του Δικαστηρίου εκτιμούν ότι μια έντιμη και αντικειμενική πληροφόρηση πάνω στις καταγγελίες για γενοκτονία συντελεί στο να αναγνωρίσουν την πραγματικότητα οι αυτουργοί τέτοιων πράξεων.

Η αποκάλυψη της πραγματικότητας της γενο­κτονίας κάνει πιο δύσκολο το έργο αυτών που έχουν συμφέρον να την αποκρύψουν για να δια­τηρήσουν τις θέσεις τους.

Αποδεικνύοντας την ορθότητα των αιτιάσεων των θυμάτων, το Δικαστήριο αποτίνει φόρο τιμής στις οδύνες τους και παρέχει την υποστήριξή του στη συνέχιση του αγώνα τους.

Πραγματικά, η αναγνώριση της γενοκτονίας εί­ναι από μόνη της ένας ουσιαστικός τρόπος πάλης ενάντια σ’ αυτήν τη μάστιγα. Μια τέτοια αναγνώ­ριση αποτελεί αυτή καθεαυτή επιβεβαίωση του δικαιώματος ενός λαού να γίνει σεβαστή η ύπαρ­ξή του σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο.

xenofonb@gmail.com

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.