18/09/2019 15:29:37

Η εξελισσόμενη παγκοσμιοποίηση και το ελληνικό Υπουργείο Παιδείας

 

Ένας από τους περισσότερο ασαφείς όρους που κατά κόρον χρησιμοποιούμε εδώ και πολύ καιρό, είναι ο όρος «παγκοσμιοποίηση». Η δε ασάφειά του προέρχεται από την επιφανειακή θεώρηση κάποιων συνεπειών του, προφανώς πρόσκαιρων, γιατί η ιστορία συνεχίζεται και αενάως θα συνεχίζεται όπως μέχρι τώρα, δηλαδή απρόβλεπτα. Υπάρχουμε σε χαοτική πολυπλοκότητα,   επί του παρόντος δυσερμήνευτη από μας.  

Η περιπέτεια της ζωής μας διαδραματίζεται   σε ένα κόσμο, δηλαδή  στη Γη που πατούμε και κάτω από τον ουρανό που βλέπουμε, στον οποίον προσπαθούμε να υπάρξουμε. Έτσι απλωνόμαστε σχεδόν κατακτητικά προς αυτόν, στη γη, στη θάλασσα και στον αέρα του,  εκμεταλλευόμενοι τις δυνατότητες που μας παρέχει και με εργαλείο  τις όποιες δυνατότητες σκέψης και πράξης έχουμε. Η «παγκοσμιοποίηση» έτσι είναι μια διαδικασία που άρχισε με την εμφάνιση του ανθρώπου στη γή.   Με το λιώσιμο των πάγων και την επινόηση της γεωργίας αναζητήθηκαν  εύφορες γαίες, οργανώθηκαν κοινωνίες και πόλεις, με τους λαούς να   αναζητούσαν και να εξακολουθούν να αναζητούν  καλλίτερες γι’ αυτούς συνθήκες ζωής. Οι μετακινήσεις πληθυσμών από και προς πάσα κατεύθυνση εξακολουθούν δηλαδή συντελούμενες, αποτελούν αναπόσπαστο συστατικό της ιστορίας του ανθρώπου.

Οι όποιες προσπάθειες περιχαράκωσης κοινωνικών ομάδων σε φυλασσόμενες γαίες, φοβούμενες τις ομάδες που ζουν σε άλλες γαίες, δεν μπορούν παρά να είναι πρόσκαιρες, αυτό μας  έχει διδάξει  η ιστορία.  Όπως άλλωστε πρόσκαιροι είναι και οι τρόποι αυτής της παγκοσμιοποίησης. Άλλοτε γινόταν με ειρηνικές μετακινήσεις πληθυσμών, άλλοτε με όπλα, σήμερα με εργαλείο το διεθνοποιημένο προς τούτο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Μελλοντικώς προφανώς αυτός ο τρόπος θα αλλάξει.  Το διεθνοποιημένο άλλωστε σήμερα χρηματοπιστωτικό σύστημα, αν δεν δείχνει ακόμα να  εκμετρά τα του βίου του, βρίσκεται καταφανώς σε διαδικασία απο-παγκοσμιοποίησής του. 

Μια τέτοια φοβική περιχαράκωση αποτελούν και τα βεστφαλιανά «έθνη-κράτη» στην Ευρώπη, που όμως,  ήδη από τη δημιουργία τους, δεν αιτιολόγησαν πειστικά το συστατικό του «έθνους»  στην σύνθετη αυτή ονομασία τους. Τούτο πολλώ μάλλον αδυνατούν να κάνουν και σήμερα, με φανερή  τη λειτουργική τους απαξίωση. Με την ύπαρξή τους ως τέτοια να κατακερματίζει τη γηραιά μας ήπειρο σε ανταγωνιστικά κρατίδια και με την πολιτική τους να έχει καταστεί διαχειριστική πρακτική που τρέχει πίσω από τα νεωτερικά φαντασιακά, απειλούν την Ευρωπαϊκή ταυτότητα σε όλα τα επίπεδα.  Δηλαδή, αυτός ο κατακερματισμός της Ευρώπης, δεν  συνιστά μόνο εμπόδιο για τη διεθνή  παρουσία  της ως ηγέτιδα φορέα  διακριτών πολιτισμικών  χαρακτηριστικών, όπως δηλαδή συνέβαινε μέχρι πρότινος, αλλά επαπειλούν και   την ίδια την κοινωνικο-οικονομική επιβίωσή της, εντός του ολοένα και περισσότερο αβέβαιου  παγκόσμιου  περιβάλλοντος, όπου αναδύονται υπερδυνάμεις μάλλον άκρως επιθετικές.   

Αν είναι κάτι που έχει αποδειχτεί ως  περισσότερο καθοριστικό για την Ιστορία του ανθρώπου, στη χαοτική πολυπλοκότητα στην οποίαν αναφερθήκαμε προηγουμένως, αυτό είναι οι φιλοσοφικές προτάσεις των εποχών της, που άλλοτε εμφανώς, άλλοτε «σιωπηρώς και ανεπαισθήτως», την προσανατόλιζαν και εξακολουθούν να την προσανατολίζουν. Φιλοσοφικές προτάσεις στην αέναη αναζήτηση από τον άνθρωπο της Αλήθειας και της νοηματοδότησης της ζωής του, που μπορεί μεν να είναι «πλανητικές» –όπως θα έλεγε ο   Αξελός- αλλά ήταν και είναι αναγκαίες για τη θεμελίωση των κοινωνιών του και για την εξέλιξη, αν όχι την ίδια την ύπαρξη, της Ιστορίας αυτής. Από αυτές μορφοποιείται η ζωή μας και από αυτές ιεραρχούνται οι προτεραιότητές της.  Η οποία Ιστορία, μέχρι τώρα,   θεμελιώθηκε και εξελίχθητε  στηριγμένη σε 3-4 μεγάλες τέτοιες Παραδόσεις,   γενέθλιες των όποιων τοπικών παραλλαγών τους. 

Η ιστορία της λεγόμενης Δύσης γεννήθηκε και εξελίχθηκε στηριζόμενη στην  ελληνική Παράδοση. Ασχέτως του τρόπου που αυτή η ελληνική πρόταση εκλήφθηκε από αυτήν, δεν έπαψε ποτέ να αποτελεί το φιλοσοφικό της στήριγμα.   Μη ξεχνάμε άλλωστε πως κοινωνία χωρίς  φιλοσοφική θεμελίωση δεν μπορεί να υπάρξει[i]. Η Ανατολή γεννήθηκε και εξελίχθηκε στηριζόμενη στις δικές της Παραδόσεις, που η ιστορία όμως έχει δείξει πως ήσαν σε αρκετά στενή επαφή   με αυτήν της Ελλάδας.  

Η ελληνική Παράδοση όμως είναι αυτή που γεννήθηκε και εξελίχθηκε «παγκοσμιοποιητικά»: με επιρροές από την Ανατολή συντέθηκε από την Ιωνία -στα Τουρκικά οι Έλληνες ονομάζονται Ίωνες και η Ελλάδα Ιωνία/Yunanistan-, στο Αιγαίο, στην Κρήτη, στη σημερινή ηπειρωτική Ελλάδα, στην Κάτω Ιταλία, στην Αίγυπτο, απλώθηκε ένθεν κακείθεν όλης της Μεσογείου και του Ευξείνου Πόντου, με εμβέλεια μέχρι την Κασπία Θάλασσα, την Περσία και την Ινδία, αλλά και την Κίνα. Η Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ «οικόπεδο», υπήρξε παγκοσμιοποιητική πολιτισμική πρόταση, διαμορφώνοντας  τις  φιλοσοφικές θεμελιώσεις των κοινωνιών που ετίθεντο στην εμβέλειά της. Αν θέλουμε καλά και ντε να δούμε οικόπεδο, τότε ας δούμε τους χάρτες του αρχαίου ελληνικού κόσμου και αυτού της συνέχειάς του στην ελληνορωμαϊκή  οικουμένη (τόσο στην αρχική της όσο και στην ύστερη μορφή της, όταν δηλαδή χωρίστηκε σε ανατολικό και δυτικό τομέα της ίδιας αυτοκρατορίας : υπήρξαν κατ’ ουσίαν αμφότεροι ελληνορωμαϊκοί,  παρά την  ανιστόρητη και πονηρή εμμονή ορισμένων ιστορικών, να επινοηθεί μια δήθεν «βυζαντινή αυτοκρατορία»). Αλλά να δούμε  και τι πραγματικά αυτοί οι χάρτες αποτύπωναν. 

Το ότι η Δύση στηρίχτηκε και εξελίχτηκε στην ελληνική Παράδοση όλοι το ξέρουμε και δεν υπάρχει λόγος (και χώρος) να αναλυθεί   εδώ. Πρέπει όμως να επισημάνουμε πως όταν    η Ευρώπη βρέθηκε σε καταφανές οντολογικό κενό, κενό που δεν μπόρεσαν να καλύψουν μήτε οι φιλοσοφούντες διανοητές   μήτε τα πολιτικά ιδεολογήματα του 18ου και 19ου αιώνα, ο λαός αντέδρασε στις νεωτερικές εμμονές  αναζητώντας στήριγμα σε Παραδόσεις με οικουμενική αξία, με έμφαση σε αυτήν της Ελλάδας.  Ίσως μάλιστα αυτός ο λαός να μην   είχε ποτέ ενστερνιστεί τις νεωτερικές φιλοσοφικές απόψεις, απόψεις που δέσμευαν τις εγγενείς υπαρξιακές του ανάγκες.  Η ίδια η ύπαρξη του νεοελληνικού κράτους οφείλεται εν πολλοίς, αν όχι κυρίως, σε αυτήν την αναζήτηση από την Ευρώπη φιλοσοφικού στηρίγματος. Ασχέτως αν αυτό το νεοελληνικό κράτος υποχρεώθηκε να δεσμευθεί από την  έννοια του (γεωστρατηγικά  απαραίτητου για τη γεωγραφική ολοκλήρωση της γηραιάς μας ηπείρου) νεωτερικής επινόησης «έθνους-κράτους»    και ασχέτως αν αυτό το νεοελληνικό κράτος δεσμεύτηκε από την  κοραϊκή  «μετακένωση», που καταδήλως  υπήρξε ελλιπής ή/και στηριγμένη σε λανθασμένες θεωρήσεις  της ελληνικής Πρότασης, η  αναζήτηση φιλοσοφικού στηρίγματος από την  Ευρώπη  είναι αυτό που κυρίως το δημιούργησε ή αναγέννησε και είναι αυτή που φαίνεται και σήμερα να βρίσκεται στα ίδια αδιέξοδα με αυτά του 19ου αιώνα.

Ο ρόλος, μ’ άλλα λόγια, του νεοελληνικού κράτους,  δεν επιδιώχθηκε  να είναι   αυτός ενός ακόμα   έθνους-κράτους στο ευρωπαϊκό μωσαϊκό. Επιδιώχθηκε να δημιουργηθεί ως φορέας μιας οικουμενικής αξίας Παραδόσεως, στήριγμα των οντολογικών αδιεξόδων της υπόλοιπης Ευρώπης. Όλες άλλωστε οι ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις έχουν μορφή σημασιοδοτημένη με ελληνικές μνήμες. Είχε ευστόχως γράψει σε άρθρο του  συνάδελφός μου αρχιτέκτων (δυστυχώς δεν θυμάμαι το όνομά του, ας με βοηθήσει κάποιος εδώ) πως αν βάψουμε με μπλέ χρώμα τα διακοσμητικά των όψεων των κτηρίων  που έλκουν την καταγωγή τους από ελληνικά πρότυπα, όλες οι πόλεις από ψηλά θα φαίνονται μπλέ.  Ο Στάλιν, όταν έκανε έρευνα για το τι είδους κτήρια επιθυμεί ο λαός, διαπίστωσε πως όλοι επιθυμούσαν  νεοκλασικά κτήρια και έτσι διαμόρφωσε  τη Μόσχα. Στη διάρκεια του ΧΧου αιώνα άγγλοι εθνολόγοι εισήγαγαν τον όρο acculturation, ως πρόταση προς τις Περιφέρειες της Δύσης να αναπτύξουν την καθαρά δική τους Παράδοση, για να τις φέρουν σε επικοινωνία με τον επικρατούντα δυτικό πολιτισμό, με αμοιβαία τα οφέλη.  Πόσο μάλλον τις Περιφέρειες-φορείς Παραδόσεων  οικουμενικής αξίας. Η σημερινή διανόηση προσβλέπει ολοένα και περισσότερο σε μια πολιτισμική αναγέννηση της ανθρωπότητας, ίσως από μια μεγάλη πολιτισμική σύνθεση, υπερβαίνοντας τα δεσμά της νεωτερικότητας. Η Ελληνική Πρόταση αποτελεί τη θεμελίωση της Δύσης, είναι άλλωστε και η μόνη δυνατότητά της να συνομιλήσει ισότιμα και εποικοδομητικά με τις απειλητικές για την Ευρώπη αναδυόμενες δυνάμεις της Ανατολής, που καταφανώς αναπτύσσονται στηριζόμενες  στις δικές τους Παραδόσεις. 

Ιδού λοιπόν ο ρόλος του οργανωτή της Παιδείας, στη χώρα που είναι και ο συμβολικός φορέας της ελληνικής Πρότασης. Πρόταση που οφείλει να αναδείξει και εξελίξει, με βάση και τις ίδιες της τις παρακαταθήκες, καθιστώντας τη χώρα μας διεθνές πολιτισμικό κέντρο. Θα μπορούσαμε να πούμε  πως  στη χώρα μας έχουν δημιουργηθεί κινήματα ικανά να επεκτείνουν την εμβέλειά τους σε διεθνές επίπεδο και με ανώτερους στόχους,   όμως αυτά έχουν γίνει μέχρι τώρα απολύτως ασυντόνιστα :  στο χώρο της διανόησης και των Τεχνών είχαμε ισχυρές προτάσεις ήδη από την αρχή του αιώνα αυτού, στη συνέχεια η περίφημη γενιά του -30, αλλά και  τους  «-60 τους εκδρομείς», όπως έλεγε ο Σαββόπουλος. Όμως θα πρέπει τούτο να καταστεί πολιτική του νεοελληνικού κράτους,  που μέχρι τώρα δείχνει απορροφημένο από την εργαλειακή διάσταση της Παιδείας, ως εξυπηρετική δηλαδή του τρέχοντος τρόπου ανάπτυξης των κοινωνιών, παραβλέποντας τα ευρύτερα καθήκοντα που όχι μόνο η Ευρώπη, αλλά και η ίδια η Ιστορία πλέον, απαιτεί από τη χώρα μας.

Δεν υποστηρίζουμε την εγκατάλειψη της εκπαίδευσης που θα ικανοποιεί τις τρέχουσες ανάγκες των κοινωνιών. Είναι όμως  βέβαιο πως με ευγνωμοσύνη  θα προστρέξει όλη η ανθρωπότητα σε κέντρα ανθρωπιστικών σπουδών στη χώρα μας, ιδιαιτέρως μάλιστα αν αυτά δημιουργηθούν σε τόπους φορτισμένους με ιστορικές παρακαταθήκες. Οφείλουμε επίσης να μην εγκαταλείψουμε και τη γλώσσα μας, που εδώ και χιλιάδες χρόνια παραμένει η ίδια  και αποτελεί συστατικό που θεμελίωσε την ευρωπαϊκή  ταυτότητα Στο ζήτημα αυτό επιτρέψτε μας να μείνουμε λίγο περισσότερο:

Η ελληνική γλώσσα ήταν απαραίτητη για τους διανοούμενους της Ευρώπης μέχρι τουλάχιστον τον 19ο αιώνα, είναι γλώσσα στην οποίαν έχουν στηριχτεί και προς την οποίαν εξακολουθούν να προστρέχουν όλες οι επιστήμες, γλώσσα που έχει επανειλημμένως επισημανθεί ως η καταλληλότερη  «γλώσσα» των ηλεκτρονικών υπολογιστών προηγμένης τεχνολογίας, λόγω ακριβώς της κατασκευής της ως άνευ ορίων εξελισσόμενης δομής νοημάτων. Τούτο γιατί η ελληνική γλώσσα δεν είναι γλώσσα  συμφωνημένων σημείων. Τέτοιες γλώσσες γρήγορα εγκαταλείπονται, ως   ανεπαρκείς να συμβαδίσουν με την αέναη εξέλιξη της σκέψης και να εκφράσουν τις πολλές και λεπτές, αλλά κατά κανόνα κρίσιμες αποχρώσεις  της  έκφρασης, της αντίληψης και της ερμηνείας του άμεσου, έμμεσου, αντιληπτού ως τέτοιου, αλλά και επινοημένου κόσμου του ανθρώπου, στην αέναη προσπάθεια επέκτασης της εμβέλειάς του. Η ελληνική  γλώσσα   είναι δομημένη με «κύτταρα»,  που εξελίσσουν επ’ άπειρον τον λόγο. Δεν  έχει όρια, ούτε στη δόμηση λέξεων με βάση τα αρχικά αυτά κύτταρα, ούτε στην σύνταξη των προτάσεων, αλλά ούτε και στον τρόπο εκφοράς τους. 

Πολλές μελέτες έχουν αναφερθεί στη προέλευση της αγγλικής από την ελληνική, πολλοί αναφέρονται στο εντυπωσιακό ποσοστό ελληνικών λέξεων στις σημερινές ευρωπαϊκές γλώσσες. Ιστορικές έμειναν οι ομιλίες του Ξενοφώντα Ζολώτα στα αγγλικά, το 1957 σε ετήσια συνάντηση της Παγκόσμιας Τράπεζας, χρησιμοποιώντας μόνον ελληνικές λέξεις που χρησιμοποιούνται σχεδόν αυτούσιες από την αγγλική. Περιττό να αναφερθούμε στους διεθνείς επιστημονικούς όρους στην ιατρική και σε όλες σχεδόν τις επιστήμες, που είτε χρησιμοποιούν αυτούσιες ελληνικές λέξεις, είτε πλάθουν νέες, που απορρέουν όμως από αυτές, με δεδομένη την ελληνική ως άνευ ορίων γλώσσα.    

Ο Wittgenstein βεβαίωνε πως «τα όρια της γλώσσας μας είναι τα όρια του κόσμου μας»[ii]. Ισχύει όμως αυτή η πρόταση για την ελληνική γλώσσα ή καλλίτερα για τις δυνατότητες της γλώσσας αυτής; Γιατί διαπιστώνουμε πως η γλώσσα μας δυνάμει επεκτείνει τα όρια του κόσμου μας, ως δυνάμει επ’ άπειρον μαθηματική ακολουθία.  Η ελληνική γλώσσα εξέφραζε και εξακολουθεί να εκφράζει αυτήν τη   δυνατότητα του ανθρώπου να επεκτείνει την εμβέλειά του στην ορατή και αόρατη πραγματικότητα και βρίσκεται   σε οργανική   σχέση μαζί του, στην αέναη αναζήτηση Νοήματος. 

Θα πρέπει λοιπόν να υπάρξει πολιτική επιβίωσης, ανάδειξης και αξιοποίησης από την ανθρωπότητα της γλώσσας αυτής. Καταδήλως  θα ικανοποιείτο  η  διεθνής κοινότητα, αν  στα   κέντρα Παιδείας που προτείνουμε να οργανώσει το Υπουργείο Παιδείας,   διδάσκονταν μαθήματα τουλάχιστον και στα ελληνικά ή έστω μόνο αν  η τελική διπλωματική εργασία   εκπονείτο στα ελληνικά. Τελικώς είχε τα δίκια του ο Κώστας Ζουράρης, όταν με μια  υπερβολική έκφραση –«καλλίτερα να χάσουμε ένα νησί μας παρά τη γλώσσα μας»- θέλησε να τονίσει την ανάγκη σωτηρίας της  γλώσσας αυτής. [iii].

Και κάτι επίκαιρο : Υπηρεσία  στην Ελλάδα δεν προσφέρει όποιος κόπτεται για την ονομασία των γειτονικών περιοχών της, χωρίς να έχει προηγουμένως αναγνωρίσει την ουσία των πραγμάτων και  τις πραγματικές διακυβεύσεις. Δηλαδή χωρίς να καταλαβαίνει και για ποιό ακριβώς ζήτημα κόπτεται. Π.χ. οικτίρουμε πως κάποιοι  γείτονες μας μειώνουν «εθνικά», όταν κατ’ ουσίαν δεν κάνουν άλλο παρά να διακηρύττουν πως είναι ελληνικής   καταγωγής, εφόσον οι πρόγονοί τους ήταν Έλληνες. Τι άλλο θα μπορούσαν να είναι αυτοί με τα απολύτως ελληνικά ονόματα (Αλέξανδρος, Φίλιππος,   κ.λ.π.)[iv]; Άλλωστε και το ίδιο  το όνομα με το οποίο αποκαλούν τη χώρα τους είναι καταδήλως ελληνικό (Μακεδονία εκ του μακεδνός= ψηλός, αλλά και μεγάλος, ουράνιος). Ή όταν οι Τούρκοι μας αποκαλούν Ίωνες και   κόπτονται για το «θαλασσινό παρελθόν» τους, ενώ όλοι ξέρουν την ιστορία της Ιωνίας και του Αιγαίου.  Πόσο μάλλον όταν αυτός ο δήθεν πατριώτης κόπτεται για τη δημιουργία στη χώρα του Πανεπιστημίου που τα μαθήματα θα γίνονται  αποκλειστικά στην αγγλική γλώσσα ή όταν προτείνει ως επίσημη γλώσσα της Ελλάδας τα αγγλικά (υπουργός Παιδείας επί ΠΑΣΟΚ). Αγνοώντας τον τρόπο που η Ελλάδα διέτρεξε την Ιστορία, το  ρόλο που διαδραμάτισε  μέχρι τις αρχές του ΧΧου αιώνα και το ότι είναι η μόνη χώρα όπου χρησιμοποιείται περίπου η ίδια γλώσσα για χιλιάδες χρόνια. 

Ας δούμε τα πράγματα λίγο καθαρότητα …..….

 

[i] Ο Κορνήλιος Καστοριάδης αυτήν τη φιλοσοφική θεμελίωση  την ονόμαζε «φαντασιακή θέσμιση των κοινωνιών», εμείς θεωρούμε ως πλέον δόκιμο τον όρο «φιλοσοφική θέσμιση».

[ii] Wittgenstein L. “Tractatus Logico-Philosophicus”, εκδ. Παπαζήση, 1978                 

[iii] Ν. Χιωτίνης, «Τα διεθνή ελληνικά Πανεπιστήμια και το δίκιο του Κώστα Ζουράρη».  ….Αν δημιουργείτο διεθνές Πανεπιστήμιο στην Ελλάδα μέχρι τις αρχές του ΧΧου αιώνα, η διεθνής απαίτηση θα ήταν τα μαθήματα να γίνονταν τουλάχιστον και στα ελληνικά…. https://www.esos.gr/arthra/56711/ta-diethni-ellinika-panepistimia-kai-dikio-toy-kosta-zoyrari

[iv] Ν.Χιωτίνης, «Περί FYROM και Μακεδονίας», http://www.topontiki.gr/article/292621/peri-fyrom-kai-makedonias

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.