Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Της Ιωάννας Μπλάτσου
Τελικά ο σαιξπηρικός «Ριχάρδος ΙΙΙ» με τον Κέβιν Σπέισι, σε σκηνοθεσία Σαμ Μέντες, αναδείχθηκε όντως στο πολιτιστικό γεγονός της χρονιάς, καταγράφοντας πρωτοφανή εισπρακτική επιτυχία αλλά και ανταμείβοντας το κοινό με μια ασύλληπτη ερμηνεία.
Της Ιωάννας Μπλάτσου
Τελικά ο σαιξπηρικός «Ριχάρδος ΙΙΙ» με τον Κέβιν Σπέισι, σε σκηνοθεσία Σαμ Μέντες, αναδείχθηκε όντως στο πολιτιστικό γεγονός της χρονιάς, καταγράφοντας πρωτοφανή εισπρακτική επιτυχία αλλά και ανταμείβοντας το κοινό με μια ασύλληπτη ερμηνεία. Δεν είναι λίγες οι φορές που οι σταρ μεγάλου βεληνεκούς επισκέπτονται την Ελλάδα για να πρωταγωνιστήσουν σε ένα καλλιτεχνικό γεγονός, επιδιδόμενοι στην παγκοσμίως διαδεδομένη τακτική της «ξεπέτας». Ξέροντας ότι το όνομά τους θα πουλήσει – και θα ξεπουλήσει – τα εισιτήρια των παραστάσεών τους, τελικά παρουσιάζουν στο αθηναϊκό κοινό μια σκιά του καλλιτεχνικού εαυτού τους, συχνά με πολύ υψηλό αντίτιμο εισιτηρίου. Ο Κέβιν Σπέισι θα μπορούσε κάλλιστα να έχει κάνει το ίδιο. Το «ονοματάκι» του είχε ήδη ξεπουλήσει τρεις μέρες Επιδαύριων παραστάσεων (δηλαδή 27.000 εισιτήρια συνολικά – αριθμός πρωτοφανής για τα εγχώρια φεστιβαλικά δεδομένα) και η ελληνική καλλιτεχνική αγορά δεν αποτελεί σημείο αναφοράς στον παγκόσμιο πολιτιστικό χάρτη – οπότε δεν χρειαζόταν ούτε να ταλαιπωρήσει τη φωνή και το κορμί του, για να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις ενός μεγάλου ανοιχτού θεάτρου, ούτε να ιδρώσει για να αποδείξει την αξία του. Όμως, αυτός όχι μόνο έπαιξε στο μάξιμουμ των φωνητικών και σωματικών του δυνατοτήτων, αλλά και πρέπει να έχασε κάποια (αρκετά) κιλά, έπειτα από τόσο ιδρώτα, κατά τις τρεις μέρες των παραστάσεων του σαιξπηρικού «Ριχάρδου ΙΙΙ». Απέδειξε, έτσι, τόσο το επαγγελματικό του ήθος όσο κι ότι έχει συναίσθηση ότι παίζει σε ένα θέατρο – σύμβολο της παγκόσμιας πολιτιστικής παρακαταθήκης. Γιατί ο πραγματικά μεγάλος ηθοποιός δίνει κάθε βράδυ εξετάσεις απέναντι στο κοινό του, χωρίς να επαναπαύεται στις εφήμερες δάφνες της φήμης – έστω κι αν αυτή συνοδεύεται από διεθνείς βραβεύσεις και παχυλά συμβόλαια.
Συνήθης ύποπτος ερμηνευτικής αρτιότητας
Ο Κέβιν Σπέισι είναι γνωστός στους καλλιτεχνικούς κύκλους της πατρίδας του, της Αμερικής, αλλά και της Αγγλίας – όπου διαμένει τα τελευταία επτά χρόνια, διατελώντας καλλιτεχνικός διευθυντής του ιστορικού θεάτρου του Λονδίνου Old Vic – ότι είναι εμμονικά τελειομανής με ό,τι κι αν αναλάβει. Για τον ρόλο του Ριχάρδου έκοψε ποτό, τσιγάρο και λοιπές κακές συνήθειες, αρχίζοντας παράλληλα εντατικό πρόγραμμα γυμναστικής. Το αποτέλεσμα φάνηκε στην απαιτητική ορχήστρα της Επιδαύρου. Εμφανώς αδυνατισμένος και σε εξαιρετική φυσική κατάσταση, ο 52χρονος ηθοποιός παρέμενε επί 2 ώρες και 35 λεπτά στη σκηνή (σε μια παράσταση διάρκειας 2 ωρών και 45 λεπτών) ταλαιπωρώντας το κορμί του και τεντώνοντας τη σωματική αντοχή του, έτσι όπως έγερνε μπροστά και αριστερά λόγω της καμπούρας και του κουτσού ποδιού του ρόλου του, το οποίο ήταν μονίμως στραμμένο προς τα μέσα. Αγκυλωμένος στη δυσμορφία του Ριχάρδου ΙΙΙ, μπορούσε παράλληλα να προσαρμόζει με άνεση τη φωνή του, ώστε να ακούγεται καθαρά μέχρι το Άνω Διάζωμα του αρχαίου θεάτρου του Πολυκλείτου, αυτός που είναι συνηθισμένος να παίζει σε κλειστά θέατρα χωρίς φυσικούς εξωτερικούς ήχους (π.χ., τζιτζίκια) να παρεμβαίνουν στην ακουστική της παράστασης. Αλλά, εκεί που κέρδισε τους πάντες ήταν όταν άρχισε να απευθύνεται στο κοινό, κοιτώντας τους θεατές στα μάτια – με κείνο το απολύτως δουλεμένο διεστραμμένο βλέμμα του – κάνοντάς τους συνένοχους, συμμέτοχους στις ραδιουργίες του. Κι όπως ύπουλα γνέθει τον ιστό του θανάτου γύρω από κάθε υποψήφιο θύμα του, το ίδιο περίτεχνα εισάγει με παιδική, θα ‘λεγες, αθωότητα επιφωνήματα κι εκφράσεις της καθομιλουμένης στο σαιξπηρικό κείμενο, κάνοντάς το απολύτως δικό του: «What?» γυρίζει κι αιφνιδιάζει το κοινό με την προσχεδιασμένη ανάλαφρη απορία του, όταν αυτό ξεσπά σε γέλια με μια αυτοσαρκαστική, ειρωνική του παρατήρηση ή «Ta-ta» («αντίο»), όταν «ξεφορτώνεται» άλλο έναν εχθρό-εμπόδιο. Σαρδόνια χθόνιος, δαιμονικά γοητευτικός, ο πρωταγωνιστής είναι η προσωποποίηση της ηδονής του απόλυτου Κακού. Ο νιτσεϊκών διαστάσεων Ριχάρδος του Κέβιν Σπέισι απολαμβάνει κάθε ειρωνική στροφή, κάθε μακιαβελική σκέψη, κάθε αιματοβαμμένη πράξη του ρόλου του στον δρόμο προς την κατάκτηση της απόλυτης εξουσίας: της κατάκτησης του βρετανικού θρόνου. Σε αυτή την πορεία του δεν θα ορρωδήσει προ ουδενός. Αυτή η «αράχνη», ο «σκύλος», ο «διάολος» – κατά τη Βασίλισσα Μάργκαρετ –, αυτή η «οχιά», το «τέρας», το «εξάμβλωμα», κατά την ίδια τη μητέρα του, θα σκοτώσει, θα προδώσει, θα εγκαταλείψει συγγενείς και φίλους. Και θα καταλήξει μόνος του: «Δεν έχω κανέναν. Είμαι μόνος μου. Η λέξη “αγάπη” μού είναι άγνωστη. Το κακό μόνο καταλαβαίνω. […] Έχω χωθεί τόσο βαθιά στο αίμα, που έγκλημα στο έγκλημα στοιβάζω». Κι ενώ, όντως, δεν μπορείς να πάρεις τα μάτια σου από πάνω του όσο βρίσκεται πάνω στη σκηνή (και βρίσκεται σχεδόν συνεχώς), ενώ με χαρακτηριστική άνεση επιβάλλεται στον χώρο και στους θεατές του (χωρίς, όμως, ίχνος της νευρωσικής εγωπάθειας των σταρ), είναι απολύτως γενναιόδωρος με τους συμπρωταγωνιστές του, γνωρίζοντας στην πράξη τις δύο βασικές αρχές του υποκριτικού ήθους – όπως έλεγε κι ένας δάσκαλός μου στη Royal Academy of Dramatic Art: την εμπιστοσύνη και την επικοινωνία. Απέναντι, λοιπόν, στο υποκριτικό θηρίο που ονομάζεται Κέβιν Σπέισι, η «βρετανική σχολή» υποκριτικής λάμπει στον ρόλο της Βασίλισσας Μάργκαρετ, που υποδύεται η έμπειρη Τζέμα Τζόουνς.
Shakespearean beauty
Πίσω, όμως, από την επιτυχία του «Ριχάρδου ΙΙΙ» βρίσκεται ο σκηνοθέτης Σαμ Μέντες, ο οποίος έχει συνθέσει μια λιτή και με καθαρές, αδρές γραμμές παράσταση, φωτίζοντας τη φαυλότητα της ανθρώπινης φύσης να προσδιορίζεται μέσα από μάταια παιχνίδια εξουσίας και δύναμης. Ο Σαμ Μέντες «ξαναγράφει» τη σαιξπηρική ιστορία του 16ου αιώνα με τις πέντε πράξεις, οργανώνοντας το υλικό του σε κεφάλαια με τίτλους οι οποίοι προβάλλονται πάνω στο σκηνικό και δανείζονται ονόματα των χαρακτήρων του έργου («Lady Ann», «Elizabeth», «Clarence», «Prince Edward»), τοπωνυμιών («The Tower», «Bosward Field») ή πολιτικών δράσεων («The Council», «The Citizens»). Με εμφανείς αναφορές σε σημερινούς δικτάτορες της Αφρικής και της Μέσης Ανατολής, καθώς κι έντονες επιρροές από τον κινηματογράφο και την επικαιρική καταγραφή ενός ντοκιμαντέρ, η παράσταση ξεκινά με μια προβολή ενός δικτάτορα στο βίντεο, τη στιγμή που ο Ριχάρδος εμφανίζεται να κάθεται σε μια καρέκλα, φορώντας χάρτινο στέμμα και κρατώντας σφυρίχτρα από πάρτι. Ο συμβολισμός της «χάρτινης» υπόστασης της εξουσίας είναι πρόδηλος. Το «πάρτι» έχει ήδη τελειώσει πριν καν αρχίσει. Η πορεία του φιλόδοξου, ανερμάτιστου Ριχάρδου είναι προδιαγεγραμμένη. Το τέλος του – κρεμασμένος ανάποδα σε ένα τσιγκέλι, κανονικό σφάγιο στον βωμό της Τάξης και του Καλού, που πρέπει να επικρατήσει στον κόσμο – επισφραγίζει το αναγεννησιακό ιδεώδες. Ενδιάμεσα, θα υπάρξουν και άλλες πολιτικές αναφορές του Μέντες στην αναλογία του χθες με το σήμερα, όσον αφορά στη χειραγώγηση του πλήθους μέσα από δημαγωγικές μεθόδους, καθώς και στο πώς οι αιμοσταγείς ηγέτες προβάλλουν το χριστιανικό τους «ήθος» ως συγκάλυψη της παρανοϊκής τους δράσης. Εξίσου ενδιαφέρον είναι το τελετουργικό στοιχείο, το οποίο τονίζεται με τη χρήση «ζωντανών» τυμπάνων, επιτείνοντας την αμεσότητα της επιβολής και της κυριαρχίας των δυνάμεων του Κακού, όπως αυτές εκφράζονται από τον κακοφορμισμένο σωματικά και ηθικά Ριχάρδο. Χαρακτηριστική είναι και η αντιπαράθεσή τους, στην τελευταία σκηνή, με τις δυνάμεις του Καλού, οι οποίες εκφράζονται από τον Ρίτσμοντ. Το μεταφυσικό στοιχείο της παράστασης αποδόθηκε από τη Βασίλισσα Μάργκαρετ – τη σαιξπηρική εκδοχή της δικής μας Κασσάνδρας.
ΠΡΙΝ & ΜΕΤΑ
Η εισπρακτική επιτυχία του «Ριχάρδου ΙΙΙ» ήταν ήδη ένα γεγονός από τις 8 Ιουλίου, όταν μέσα σε λίγες ώρες προπωλήθηκε το 90% των εισιτηρίων για τις δύο παραστάσεις της 29ης και 30ης Ιουλίου, αναγκάζοντας το Ελληνικό Φεστιβάλ να ανακοινώσει πάραυτα παράταση των παραστάσεων του Bridge Project για μία ακόμη μέρα, στις 31 Ιουλίου. Πράγμα πρωτοφανές για τα φεστιβαλικά δεδομένα της Επιδαύρου, όπου, μέχρι στιγμής, όλες οι παραστάσεις παίζονται μόνο για δύο μέρες. Ως γνωστόν, και την τρίτη μέρα του «Ριχάρδου ΙΙΙ», τα εισιτήρια προπωλήθηκαν μαζικά, με το Φεστιβάλ Αθηνών να καταγράφει κέρδη περίπου 600.000 ευρώ, μόνο από τη συγκεκριμένη παράσταση. Κάπως έτσι, η εν λόγω παράσταση έγινε φετίχ θεατρόφιλων και μη, με πολλούς θεατές να είναι έτοιμοι να δώσουν το… «βασίλειό» τους για ένα εισιτήριο (παραφράζοντας τη γνωστή ρήση του ετοιμοθάνατου Ριχάρδου: «το βασίλειό μου για ένα άλογο»). Η ίδια η ποιότητα της παράστασης, και κυρίως το ασύλληπτο ταλέντο του Κέβιν Σπέισι, δικαίωσαν την επιμονή τους. Επίσης, όμως, διέψευσαν και όλους εκείνους που ήθελαν να πλασάρουν ένα πολιτιστικό γεγονός ως lifestyle «γκλαμουροκατάσταση», όπου θα συνέρρεε κάθε, απελπισμένος για λίγη δημοσιότητα, εγχώριος «επώνυμος». Παράλληλα ακουγόταν ότι θα παραβρεθούν και κάποια μεγάλα ονόματα της διεθνούς καλλιτεχνικής σκηνής. (Δεν παρευρέθησαν, ωστόσο, ο Τζόνι Ντεπ, ο Μπραντ Πιτ, ο Τζον Μάλκοβιτς, ο πρίγκιπας Αλβέρτος του Μονακό, ο Γιώργος Παπανδρέου, ο Παύλος Γερουλάνος και ο Θόδωρος Πάγκαλος, όπως ήθελαν οι φήμες). Επίσης, ανακριβείς ήταν και οι φήμες που ήθελαν τον Κέβιν Σπέισι να παραμένει στην Ελλάδα για διακοπές μετά το πέρας των παραστάσεων στην Επίδαυρο. Τη Δευτέρα, 1η Αυγούστου, ο διάσημος ηθοποιός, και όλος ο θίασος της παράστασης, αναχώρησαν για το Λονδίνο, όπου από την Τετάρτη 3 Αυγούστου ξεκίνησαν πάλι στο θέατρο Old Vic οι παραστάσεις του «Ριχάρδου ΙΙΙ», όπου και ολοκληρώνονται στις 11 Σεπτεμβρίου.
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.