23/09/2018 22:25:21
5.4.2010

Θέατρο: Επτά γυναίκες δίπλα σου

Θέατρο: Επτά γυναίκες δίπλα σου  - Media

Στη σκηνή κέρδισαν το χειροκρότημα γιατί ερμηνεύτηκαν αριστοτεχνικά. Στη ζωή η ενσάρκωση αυτών των ρόλων δεν προϋποθέτει πάντα επιδοκιμασία. Από τον θηλυκό πλανήτη στα αθηναϊκά θέατρα, επτά γυναικεία σύμβολα εξηγούν την προσωπική τους διαδρομή

«Κάνω θέατρο γιατί μου επιτρέπει να είμαι δέκα διαφορετικές γυναίκες ταυτόχρονα. Άλλοτε κακιά και στριμμένη, άλλοτε διαταραγμένη κι άλλοτε κοινή θνητή. Όλα μού είναι εξίσου χρήσιμα. Αν δεν είχα γίνει ηθοποιός θα με περνούσαν απλώς για τρελή, με όλες τις μεταπτώσεις που μπορεί να έχω μέσα σε μία μόνο μέρα. Τώρα όλοι με λένε ταλαντούχα», είχε δηλώσει κάποτε σε συνέντευξή της η Τζούντι Ντεντς. Επιστρέφοντας στην ελληνική θεατρική πραγματικότητα, αναζητήσαμε και βρήκαμε τους γυναικείους ρόλους που ξεχώρισαν στη φετινή σεζόν. Διαφορετικές ηλικίες, χαμένες προσδοκίες, χαριτωμένες ηρωίδες και άλλες που έχουν μαρκαριστεί για πάντα από κάτι τραγικό, γυναίκες της διπλανής πόρτας ή από άλλο... πλανήτη, ακουμπούν σε δικά μας καλά κρυμμένα κομμάτια και έχουν κάτι ενδιαφέρον να μας πουν.

Η πρωτόπλαστη: Κατερίνα Λυπηρίδου

Αυτή φταίει για όλα! Από αυτήν άρχισαν όλα. Αν δεν έκανε πλύση εγκεφάλου στον Αδάμ για να δοκιμάσουν τον απαγορευμένο καρπό, ο Παράδεισος δεν θα ήταν μια μακρινή ουτοπία. Από την πρώτη στιγμή που πάτησε το πόδι της σε εκείνο το αγγελικά πλασμένο μέρος το έκανε άνω-κάτω. Ανέλυε τα πάντα, έδινε ονόματα στα ζώα και τα πουλιά, μίλαγε ασταμάτητα, έκλαιγε αντί να επιχειρηματολογεί και είχε διαβολεμένη περιέργεια για το καθετί. Όμως, όπως παραδέχεται και ο Αδάμ λίγο προτού πέσει η αυλαία, «ο Παράδεισος ήταν όπου βρισκόταν η Εύα». Τα προβλήματα αρχίζουν με μαθηματική ακρίβεια όταν το «εγώ» γίνει «εμείς». Αυτό όμως είναι και η πεμπτουσία της ίδιας μας της ύπαρξης. Σε έναν κόσμο που οι γυναίκες από μικρές μαθαίνουν ότι τα μήλα βλάπτουν σοβαρά την υγεία –είτε με το δηλητηριασμένο που δάγκωσε η Χιονάτη είτε με το απαγορευμένο που μασούλησε η Εύα–, η θεωρία του άλλου μισού μάς κάνει να αναζητούμε τον επίγειο θεό μας. * Θέατρο του Νέου Κόσμου, «Αδάμ και Εύα. Γράμματα από τη Γη» του Μαρκ Τουέιν, σκηνοθεσία: Παντελής Δεντάκης.

Η αξιοσέβαστη πόρνη: Ελένη Κοκκίδου

«Όλες οι γυναίκες είναι πουτάνες», κραυγάζει το φαλλοκρατικό αξίωμα. Αν όλες οι πουτάνες είναι σαν την Πανωραία, τότε πάσο. Μια γυναίκα με ζωή σαν μυθιστόρημα. Η κακιά μητριά, οι ανίκανοι σύζυγοι, οι απαιτητικοί πελάτες, οι ανατριχιαστικές εκτρώσεις που έγιναν με κουτάλα και χωρίς αναισθητικό. Και αμέσως μετά την ακατάσχετη αιμορραγία σηκώθηκε κι έριξε ένα τσιφτετέλι για να δείξει ότι είναι καλά: «Αυτή είναι η ψυχή μου». Λόγια-χείμαρρος βασισμένα σε αληθινή ιστορία. Και όπως όλες οι πέρα για πέρα αληθινές ιστορίες, είναι τόσο ευφάνταστες που μοιάζουν ψεύτικες. Αλλά δεν είναι. * Από Μηχανής Θέατρο, «Η γυναίκα της Πάτρας» του Γιώργου Χρονά, σκηνοθεσία: Λένα Κιτσοπούλου.

Η ακτιβίστρια: Δήμητρα Σύρου

Ένα κορίτσι που στα οκτώ του χρόνια δηλώνει με σοβαρότητα ενήλικης ότι είναι διατεθειμένο να αλλάξει τον κόσμο, όταν έφτασε στα 23 πήγε ολοταχώς προς το κάρμα του. Και κάηκε από αυτό. Η Αμερικανίδα Ρέιτσελ Κόρι ήταν ακτιβίστρια με όλη τη σημασία της λέξης και το απέδειξε με αντάλλαγμα τη ζωή της. Πολύ μακριά από τη μόδα των ιλουστρασιόν περιοδικών, που θέλει τις γυναίκες να ισορροπούν σε δωδεκάποντα και να μεγεθύνουν τις βλεφαρίδες τους, η Ρέιτσελ πήγε στη Λωρίδα της Γάζας με ένα λάπτοπ και ένα λιποζάν για τα σκασμένα χείλια της. Όταν ισοπεδώθηκε από μπουλντόζα των ισραηλινών δυνάμεων άμυνας, άφησε τις εφημερίδες όλου του κόσμου να γράψουν την τελευταία σελίδα του ημερολογίου της. Τρελή ή ηρωίδα; Ηρωίδα που ήταν αρκετά τρελή για να νομίζει ότι μπορούσε να αλλάξει τον κόσμο. * Θέατρο του Νέου Κόσμου, «Το όνομά μου είναι Ρέιτσελ Κόρι», σκηνοθεσία: Μάνια Παπαδημητρίου.

Η μάνα: Άννα Παναγιωτοπούλου

Το όνειρο κάθε γυναίκας: να τα ψέλνει σε έναν άνδρα και αυτός να ακούει. Όμως, κακά τα ψέματα. Για να καθίσει ένας άνδρας να ακούσει το γυναικείο παραλήρημα, πρέπει να είναι ή τσολιάς εν ώρα υπηρεσίας ή νεκρός. Ή και τα δύο. Κάθε φορά που η δόλια μάνα άρχιζε να μιλά στο γιο της, εκείνος άρπαζε το μπουφάν της Χάρλεϊ, καβάλαγε τη μηχανή κι έφευγε. Ώσπου μια μέρα δεν ξαναγύρισε. «Τώρα που σ’ έχω εδώ, θέλω να σου μιλήσω. Όχι σαν μάνα σου, σαν κοπέλα», του λέει ενώ εκείνος βρίσκεται ακινητοποιημένος στο κουβούκλιο δίπλα στο Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη. Κάθε βράδυ του φέρνει σπανακόπιτα μέσα στο τάπερ και του ζητάει να καταλάβει ότι κι εκείνη ήταν κάποτε παιδί. Είναι όμως πια πολύ αργά. * Θέατρο Χορν, «Το μπουφάν της Χάρλεϊ ή Πάλι καλά» του Βασίλη Κατσικονούρη, σκηνοθεσία: Πέτρος Ζούλιας.

Η χαζή ξανθιά: Άννα Καλαϊτζίδου

Με κουπ, ηχόχρωμα και νάζι Μέριλιν, φιλοδοξεί να γίνει γραμματέας ενός επιφανούς και ημίτρελου ψυχιάτρου. Όταν της ζητήσει να βγάλει τα ρούχα της στο πλαίσιο μιας νέας ρηξικέλευθης έρευνάς του, εκείνη το κάνει δίχως δεύτερη σκέψη, μιας και το να σκέφτεται δεν είναι το πιο δυνατό της σημείο. Με αφέλεια που θα ζήλευε ακόμη και το πιο διάσημο ανέκδοτο για ξανθιές, αφήνει το οξυζενέ να εισχωρήσει σε κάθε πόρο, εξοντώνοντας και το τελευταίο εγκεφαλικό της κύτταρο. Πίσω και κάτω όμως από όλη αυτή την προσωπικότητα τσιχλόφουσκας, κρύβεται ένα πλάσμα αρκετά έξυπνο για να καταλάβει ότι αν θες να επιβιώσεις πρέπει να κάνεις τη χαζή. * Θέατρο Αλίκη, «Τι είδε ο μπάτλερ» του Τζο Όρτον, σκηνοθεσία: Θωμάς Μοσχόπουλος.

Η αντρογυναίκα: Καρυοφυλλιά Καραμπέτη

«Να μην ερωτεύεσαι κανέναν. Άσε αυτούς να σε ερωτευθούν. Αν τους ερωτευθείς όλοι γίνονται ίδιοι, σε πατάνε». Λόγια μεγάλων γυναικών. Και η Τσούνγκα είναι μία από αυτές. Τα φέρνει βόλτα μια χαρά στο περιθωριακό περουβιανό καφενείο της, βρίζοντας τα αποβράσματα που συχνάζουν, μεθοκοπώντας και παίζοντας τα λεφτά τους στα ζάρια. Χωρίς φτιασίδια, με τα μαλλιά τραβηγμένα τόσο σφιχτά σε κότσο που σου δίνουν την εντύπωση ότι πονάνε, με ένα φόρεμα που θα ταίριαζε σε γυναίκες με τα διπλά της χρόνια και με καφέ παντόφλες που την κάνουν να περπατά κοντά στο χώμα, όλοι τη θεωρούν λεσβία. Και το επιβεβαιώνουν όταν γνωρίζει την πανέμορφη νεαρή Μέτσε και την οδηγεί στην κάμαρά της. Στην πραγματικότητα όμως η Τσούνγκα ερωτεύθηκε σε αυτό το κορίτσι τον παλιό της εαυτό, την αληθινή γυναίκα που έχει μέσα της και τόσο επιμελώς κρύβει από τα μάτια των ανδρών, που έτσι και τους ερωτευθείς, πάει χάθηκες. * Θέατρο Επί Κολωνώ, «La Chunga», του Μάριο Βάργκας Λιόσα, σκηνοθεσία: Ελένη Σκότη.

Η τρομακτική κούκλα: Άννα Κοκκίνου

Μία μπεμπέκα, που ράβει ρούχα για κούκλες και για κορίτσια που είναι όμορφα σαν κούκλες. Καταδικασμένη να συμπεριφέρεται για πάντα σαν κοριτσάκι, παρά την προχωρημένη ηλικία της, εξαιτίας ενός τραγικού περιστατικού που συνέβη όταν ήταν παιδί. Από εκείνες τις γυναίκες που μένουν μόνες σε ένα διαμέρισμα, που τις συναντάς πού και πού στο ασανσέρ και όταν σε καλούν για να σε κεράσουν κάτι η ατμόσφαιρα από ξεθυμασμένο λικέρ και μπαγιάτικα σοκολατάκια στο παλιό σύνθετο είναι σχεδόν αποπνικτική. Η περίεργη γεροντοκόρη που όλες οι «ελεύθερες» γυναίκες φοβούνται ότι θα γίνουν. Όσο για τις κούκλες; Αν δεν τις εγκαταλείψεις εγκαίρως, παίρνουν φυσικό μέγεθος, αρχίζουν να μιλάνε και σε στοιχειώνουν ως το τέλος της ζωής σου. Μαύρη κωμωδία, με έμφαση στο μαύρη. * Θέατρο Σφενδόνη, «Λα πουπέ», του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη, σκηνοθεσία: Άννα Κοκκίνου.

Ειρήνη Σαγιά

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.