14/12/2018 15:52:03

Δείξε το πρόσωπό σου!

Αυτό το πρόσωπο, για να δείξει, θέλει κορνίζα αιμάτινη

Κική Δημουλά

Η τηλεόραση επινόησε έναν καινούργιο όρο: Αναγνωρισιμότητα. Πράγμα που χονδρικά υποδηλώνει ότι η φυσιογνωμία κάποιου αναγνωρίζεται φέρ’ ειπείν στον δρόμο λόγω των συχνών τηλεοπτικών του εμφανίσεων. Σήμερα αυτή ακριβώς η «αναγνωρισιμότητα» αποτελεί τεράστιο μέγεθος στο ισχύον αξιακό σύστημα, εφόσον στην εποχή της δεσποτείας της εικόνας είναι λογικό να κυριαρχεί το αξίωμα «εμφανίζομαι, άρα υπάρχω». Έτσι, πολιτικές καριέρες, επιχειρηματικές δραστηριότητες, καλλιτεχνικά μεγέθη, εντός ή εκτός εισαγωγικών, χτίζονται πάνω σ’ αυτήν την «αναγνωρισιμότητα», ενώ εκλογές ολόκληρες κερδίζονται ή χάνονται ανάλογα με τη χρήση της πολυδύναμης μικρής οθόνης. Η εξίσωση είναι απλή: η εικόνα έχει ιστορικά τη, σχεδόν μεταφυσική, δύναμη της αγιοποίησης της μορφής, άρα όποιος, εμφανίζεται, αγιοποιείται. Ψηφίζουμε λοιπόν όσους αναγνωρίζουμε, αντιμετωπίζοντας το τηλεοπτικό εκράν σαν ένα σύγχρονο φωτοστέφανο και τα «παράθυρά» του σαν τη χρυσή κορνίζα του πιο σπουδαίου πορτρέτου, μια ηλεκτρονική, δηλαδή, «Τζοκόντα» ή έναν Καραβάτζιο φτιαγμένο από πίξελ που όμως μπορεί να φέρει το όνομα ενός από τους συνήθεις μαϊντανούς των ΜΜΕ.

Σε όλα τα τηλεοπτικά προγράμματα του κόσμου, σε κάθε χώρα, δημιουργείται ένα είδος «εθνικής σχολής» της τηλεόρασης στην οποία εντοπίζονται συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και προβάλλονται τοπικές ιδιομορφίες. Ακόμη κι αυτή η έννοια του «λαϊκού» παραλλάσσει αποκαλυπτικά από τόπο σε τόπο, δείχνοντας την εκκωφαντικά μεγάλη γκάμα της... Στη δική μας, χαμηλού γούστου εξ ορισμού, «εθνική σχολή» κυριαρχούν οι «μούρες» αυτών που κατέχουν το μέσον και το... δέρνουν, το kitsch που παίρνει πόζες μεγαλείου, ο λαϊκισμός που εξισώνει και τα πλέον αντίθετα και η αισθητική της υφέρπουσας αρπαχτής...

Ένα άλλο βασικό γνώρισμα της εθνικής μας τηλεόρασης είναι ότι ταυτίζει την τέχνη με τη διασκέδαση, χαρίζοντας αναφανδόν τον τίτλο του «καλλιτέχνη» σε λογής αθώους και αθώες επειδή απλώς διαθέτουν οντουλέ μαλλί. Επίσης, επειδή συσχετίζει τον πολιτισμό με τη μελαγχολία, παίρνει το πιο σοβαροφανώς λυπητερό της ύφος όταν πρόκειται, σπανιότατα, να εκφωνήσει πολιτιστικές ειδήσεις (λέγε με Μέγαρο). Κι αυτές όμως αποδίδονται σαλατοειδώς ώστε να καθίσταται η μεταμοντέρνα συνταγή «όλα πάνε με όλα» η βασική σούπα της τηλεοπτικής μας κουζίνας. Τέλος, η εγχώρια «σχολή» λατρεύει τη μίμηση ή, καλύτερα, τον μαϊμουδισμό των ξένων προτύπων, κοπιάροντας τα πιο εύκολα ή ανώδυνα: Τα «εορταστικά» της RAI, ας πούμε, ή τα «ζωντανά» του CNN. Όλα αυτά όμως σερβίρονται με εντόπιο καρύκευμα· άλλοτε ένας ημίγυμνος αισθησιασμός σού κλείνει το μάτι κι άλλοτε η συναισθηματική υπερφόρτωση του ομιλητή διαλαλεί πως «εδώ είναι Βαλκάνια». Επίσης, σε μας η «μούρη», το βάρος δηλαδή του εικονιζόμενου όπως το προσμετρά η ηθική (και η λογιστική) της αγοράς, είναι το παν. Οι παλιότεροι έλεγαν «αυτός έχει πρόσωπο», τώρα ισχύει το «αυτός διαθέτει αναγνωρισιμότητα». Τι σημασία έχει αν αναγνωρίσιμοι είναι και οι ντενεκέδες; Τόσο το χειρότερο σ’ όσους τους «αναγνωρίζουν»!

Η τηλεόραση συγκροτεί το επικοινωνιακό ενδιάμεσο ανάμεσα στη φωτογραφία και τον κινηματογράφο. Και στα τρία μέσα κυριαρχεί η ψευδαίσθηση πως, ό,τι βλέπουμε, υπάρχει, ζει μπροστά στα μάτια μας, κι ας έχει πεθάνει χρόνια πριν (είναι αυτό που λένε «πλάνα αρχείου»). Αυτή η οφθαλμαπάτη καθιστά ακόμη πιο οδυνηρό το γεγονός του θανάτου. Το συμπέρασμα αυτονόητο: ό,τι βλέπουμε, πεθαίνει και η τέχνη δεν είναι παρά ένας βασανιστικός, ένας γλυκόπικρος, ένας τρυφερά οξύς σχολιασμός αυτού του θανάτου. Να χρησιμοποιήσω μιαν υπερβολή; Κανένα πρόσωπο δεν εξεικονίζεται αν πρωτίστως δεν θέλει να «εμφανιστεί». Συνήθως αντί του προσώπου περιφέρεται μια άδεια μορφή σαν τις μάσκες του ιαπωνικού θεάτρου.

Προσέξτε ένα παράδειγμα που έρχεται από το Βυζάντιο. Στη «Μονή της Χώρας», το Καχριέ Τζαμί, που βρίσκεται στον μυχό του Κεράτιου, στην Κωνσταντινούπολη, σώζεται ένα πρωιμότατο δείγμα «αναγνωρισιμότητας» και πολιτικού μάρκετινγκ. Στον εσωνάρθηκα του ναού και δεξιά, σε χαμηλό ύψος, συναντάμε τον περίφημο Χριστό τον «Χαλκίτη», με την Παναγία στο πλάι του να δέεται. Το ψηφιδωτό έχει μέγεθος περί τα 4 μέτρα και η καμπύλωσή του παραπέμπει στην «Ταφή του Κόμητα Οργκάθ» στο Σαν Τομέ του Τολέδο. Αριστερά της Παναγίας τώρα εικονίζεται ένας εστεμμένος γενειοφόρος, «ο υιός του υψηλοτάτου βασιλέως Αλεξίου Κομνηνού Ισαάκιος ο Πορφυρογέννητος». Τον Μάρτιο του 1321 ο ναός αποπερατώθηκε. Αντιλαμβάνεστε τι εντύπωση προκάλεσε στο κοινό η παρουσία ενός θνητού αποδοσμένη με τον ρεαλισμό της εποχής και με τ’ ατομικά του χαρακτηριστικά πλάι στον Χριστό και την Παναγία. Εκκοσμίκευση του ιερού ή μια πρόωρη διατύπωση της τηλεοπτικής λογικής που ισχύει σήμερα...

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.