Το Βερολίνο πιέζει τους Ευρωπαίους εταίρους του για τόνωση της ανταγωνιστικότητας όσο αυτή δεν απειλεί τα γερμανικά συμφέροντα.
Παρέμβαση Μέρκελ
Ο Έντερς συναντήθηκε με τον Βρετανό «ομόλογό» του πέρυσι το καλοκαίρι και μαζί έδωσαν εντολή να αναζητηθεί – σε συνθήκες άκρας μυστικότητας – η χρυσή τομή για αυτόν τον εξαιρετικά επικερδή γάμο. Λίγο αργότερα, ενημερώθηκαν για τις συνομιλίες η γαλλική, η βρετανική και η γερμανική κυβέρνηση. Ωστόσο, ενώ το Παρίσι και το Λονδίνο αντιμετώπισαν αυτή την προοπτική θετικά, το Βερολίνο στύλωσε τα πόδια. Συγκεκριμένα, μάλιστα, η Άνγκελα Μέρκελ φέρεται να παρενέβη προσωπικά ώστε να σταματήσει η όποια σχετική συζήτηση… Γιατί;
Σύμφωνα με τα γαλλικά ΜΜΕ, η Γερμανίδα καγκελάριος φοβήθηκε ότι ο νέος όμιλος θα είχε ως αποτέλεσμα να μεταφερθούν οι αμυντικές δραστηριότητες από γερμανικό έδαφος σε βρετανικό με την ΒAE να αναλαμβάνει το βάρος των συγκεκριμένων συμβολαίων και την EADS να επικεντρώνεται στα υπόλοιπα. Εξάλλου, στο Βερολίνο θυμούνται ακόμη την τροπή που είχε πάρει, το 1998, η συγχώνευση «μεταξύ ίσων» της γαλλικής Sanofi και της γερμανικής Aventis, που είχε ως στόχο τη δημιουργία ενός κολοσσού της φαρμακοβιομηχανίας. Τότε, οι Γερμανοί πλήρωσαν τα σπασμένα της συγχώνευσης, καθώς αποφασίστηκε να διατηρηθούν οι μονάδες παραγωγής της Γαλλίας θυσιάζοντας τις γερμανικές θέσεις εργασίας.
Όσο για τις… προσπάθειες του Γερμανού διευθύνοντα συμβούλου της EADS να καθησυχάσει το Βερολίνο, αυτές έπεσαν στο κενό, αφού ο ίδιος κάθε άλλο παρά «καλό όνομα» έχει στους κυβερνητικούς κόλπους.
Πλήρης ανατροπή
Αυτό όμως που έχει ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον στην όλη υπόθεση, που σχετίζεται με το μέλλον της EADS, είναι ότι το Βερολίνο δεν αρκέστηκε στην παρεμπόδιση της συγχώνευσης. Αντιθέτως, η κυβέρνηση Μέρκελ ανέτρεψε πλήρως το καθεστώς που διέπει την εταιρεία: Από τότε που δημιουργήθηκε η EADS, το 1999, οι Γερμανοί αντιτίθονταν σε οποιονδήποτε κρατικό έλεγχο επί του ομίλου. Έτσι, οι Γάλλοι (και αργότερα και οι Ισπανοί) βρήκαν έμμεσους τρόπους άσκησης της επιρροής τους, κυρίως διαμέσου των βασικών μετόχων (τον όμιλο Λαγκαρντέρ στην περίπτωση της Γαλλίας), οι οποίοι, χωρίς να διαθέτουν πλειοψηφία, διατηρούσαν δικαίωμα βέτο στις αποφάσεις του Συμβουλίου. Ωστόσο, το Βερολίνο – το οποίο μέχρι πρότινος δεν συμμετείχε με δημόσια κεφάλαια στον όμιλο, αντίθετα με το Παρίσι και τη Μαδρίτη – αποφάσισε να μπει στο παιχνίδι με 1,6 δισ. έως 2 δισ. ευρώ (12% των μετοχών), ενώ ταυτόχρονα διεκδίκησε – και πέτυχε – την αλλαγή των όρων λήψης αποφάσεων με την κατάργηση του δικαιώματος άσκησης «βέτο» από μετόχους που δεν κατέχουν πλειοψηφία…