12/12/2018 13:11:56
19.4.2010

Cine Ποντίκι

Cine Ποντίκι - Media

Λίγες σε ποσότητα και σημασία οι ταινίες της εβδομάδας. Ξεχωρίζουν ο Μπεν Στίλερ σε μια ερμηνεία προορισμένη για βραβεία και μια ανέλπιστα απολαυστική ταινία τρόμου. Πλησιάζει το καλοκαίρι ή είναι ιδέα μας;

Δεν σκέφτομαι, άρα υπάρχω

Η πρώτη σκέψη βλέποντας την ταινία του Νόα Μπάουμπαχ είναι να θαυμάσεις τη στροφή του πρωταγωνιστή της Μπεν Στίλερ, ενός ηθοποιού που δείχνει να έχασε το δρόμο του κάπου ανάμεσα στο σπίτι του... «πεθερού» του Ρόμπερτ Ντε Νίρο (στους «Γονείς της συμφοράς») και το μουσείο (του «Μια νύχτα στο μουσείο»). Τα θέλγητρα της πλατιάς, εύκολης κωμωδίας και η ζεστή αγκαλιά της εμπορικής επιτυχίας είναι αναμφίβολα γοητευτικές σειρήνες για έναν οποιονδήποτε ηθοποιό. Είναι αξιοθαύμαστο λοιπόν με πόση ευκολία ο Στίλερ, όχι απλά αφήνει πίσω την περσόνα του διασκεδαστή σε αυτό το φιλμ, αλλά βάζει στη θέση της κάτι που θα μπορούσε να είναι το ακριβώς αντίθετό της. Είναι σχεδόν βέβαιο πως οι θαυμαστές του, όλοι όσοι εκτιμούν την κωμική του φλέβα και τον τρόπο του να πετυχαίνει το γέλιο μέσα από ερμηνείες χαμηλότονης απορίας και καλοπροαίρετης αμηχανίας, θα νιώσουν σχεδόν προσωπικά πειραγμένοι από τον χαρακτήρα του Ρότζερ Γκρίνμπεργκ. Σαραντάρης, εργένης, μια μπάλα από άγχη, εμμονές, απωθημένα, προβλήματα, ιδιοτροπίες, ο Γκρίνμπεργκ επιστρέφει μετά από χρόνια στο Λος Άντζελες, ένα ταξίδι που μοιάζει περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο ως μια προσπάθεια να ξεπεράσει τη νευρική του κατάρρευση που μόλις προηγήθηκε στη Νέα Υόρκη. Ο αδελφός του και η οικογένειά του θα λείπουν καιρό εκτός της χώρας κι εκείνος θα μείνει στο σπίτι τους προσπαθώντας να μην κάνει απολύτως τίποτα, εκτός ίσως από το να φτιάξει ένα καινούργιο σπιτάκι για τον σκύλο. Στην πορεία όμως το παρελθόν και όλα τα φαντάσματα που κρύβονται στη σκονισμένη ντουλάπα του θα περάσουν για μια επίσκεψη κι ο ίδιος θα ξεκινήσει με την εικοσιπεντάχρονη βοηθό του αδελφού του κάτι που δύσκολα μπορεί να περιγραφεί ως «σχέση». Υπερβολικά δύσκολα στην πραγματικότητα, μια που ο Γκρίνμπεργκ είναι ανίκανος να έχει οποιοδήποτε συναίσθημα με τη σωστή σειρά ή στη σωστή θέση κι έχει το απίστευτο ταλέντο να λέει και να κάνει πάντα το λάθος πράγμα με τον λάθος τρόπο. Ακριβώς αυτή η υπερβολή και το γεγονός ότι ο Στίλερ κατορθώνει να χτίσει έναν ήρωα από ένα τσουβάλι τικ και νευρώσεις είναι το σημείο που η ταινία κερδίζει επαίνους, αλλά είναι τελικά και η μεγαλύτερη αδυναμία της. Διότι αν το «Δεν σκέφτομαι, άρα υπάρχω» θέλει να γίνει ένα πορτρέτο μιας υπαρξιακής και ηλικιακής κρίσης, η ακτινογραφία μιας γενιάς που είδε τα όνειρά της να μεταμορφώνονται σε... τίποτα αληθινά σημαντικό, καταλήγει τελικά να μην είναι τίποτα περισσότερο από το προσωπικό freak show ενός ανάποδου, προβληματικού ανθρώπου. Δεν είναι ότι βλέποντας την ταινία απλά δεν μπορείς να συμπαθήσεις τον ήρωά της, αλλά ότι πολύ γρήγορα χάνεις το ενδιαφέρον σου για τη ζωή και τις πράξεις του, για τα όσα λιγοστά συμβαίνουν γύρω του. Ασφαλώς το σενάριο του Μπάουμπαχ λάμπει κατά στιγμές με εξαιρετικές σκηνές και διαλόγους και, πέρα από τη θαυμάσια (στα όρια του εκνευρισμού) ερμηνεία του Στίλερ, η νεαρή Γκρέτα Γκέργουικ είναι αληθινά εξαιρετική. Όμως παρότι η φωτογραφία του Χάρη Σαββίδη προσθέτει τους μόνους γοητευτικούς τόνους τόσο στην πόλη του LA όσο και στους ίδιους τους χαρακτήρες, η σκηνοθεσία του Μπάουμπαχ σαν να θέλει, όπως κι ο ήρωάς του, να σε αποξενώσει και να σε κρατήσει σε απόσταση απ’ οποιαδήποτε συναισθηματική ή άλλη επένδυση στο φιλμ. Και δυστυχώς το καταφέρνει και με το παραπάνω... Σκηνοθεσία: Νόα Μπάουμπαχ. Πρωταγωνιστούν: Μπεν Στίλερ, Γκρέτα Γκέργουικ, Ριφ Ίφανς, Τζένιφερ Τζέισον Λι, Μπρι Λάρσον. Χώρα: ΗΠΑ. Διάρκεια: 107΄

Παράνοια

Αυτό το ριμέικ μιας ταινίας τρόμου του Τζορτζ Ρομέρο έχει την σπάνια τύχη να είναι σαφώς καλύτερο από το πρωτότυπο. Το φιλμ του 1973, στο οποίο οι κάτοικοι μιας μικρής πόλης των ΗΠΑ μετατρέπονται σε ψυχοπαθείς δολοφόνους όταν το απόθεμα του νερού τους μολύνεται από ένα βιοχημικό όπλο, απηχούσε τους φόβους του πολέμου του Βιετνάμ, αλλά έμοιαζε υπερβολικά συγγενικό με τη «Νύχτα των ζωντανών νεκρών» για να ξεχωρίσει, καθώς και μάλλον υπερβολικά «άτσαλο» για να κερδίσει την κινηματογραφική αθανασία. Η καινούργια εκδοχή του Μπρεκ Άισνερ δεν προσποιείται ότι είναι κάτι παραπάνω από το ριμέικ μιας b-movie, όμως κατορθώνει όχι μόνο να σέβεται τις αρετές του πρωτότυπου υλικού, αλλά να διορθώνει τα λάθη και τις ατέλειές της. Έτσι εδώ η σκηνοθεσία κρατά με επιτυχία τον ρυθμό του φιλμ σταθερά απειλητικό, αυξάνοντας την αγωνία και στήνοντας σεκάνς εξαιρετικά τεταμένου σασπένς, ισορροπεί τα στοιχεία του τρόμου με αυτά της προσωπικής περιπέτειας των ηρώων της (που αν και τυπικοί δεν είναι αδιάφοροι), ενώ δεν χρησιμοποιεί το αίμα και τη βία σαν σεναριακό από μηχανής θεό. Αντίθετα επενδύει σε ένα ύφος που θυμίζει Στίβεν Κινγκ και βλέπει το είδος του τρόμου με μια ματιά που μοιάζει παλιομοδίτικη, μια και δεν ενδιαφέρεται μόνο για την επιφάνεια ή τις εντυπώσεις, αλλά και για το βαθύτερο ρεύμα του σασπένς που αποτελεί την ουσία της ταινίας. Μπορεί να μην είναι κάτι καινούργιο ή κάτι που δεν έχεις ξαναδεί, αλλά αυτό δεν στερεί πόντους από την απόλαυση που προσφέρει. Σκηνοθεσία: Μπρεκ Άισνερ. Πρωταγωνιστούν: Τζορτζ Ρομέρο, Ράντα Μίτσελ, Τζο Άντερσον, Ντανιέλ Παναμπέικερ. Χώρα: ΗΠΑ. Διάρκεια: 101΄

Oceans

Οι δημιουργοί της ταινίας «Oceans» θέλησαν να «κολυμπήσουν» σαν ψάρια ανάμεσα σε άλλα ψάρια, είτε κινηματογραφώντας με ταχύτητα 10 κόμβους την ώρα σε μια περιοχή αλίευσης τόνου, είτε ακολουθώντας τα ακροβατικά των δελφινιών, είτε πηγαίνοντας πλάι με πλάι στο πτερύγιο ενός λευκού καρχαρία... Μετά τα «Ταξιδιάρικα πουλιά», ο Ζακ Περίν και ο Ζακ Κλουζό, έχοντας στη διάθεσή τους πρωτοποριακές μεθόδους κινηματογράφησης, μας οδηγούν στην καρδιά των ωκεανών για να ανακαλύψουμε άγνωστα ή γνωστά θαλάσσια πλάσματα. Το «Oceans» αναρωτιέται για τις επιπτώσεις του ανθρώπινου αποτυπώματος στην άγρια πανίδα και απαντά στο ερώτημα «Ωκεανός; Ποιος είναι ο Ωκεανός;» μέσα από εικόνες και συναισθήματα. Σκηνοθεσία: Ζακ Περίν, Ζακ Κλουζό. Χώρα: Γαλλία. Διάρκεια: 103΄

Επικηρύσσοντας την πρώην

Θα ήθελε να είναι screwball κωμωδία, αλλά μοιάζει περισσότερο με μεγάλη λασπωμένη πατάτα που δεν μπορεί να σωθεί ούτε από το μέγεθος των ονομάτων των πρωταγωνιστών της. Αυτή η ρομαντική κομεντί δεν είναι ούτε ρομαντική ούτε αστεία, αλλά αντίθετα σε σπρώχνει στα όρια του εκνευρισμού μέσα από χαρακτήρες που δεν σε ενδιαφέρουν, μια υπόθεση που δεν μπορείς να πάρεις στα σοβαρά (ακόμη κι αν προσπαθεί να χωρέσει και στοιχεία θρίλερ) και δυο ερμηνείες τόσο άκαμπτες που μοιάζουν σκαλισμένες σε ξύλο. Ο Τζέραρντ Μπάτλερ είναι ένας πρώην αστυνομικός που πλέον κυνηγά επικηρυγμένους, και η Τζένιφερ Άνιστον είναι η πρώην γυναίκα του που χάνοντας τη μέρα του δικαστηρίου της εξαιτίας ενός ρεπορτάζ μπαίνει αυτόματα στη λίστα του. Εκείνος για να την εκδικηθεί θα θελήσει να την συλλάβει, αλλά φυσικά στην πορεία θα την ερωτευτεί ξανά. Δυστυχώς μέχρι να φτάσουμε ως εκεί θα έχουν μεσολαβήσει 110 ανούσια, συχνά αφόρητα λεπτά, 110 λεπτά που δεν θα σας δώσει κανείς πίσω στη ζωή σας. Φροντίστε να τα ξοδέψετε με καλύτερο τρόπο... Σκηνοθεσία: Άντι Τέναντ. Πρωταγωνιστούν: Τζέραρντ Μπάτλερ, Τζένιφερ Άνιστον, Τζέισον Σουντέικις, Τζεφ Γκάρλιν. Χώρα: ΗΠΑ. Διάρκεια: 110΄

Γιώργος Ν. Κορωναίος

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.