19/10/2018 01:03:12

Η ανολοκλήρωτη ελληνική ανασύνταξη

(επετειακή αναφορά στην 25η Μαρτίου)
 
Κατά κανόνα θεωρούμε πως η σημερινή Ελλάδα, αυτή δηλαδή που επιδιώκεται να παγιωθεί ως εκπεσούσα στη συρρικνωμένη νεωτερική επινόηση του κράτους - έθνους, δημιουργήθηκε το 1821. Η αλήθεια είναι πως αυτή ξεκίνησε το 1821 και ολοκληρώθηκε, δηλαδή φαίνεται πως ολοκληρώθηκε και παγιώθηκε ως τέτοια, το 1922. Πράγματι από εκείνη την τραγική για τον ελληνισμό εποχή, γίνεται προσπάθεια να παγιωθεί η αντίληψη πως Ελλάς σημαίνει αυτό το συγκεκριμένο κομμάτι γης, οριοθετημένο με τον τρόπο που οριοθετήθηκαν και τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη, δηλαδή εν πολλοίς ιστορικά αυθαίρετα, με μοναδικό κριτήριο πρόσκαιρα οικονομικά δεδομένα και γεωπολιτικά συμφέροντα. Η Ελλάδα έκτοτε οριοθετήθηκε γεωγραφικά και διοικητικά, με το Αιγαίο, σε αυτήν την κατανομή, από επίκεντρο του ελληνισμού να έχει καταστεί όριό του (και ελπίζουμε να μην τεθεί και αυτό υπό διαπραγμάτευση). Έκτοτε ο Ελληνισμός, που πρωτοεμφανίσθηκε στην Ιστορία απλωμένος και οργανωμένος με πολιτισμό και ταυτότητα, δηλαδή ως Έθνος σε διαρκή εξέλιξη, ήδη από κρητομυκηναϊκής εποχής, σε όλη σχεδόν την περίμετρο της Μεσογείου ενίοτε και στην ενδοχώρα, αυτός ο Ελληνισμός λοιπόν όχι μόνο περιορίζεται αλλά και πολεμείται, πολεμείται κάθε του ευρύτερη εμβέλεια. Το όραμα του Ρήγα, που ενέπνευσε όλη την τότε Ευρώπη, που προέβλεπε μιαν Επικράτεια που θα ενοποιείται με την συνέργεια θεσμών που «θα εμψυχώνονται από τον Ελληνισμό», με μέσα, γι’ αυτό, την καθιέρωση της Ελληνικής ως επίσημης γλώσσας και την υποχρεωτική διδασκαλία της στην εκπαίδευση και συνάμα με την διαρκή αναφορά του στον «Ελληνικόν Τόπον» και την «Ελληνικήν Γην», ξεχάστηκε. Υπενθυμίζουμε ακόμα πως ο Ρήγας αναφερόταν «στον λαόν απόγονον των Ελλήνων, όπου κατοικεί την Ρούμελην, την Μικράν Ασίαν, τας Μεσογείους νήσους, την Βλαχομπογδανίαν, αλλά και όλους όσους στενάζουν υπό την δυσφορωτάτην τυραννίαν του Οθωμανικού βδελυρωτάτου δεσποτισμού...».
Η επανάσταση του 1821, η προσπάθεια δηλαδή ανασύνταξης του ελληνισμού διά της επανένταξης σε αυτόν των ελληνικών εδαφών, η προσπάθεια ανασύνταξης του υπαρκτού και εντόνως δραστηριοποιούμενου σε Ανατολή και Δύση ελληνικού έθνους, εντάσσεται στη μακρά ιστορική πορεία του Ελληνικού Κοσμοσυστήματος (για να θυμηθούμε τη σχετική και απολύτως εμπεριστατωμένη μελέτη του Γιώργου Κοντογιώργη[1]). Πρόκειται περί Κοσμοσυστήματος που από τους κρητομυκηναϊκούς χρόνους μέχρι των παρυφών του 20ού αιώνα, συγκροτούσε Έθνος με ταυτότητα, πολιτισμό και γη, και που απορρόφησε σε αυτό και άλλες εθνοτικές οντότητες – Έλληνας από κάποια στιγμή θεωρείτο ο μετέχων του ανθρωποκεντρισμού και της παιδείας του. Αυτό το Έθνος υπήρξε κομιστής οικουμενικής πολιτισμικής πρότασης, καθ’ όσον εισήγαγε την ανθρωπότητα στη διερεύνηση της ύπαρξής του ανθρώπου και στην αναγνώριση της ανθρώπινης οντότητας, στη φιλοσοφία και στην Πολιτική, στην ελευθερία, στη δημοκρατία και στην δυνατότητα συμμετοχής του ανθρώπου στην Ιστορία. Αυτή λοιπόν η Ελληνική Πρόταση ακτινοβόλησε αλλά και πολεμήθηκε, χωρίς όμως ποτέ να υποστείλει την καταλυτική της παρουσία στη διαμόρφωση του Κόσμου. Δεν συνέβη δηλαδή αυτό μήτε μετά την ρωμαϊκή κατάκτηση, που από ένα σημείο και μετά κατέστη ελληνορωμαϊκή οικουμένη, πολύ περισσότερο μετά τη μετεξέλιξή της σε ανατολική ρωμαϊκή αυτοκρατορία – αυτό που από τον 18ο αιώνα παραχαράκτες της ιστορίας αποκάλεσαν βυζαντινή αυτοκρατορία – αλλά και μήτε μετά την επικράτηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Η ιδιαιτερότητα της απελευθερωτικής επανάστασης του 1821 έγκειται ακριβώς στους λόγους προέλευσής της. Γεωπολιτικά συμφέροντα των ισχυρών ευρωπαϊκών χωρών και της Ρωσίας επέβαλαν τον περιορισμό της ήδη άλλωστε παρακμάζουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αυτό το επεδίωξαν μέσω της γεωγραφικής ολοκλήρωσης και γεωπολιτικής ισχυροποίησης της Ευρωπαϊκής Ηπείρου, με την προσάρτηση στην Ήπειρο αυτή της σημερινής Ελλάδας, που αποτελεί τρόπον τινά το φυσικό όριό της. Αυτό όμως δεν μπορούσε να επιτύχει, αν η τότε Ευρώπη δεν ασφυκτιούσε στον δυτικό εργαλειακό ορθολογισμό και στο συνακόλουθο οντολογικό κενό, στο οποίο είχε περιπέσει. Αυτό το οντολογικό κενό, εύστοχα ο Καστοριάδης αποκαλούσε πρώτη απογοήτευση του κόσμου. Διαφυγή από αυτό η Ευρώπη, δηλαδή οι λαοί της, βρήκε στον τότε επικρατούντα ρομαντισμό που επικαλείτο παλαιότερες οντολογίες με έμφαση τις αρχαιοελληνικές παρακαταθήκες. Με άλλα λόγια, δύο ήταν οι λόγοι που η απελευθερωτική επανάσταση των Ελλήνων σε κάποιο βαθμό τουλάχιστον πέτυχε τους σκοπούς της: α. η γεωστρατηγική θέση του χώρου που σήμερα η Ελλάδα καταλαμβάνει, καθόσον η Ευρώπη δεν μπορούσε να διανοηθεί την χωρική ολοκλήρωσή της χωρίς αυτήν, και β. η συμβολική της διάσταση, δηλαδή η φιλοσοφική πρόταση που αυτή κόμιζε και κομίζει. Να μη ξεχνάμε εδώ, πως η φιλοσοφική θεμελίωση των κοινωνιών είναι ισχυρότερη από κάθε τι άλλο και αυτή κινεί την Ιστορία. Άνευ αυτής δεν μπορεί να υπάρξει μήτε κράτος, μήτε κοινωνία. Στις περιπτώσεις που έγινε προσπάθεια δημιουργίας κρατών που δεν είχαν Παράδοση, δεν είχαν δηλαδή φιλοσοφική θεμελίωση (αυτό που ο Καστοριάδης καλούσε φαντασιακή θέσμιση, που όμως πρόκειται ουσιαστικώς περί της φιλοσοφικής θεμελίωσης ή θέσμισής τους), τα κράτη αυτά για να μπορέσουν να υπάρξουν και να εξελιχθούν στηρίχτηκαν αρχικώς τουλάχιστον σε δάνειες Παραδόσεις, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτό των Η.Π.Α. Με άλλα λόγια, ο ρόλος ύπαρξης της σημερινής Ελλάδας οφείλεται στις ανάγκες ολοκλήρωσης της ίδιας της Ευρώπης, ως χωρικής οντότητας και ως συμβολικής παρουσίας, ίσως και της ίδιας της έννοιας της Δύσης ως διαφοροποιημένης πολιτιστικής προτάσεως από αυτήν της Ανατολής. Με αυτό δεν υποστηρίζουμε την ανιστόρητη ρήση πως «ανήκομεν εις την Δύσιν». Παρά του ότι σε κρίσιμες ιστορικές στιγμές οι Έλληνες έκλιναν προς την Δύση, ουδέποτε αφομοιώθηκαν από αυτήν – θεωρώ πως ούτε ο Κοραής με το εφεύρημα της μετακένωσης πρέσβευε κάτι τέτοιο. Αμφιταλαντεύτηκαν το 1453, αμφιταλαντεύθηκε και το Πατριαρχείο το 1821. Πάντοτε η Ελληνική πρόταση βρισκόταν μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Η Δύση θεμελιώθηκε σε αυτήν, αλλά η ελληνική πολιτισμική πρόταση, αν δεν δημιούργησε ή συνέβαλε στη δημιουργία και των εκείθεν πολιτισμών, σίγουρα ζυμώθηκε με αυτούς, με αμοιβαία κέρδη. Σε αυτό έγκειται η ιδιαιτερότητα και η οικουμενικότητα της ελληνικής πολιτισμικής πρότασης, ο Ίων Δραγούμης είχε αναλυτικώς αναφερθεί το ζήτημα αυτό. Η Ελληνική εξωτερική πολιτική έχει έτσι τις δυνατότητες να είναι πολυδιάστατη – πολυγαμική, έχει ευστόχως ειπωθεί –, ας μη το απεμπολήσουν οι τοπικοί διαχειριστές μας, ας μην αισθάνονται σαν αποικιακοί φύλαρχοι.
Δυστυχώς η ελληνική ανασύνταξη, όχι μόνο δεν ολοκληρώθηκε, αλλά ολοένα και περισσότερο διαστρέφεται, αν όχι ακυρώνεται. Σε αυτό έγκειται και ο πραγματικός «καημός της ρωμιοσύνης». Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις που αναγκάστηκαν τελικώς και επισήμως να ενισχύσουν την επανάσταση των Ελλήνων, δεν το έπραξαν άνευ ανταλλάγματος. Με χρηματικά δάνεια – όπως και τώρα δηλαδή – φρόντισαν να υποθηκεύσουν την αυτονομία του νεοδημιουργηθέντος κρατιδίου και να το μετατρέψουν σε προτεκτοράτο. Συνεισέφεραν βέβαια στην αρχική και μέχρι το ’22 επέκτασή του, μόνο όμως στο βαθμό που αυτό εξυπηρετούσε τους γεωστρατηγικούς τους σχεδιασμούς. Γιατί το ’22, παρά τα περί του αντιθέτου προβλεπόμενα από τη διεθνή Συνθήκη των Σεβρών, άφησαν ακάλυπτη την Ελλάδα στην εκστρατεία που είχε ως στόχο την εφαρμογή της Συνθήκης αυτής και την οδήγησαν στην μοιραία για τον ελληνισμό μικρασιατική καταστροφή. Η Ελλάδα οδηγήθηκε έτσι εκών άκων στην αποδοχή της παρουσίας της όχι Κοσμοπολιτικού Έθνους, που ανέκαθεν ήταν, αλλά ως συρρικνωμένου κράτους - έθνους. Αρχίζουν να εξασθενούν οι δεσμοί της με τον ευρύτερο ελληνισμό, ο οποίος τίθεται στο εξής σε δεύτερη μοίρα, έως απολύτου αγνόησής του. Ούτε η μετέπειτα σημαντική γενιά του ’30 – που έστρεψε το ενδιαφέρον της στην ανάδειξη της ιδιοπροσωπίας του νέου διαμορφούμενου ελληνισμού, κάτι που υπήρξε σωτήριο για την χαμένη μας τιμή – μπόρεσε να ανακόψει τις ραγδαίες εξελίξεις. Είναι ενδεικτική η φθίνουσα πορεία της ελληνικής γλώσσας: μέχρι τον 12ο αιώνα όλος σχεδόν ο τότε κόσμος, σε Ανατολή και Δύση, είχε τα ελληνικά ως κύρια γλώσσα του, μέχρι τον 19ο αιώνα οι μορφωμένοι όλου του κόσμου μίλαγαν ελληνικά, πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο πήγαινες σε πολλές χώρες της Ευρώπης και της Ασίας και μίλαγες ελληνικά, μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες πήγαινες στα Βαλκάνια, αλλά και στην Αίγυπτο και σε καταλάβαιναν, σήμερα έχουμε μείνει μόνοι στα αζήτητα, στέλνουμε και τα παιδιά μας σε πανεπιστήμια των Βαλκανίων να μάθουν βουλγαρικά. Το όραμα του Ρήγα ξεχάστηκε, το νόημα της προσπάθειας ανασύνταξης του ελληνικού έθνους λοιδορήθηκε, αμφισβητήθηκε ακόμα και η ίδια η ιστορικότητά του, η Πολιτική εξέπεσε της αρχικής της σημασίας, αυτήν που οι Έλληνες, συμπεριλαμβανομένου των επαναστατών του 1821 θεμελίωσαν, οι δε μετέπειτα διανοούμενοι «απέδρασαν»[2]. Επιτρέψτε μου εδώ να παραθέσω ένα εδάφιο από το κείμενο του Θεόδωρου Ζιάκα, με τίτλο «η ιλιαδορωμέηκη πολιτική επιστήμη στον Μακρυγιάννη», παρουσιάζοντας το βιβλίο του Κ. Ζουράρη για τον Μακρυγιάννη[3]: «η επιστημονική σκέψη του Μακρυγιάννη συμπίπτει, παραδόξως, με ό,τι βρίσκουμε στην Ιλιάδα και στον Θουκυδίδη. Δύο τινά μπορούν να εξηγήσουν το παράδοξο: Ή ότι ο Μακρυγιάννης ήταν ξεσκολισμένος μελετητής του Ομήρου και του Θουκυδίδη, πράγμα βεβαίως αδύνατο, αφού ήταν εντελώς αγράμματος. Ή τους βύζαξε με το γάλα της μάνας του, στα πλαίσια του τοπικού του Κοινού. Και απλώς επιμαρτυρεί την επιστήμη της κεντρικής παράδοσης του ελληνικού πολιτισμού, της ενσωματωμένης στην κοινοτική κουλτούρα. Το δεύτερο βέβαια συμβαίνει».
Οι Έλληνες το 1821, κινούμενοι από ένα υπερτοπικό και υπερχρονικό συλλογικό ασυνείδητο, ανήγαγαν την Πολιτική πράξη στην ουσιωδέστερη διάστασή της και επανατοποθέτησαν την ελευθερία και την αυτονομία ως το κύριο πολιτικό ζητούμενο. Όπως γράφει ο Καστοριάδης: «το αντικείμενο της πολιτικής δεν είναι η ευτυχία – σημ.: δηλ. στην νεωτερική εκδοχή της – όπως νόμιζαν στον 18ο και 19ο αιώνα και όπως πίστευε και ο Marx. Αυτή η αντίληψη δεν είναι μόνο εσφαλμένη, αλλά είναι και καταστροφική. Το αντικείμενο της πολιτικής είναι η ελευθερία... έννοια ταυτόχρονα ψυχολογική και φιλοσοφική», που έχει μ’ άλλα λόγια να κάνει με «απαιτήσεις ζωής υπαρκτικής πληρότητας».
Φοβούμαι πως οι πολιτικές ηγεσίες της χώρας μας δείχτηκαν ανεπαρκείς να διαχειριστούν το από φύσει και θέσει φερόμενο από αυτήν νόημα, δείχτηκαν ανεπαρκείς να διαχειριστούν τόσο τη γεωπολιτική όσο και τη συμβολική της ισχύ. Η επανάσταση του 1821 και το όραμα του Ρήγα έμειναν ανολοκλήρωτα και ξεχασμένα. Στην αρχή αυτού του σημειώματος σκοπίμως χρησιμοποίησα την έκφραση η Ελλάδα «φαίνεται» να παγιώθηκε ως κράτος - έθνος το 1922. Σήμερα τα κράτη της Ευρώπης, που συνεχώς «αντάλλασσαν» τα γεωγραφικά τους όρια και σε πολλά από αυτά μιλούν δυο και τρεις γλώσσες, συνεργάζονται ολοένα και στενότερα, έως λειτουργικής καταργήσεως των όποιων γεωγραφικών τους ορίων. Η πορεία προς μια ουσιαστική ενοποίηση της Ευρώπης, αποτελεί ιστορική νομοτέλεια[4] και η νεωτερική επινόηση του κράτους - έθνους, έχει ημερομηνία λήξεως. Όχι όμως του Έθνους, ως συνείδηση πολιτισμικής ταυτότητας και οντότητας, τρόπου νοηματοδότησης της ζωής και του κόσμου, με τις συνακόλουθες προτάξεις των προτεραιοτήτων της καθημερινής ζωής. Αναφέρομαι στο συλλογικό υπερτοπικό και υπερχρονικό ασυνείδητο που επιβιώνει πέραν των πρόσκαιρων πολιτικών εξουσιών και που αυτό τελικώς δημιουργεί την Ιστορία και το οποίο απαίτησε την ελληνική ανασύνταξη τον 19ο αιώνα. Αναφέρομαι όμως και στην άποψη του R. Rorty[5], ότι ο λαός αναζητεί την Ιστορία του, όχι για να αφηγηθεί απλώς το παρελθόν του, αλλά για να συγκροτήσει ταυτότητα με την οποίαν θα αναμετρηθεί με το μέλλον, ταυτότητα με την οποίαν θα συγκροτήσει το μέλλον του. Πέραν αυτού, η αλματώδης ανάπτυξη των ανατολικών χωρών που στηρίζουν την ανάπτυξή τους σε μεγάλο βαθμό στη φιλοσοφική τους θεμελίωση, χωρών που θα κυριαρχήσουν παγκοσμίως, ξαναφέρνει στο προσκήνιο την ανάγκη μιας νέας πολιτισμικής σύνθεσης ή αναγέννησης, στην εγκλωβισμένη σε αδιέξοδα Ευρώπη, όπου η Ελληνική πρόταση δεν μπορεί παρά να ξαναπαίξει πρωτεύοντα ρόλο. Αναφέρομαι σε μια Ευρώπη που σήμερα είναι εγκλωβισμένη στον επικρατούντα ανορθολογικό, αντικοινωνικό, αλλά και αντιαναπτυξιακό φονταμενταλισμό του φανταστικού χρήματος, προτεσταντικών εμμονών – αναφέρομαι εδώ κυρίως στον Βορρά. Η ανάγκη που οδήγησε την Ευρώπη να αναζητήσει οντολογικό καταφύγιο στην ελληνική πρόταση κατά τον 19ο αιώνα, είμαι βέβαιος ότι θα επανέλθει: η Ευρώπη δεν μπορεί να συνομιλήσει με τις οικουμενικές ανατολικές παραδόσεις, χωρίς την πολιτισμική πρόταση που κομίζει η σημερινή εναπομείνασα Ελληνική γη και θάλασσα (συμπεριλαμβανομένου βεβαίως και του νησιού που γέννησε την Αφροδίτη), αλλά και γεωπολιτικώς δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς αυτήν. Το παράδειγμα του ’21 πρέπει να μελετηθεί με ιδιαίτερη προσοχή. Ελπίζω οι τοπικοί διαχειριστές να μπορέσουν κάποτε να το αντιληφθούν. Οι πολιτικοί λειτουργούν – πρέπει δηλ. να λειτουργούν (και να διαπραγματεύονται) – πολιτικά και όχι σαν εντεταλμένοι τοπικοί λογιστές.

* O Δρ. Νικήτας Χιωτίνης είναι Αρχιτέκτων, Καθηγητής ΤΕΙ, Τμήματος Εσωτερικής Αρχιτεκτονικής και Σχεδιασμού Αντικειμένων.



[1] Γ.Κοντογιώργης, Το Ελληνικό Κοσμοσύστημα, Εκδόσεις Ι.Σιδέρης, Αθήνα 2006
[2] Γ. Καραμπελιάς «Η απόδραση των διανοουμένων», Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2012
[3] Κώστας Ζουράρης, «Να την χέσω τέτοια λευτεριά, οπού θα κάμω εγώ εσένα πασιά!», Εκδόσεις Αρμός, 2006: «ο Μακρυγιάννης και τα "Απομνημονεύματά" του αποτελούν ένα κορυφαίο επίτευγμα της πολιτικής σκέψης· και ειδικά των κατηγοριών της πολιτικής επιστημολογίας, δηλαδή των λογικών αλληλουχιών που κατασκευάζουν την πολιτική θεωρία».
 
[4] Εκτός και αν επιλεγεί η διάλυσή της, που ίσως δεν θα πρέπει να μας εκπλήξει δεδομένου ότι δύο φορές κατά τον 20ό αιώνα κατεστράφη εξ αιτίας της γερμανικής αλαζονείας. Δεν θέλω να πιστεύω όμως πως αυτό θα ξανασυμβεί.
[5] Ο γνωστότερος σήμερα Αμερικανός φιλόσοφος, εκφραστής της Αριστεράς

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.