Ταινίες Πρώτης Προβολής: Τρόμος, περιπέτεια και «Marty Supreme» με Τιμοτέ Σαλαμέ (Videos)
Μετά τις περιορισμένου ενδιαφέροντος ταινίες της περασμένης εβδομάδας κι ενώ στρώνουν κόκκινα χαλιά στο Χόλιγουντ, για τα βραβεία που οδηγούν στα Όσκαρ, το εγχώριο κινηματογραφικό κύκλωμα φαίνεται να ανεβάζει στροφές.
Marty Supreme
(«Marty Supreme») Δραματική κομεντί εποχής, αμερικάνικης παραγωγής του 2025, σε σκηνοθεσία Τζος Σάφντι, με τους Τιμοτέ Σαλαμέ, Γκουίνεθ Πάλτροου, Κέβιν Ο’Λίρι, Φραν Ντρέσερ, Οντέσα Αζιόν, Ρόναλντ Μπρενστάιν κα.
Ποντάροντας πολλά στη νέα ταινία του Τζος Σάφντι, η Α24 ρίχνει τα περισσότερα χρήματα που έχουν δοθεί ποτέ σε ανεξάρτητη παραγωγή, πάνω από 70 εκατομμύρια δολάρια, πολλά απ’ τα οποία πήγαν και στην προώθησή της.
Όμως, το φιλμ, που προσβλέπει σε μεγάλες στιγμές στα Όσκαρ, έχει και αρκετά άλλα προτερήματα: το δυνατό ευπρόσωπο καστ, του οποίου ηγείται ο καυτός νέος σταρ Τιμοτέ Σαλαμέ, έναν ιδιοσυγκρασιακό και ταλαντούχο σκηνοθέτη και ένα στιβαρό στόρι, βασισμένο στη ζωή του Μάρτι Ράισμαν, πρωταθλητή του πινγκ πονγκ, τοποθετημένο στη γοητευτική δεκαετία του ‘50, που σήμανε πολλά περισσότερα για την πορεία της αμερικάνικης κοινωνίας και γενικότερα του δυτικού κόσμου.
Ένα εκρηκτικό φιλμ για το «αμερικάνικο όνειρο» και την πάση θυσία επιτυχία, απόλυτα ταιριαστό στον χαρακτήρα και τον στόχο του Σαλαμέ για το Όσκαρ, αν και οι εποχές είναι περίεργες, όχι για την επιτυχία, αλλά για τα όσα αναφέρει το κοφτερό σενάριο των Σάφντι-Μπρονστάιν.
Στη Νέα Υόρκη του 1952, ο ονειροπόλος Μάρτι Μάουσερ, ένας 23χρονος πωλητής παπουτσιών στο μαγαζί του θείου του, σε μια εβραϊκή συνοικία, κυνηγά με αστείρευτη εμμονή την απίθανη φιλοδοξία του, να γίνει ο μεγαλύτερος παίχτης του πινγκ πονγκ παγκοσμίως. Πλάι του βρίσκονται η Κέι Στόουν, μια γυναίκα παγιδευμένη στη χλιδή και τη μελαγχολία της υψηλής κοινωνίας, ο κολλητός φίλος και «συνεργός» Γουάλι, και η Ρέιτσελ, η αφοσιωμένη αλλά βαθιά πληγωμένη σύντροφος του Μάρτι. Μετά την αποτυχία του στο πρώτο του τουρνουά και χάνοντας τα φτερά της αμερικάνικης έπαρσης, θεωρεί ότι δικαιούται μια δεύτερη ευκαιρία, μπαίνοντας στον πειρασμό της απάτης. Εγωιστής, επηρμένος, με όλα τα κακά του κόσμου πάνω του και αδιαφορώντας για το κόστος που θα έχει στη ζωή του, θα επιδιώξει την ολοκλήρωση του ονείρου του.
Η δεκαετία του ‘50 ταιριάζει γάντι στον Σάφντι, καθώς κάνει την εμφάνισή της η περιβόητη οικονομική σχολή του Σικάγου, όπου μεθοδικά αναπτύσσεται η θεωρία ότι η αγορά και οι αδυσώπητοι νόμοι της αποφασίζουν για τα πάντα. Μια θεωρία που, έχοντας γερά στηρίγματα, θα καταστεί το ευαγγέλιο για τους υπέρμαχους του άκρατου καπιταλισμού.
Ο Σάφντι, εμπνευσμένα, θα σκεπάσει το στόρι του με αναχρονιστικά τραγούδια, βγαλμένα από τη δεκαετία του ‘80, όταν η θεωρεία – μοντέλο της σχολής του Σικάγου γιγαντώθηκε στην Αμερική του Ρίγκαν και στη συνέχεια σε όλο τον δυτικό κόσμο.
Οι παραπομπές στον πρώιμο Σκορτσέζε, αλλά και σε άλλους αμφισβητίες του αμερικάνικου ονείρου, είναι χρήσιμες και καλοβαλμένες, με τον σκηνοθέτη να έχει την τόλμη να μπει στη σύγκριση, αν και είναι φανερό ότι αποτελεί μέρος ενός κινηματογραφικού σύμπαντος, πολύ μακριά από εκείνη την εποχή.
Ο κακότροπος έως και δυσάρεστος ήρωάς του, δεν επιζητά τη συμπάθεια, αλλά την αίσθηση τής συνενοχής από τους θεατές, ενώ σημαντικό ρόλο παίζει και η μεταμόρφωσή του, στο λυτρωτικό όσο και σκληρό φινάλε. Η επιδίωξη του ονείρου του θα τον συντρίψει, όπως και τα μοντέλα επιτυχίας που κυριάρχησαν για μια ολόκληρη εποχή και συνεχίζουν να εμφανίζονται ως φαντάσματα ή ως πρόωρη δευτέρα παρουσία.
Αν ο Σαφντί, είχε κατεβάσει λίγο την προσωπική του ναρκισσιστική σκηνοθεσία, θολώνοντας και τα μηνύματα της ταινίας, είχε περιορίσει λίγο περισσότερο τη διάρκεια των 2,5 ωρών και είχε κόψει κάποιες επεξηγηματικές σκηνές και αχρείαστες υποπλοκές, θα είχε φτάσει στα επίπεδα και της, ακόμη μίας ξεχωριστής, ερμηνείας του Σαλαμέ, που βλέπει πλέον πιο καθαρά από ποτέ το χρυσό αγαλματίδιο στα χέρια του.
ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Στη Νέα Υόρκη του 1952, ο 23χρονος ονειροπόλος Μάρτι Μάουσερ, που έχει μια τακτοποιημένη ζωή, θα κυνηγήσει εμμονικά τη φιλοδοξία του να γίνει ο μεγαλύτερος παίχτης του παγκόσμιου πινγκ πονγκ.
28 Χρόνια Μετά: Ο Ναός των Οστών
(«28 Years Later: The Bone Temple») Ταινία τρόμου, βρετανικής παραγωγής του 2026, σε σκηνοθεσία Νία Ντακόστα, με τους Ρέιφ Φάινς, Άαρον Τέιλορ Τζόνσον, Άλφι Γουίλιαμς, Έμα Λερντ, Έριν Κέλιμαν, Τζακ Ο’Κόνελ, Κίλιαν Μέρφι κα.
Μία νέα μόδα, αυτή των σίκουελ σε ρυθμούς πολυβόλου, επιβεβαιώνει το δεύτερο μέρος της επιμέρους τριλογίας του μετα-αποκαλυπτικού φραντσάιζ, το οποίο γυρίστηκε ταυτόχρονα με το «28 Χρόνια Μετά» και είδαμε πριν από έξι μήνες.
Αυτή τη φορά, τη σκηνοθεσία υπογράφει η Νία Ντακόστα («Candyman», «The Marvels»), έχοντας τον Ντάνι Μπόιλ στην παραγωγή και στο σενάριο τον Άλεξ Γκάρλαντ, ενώ ο Ρέιφ Φάινς κρατά και πάλι τον πρωταγωνιστικό ρόλο.
Ο Δρ Κέλσον βρίσκεται σε μια συγκλονιστική νέα σχέση -με συνέπειες που θα μπορούσαν να αλλάξουν τον κόσμο όπως τον γνωρίζει- και η συνάντηση του Σπάικ με τον Τζίμι Κρίσταλ γίνεται ένας εφιάλτης από τον οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει. Οι μολυσμένοι δεν είναι πλέον η μεγαλύτερη απειλή για την επιβίωση, καθώς η απάνθρωπη συμπεριφορά των επιζώντων μπορεί να είναι πιο παράξενη και πιο τρομακτική. Στην καρδιά του «Ναού των Νεκρών», μια αίρεση αφιερωμένη στη λατρεία των ανθρώπινων οστών οδηγεί τη φρίκη στα άκρα.
Αν και μοιάζει με ένα σίκουελ, που θα συνδέσει το πρώτο φιλμ του Μπόιλ, που είδαμε πέρσι, με το επόμενο, το τρίτο κατά σειρά, στο οποίο θα επανέλθει ο διάσημος σκηνοθέτης πίσω από την κάμερα και στο οποίο θα ενταχθεί, στο πρωταγωνιστικό καστ, ο Κίλιαν Μέρφι, που εδώ κάνει ένα πέρασμα, η ιστορία έχει το ενδιαφέρον της, ενώ οι εικόνες φρίκης αυξάνονται αν και τα ζόμπι φαίνονται πιο οικεία από την τρομερή φύση των ανθρώπων.
Ο στιλίστας, αλλά και επιφανειακός, Μπόιλ παραδίδει τη σκυτάλη στην Ντακόστα, που δείχνει αρκετά φιλόδοξη, δίνοντας ένα σχετικό βάθος στους χαρακτήρες, ενώ με μία κομψή αγριάδα θα κάνει το κοινό ουκ ολίγες φορές να πεταχθεί από την πολυθρόνα του, να ουρλιάξει, σε αυτή τη θεαματική και αλληγορική ταινία τρόμου, που ορισμένες φορές, ωστόσο, χάνει την αφηγηματική της συνοχή.
Με νεύρο, σωστή κλιμάκωση της αγωνίας και του τρόμου, η Ντακόστα, ανανεώνοντας ως ένα σημείο τον μύθο, με τη μακάβρια αίρεση να παίρνει πρωτεύοντα ρόλο στο μετα-αποκαλυπτικό σύμπαν της ταινίας, θα επαναλάβει τις απαισιόδοξες επισημάνσεις του φραντσάιζ, για έναν κόσμο που έχει μολυνθεί πολύ πιο βαθιά από όσο φαίνονται τα ζόμπι, τα οποία, με κάνα δυο ακόμη σίκουελ, θα μετατραπούν στον καλύτερο φίλο του ανθρώπου…
Φροντισμένη παραγωγή, δυνατό, νευρικό μοντάζ, καλή δουλειά σε ήχο και σκηνικά και βεβαίως με έναν Φάινς να κρατά γερά τον πρωταγωνιστικό ρόλο και τον Τζακ Ο’Κόνελ να διεκδικεί τον πιο κακό χαρακτήρα της φετινής χρονιάς στο σινεμά, το φιλμ θα ικανοποιήσει τους φαν του φραντσάιζ.
ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Ο Δρ Κέλσον βρίσκεται και πάλι σε έναν εφιάλτη από τον οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει. Οι μολυσμένοι δεν είναι πλέον η μεγαλύτερη απειλή για την επιβίωση, η απάνθρωπη συμπεριφορά των επιζώντων μπορεί να είναι πιο παράξενη και πιο τρομακτική.
Kontinental ΄25
(«Kontinental ΄25») Κοινωνικό δράμα, ρουμανικής και διεθνούς συμπαραγωγής του 2025, σε σκηνοθεσία Ραντού Ζούντε, με τους Εζτέρ Τόμπα, Σερμπάν Πάβλου, Άντονις Τάντα, Γκαμπριέλ Σπαχιού, Ιλίνκα Μονολάτσε κα.
Ο σημαντικότερος ίσως σκηνοθέτης της Ρουμανίας και ένας από τους τολμηρότερους ανατόμους του σύγχρονου κόσμου, επιστρέφει με μία ακόμη σατιρική, καυστική ταινία για την απληστία και την πληγή της στεγαστικής κρίσης, κατακρίνοντας αρχικά τους ασήμαντους που κυβερνούν τη χώρα του, αλλά και γενικότερα την ευρωπαϊκή προοπτική, ταλαντευόμενος σε ένα ασταθές μεταίχμιο μεταξύ απελπισίας και ελπίδας.
Με το χαμηλού κόστους ανεξάρτητο φιλμ του, που γύρισε στο Κλουζ και στο Φλορέστι, ο Ράντου Ζούντε («Ατυχές Πήδημα ή Παλαβό Πορνό», «Μην Περιμένετε και Πολλά από το Τέλος του Κόσμου», «Άφεριμ») παραδίδει ακόμη ένα οξύ μεταμοντέρνο κοινωνικό δράμα, στο οποίο συνδυάζει τη σαρδόνια πολιτική κριτική, με σχολιασμούς για το ίδιο το σινεμά, καθώς αποτελεί, όπως εκτιμά και ο ίδιος, «έναν μετριοπαθή διάλογο» με το «Europa ‘51» του Ρομπέρτο Ροσελίνι.
Κάνοντας πρεμιέρα στο φεστιβάλ Βερολίνου και κερδίζοντας την Αργυρή Άρκτο Σεναρίου, το φιλμ εστιάζει σε έναν νέο ιδιότυπο εθνικισμό στη χώρα του, με την εμμονή των κυβερνώντων και της άρχουσας τάξης, αλλά και ξένων συμφερόντων, στην εκμετάλλευση των ακινήτων, που αποτελεί εθνικό στόχο και καθολική φιλοδοξία οικονομικής ανάπτυξης.
Ένας ρακένδυτος ρακοσυλλέκτης, που περιφέρεται στους δρόμους και στα πάρκα του Κλουζ, πρώην Ολυμπιονίκης, που έχει ξεπέσει, μετά από έναν τραυματισμό, θα βρεθεί υπό έξωση από το άθλιο υπόγειο που μένει, καθώς το ακίνητο έχει περάσει σε μια γερμανική εταιρεία, προς αξιοποίηση – μετατρέποντάς το σε boutique hotel και το όνομά αυτού Kontinentel ’25 . Μία δικαστική κλητήρας, που ανήκει στην ουγγρική μειονότητα της Τρανσιλβανίας, εκτελεί την έξωση, συνοδεία αστυνομικών και παρότι του δίνει λίγο χρόνο για να μαζέψει τα πράγματά του, αυτός αμέσως μετά αυτοκτονεί. Η αυτοκτονία αυτή καταρρακώνει ψυχολογικά την ηρωίδα, που οφείλει να διαχειριστεί τις δραματικές συνέπειες του λειτουργήματός της.
Ο Ζούντε, κινείται διαρκώς μεταξύ του τραγικού και του κωμικού, του παράξενου και του κοινότοπου, θα αναδείξει, πέρα από την απανθρωπιά, το πρόβλημα της στέγης, που από ανθρώπινο δικαίωμα μετετράπη σε τρέλα πλουτισμού και ανάπτυξης.
Το μικρό, αλλά ικανής εμβέλειας, φιλμ, με έντονο μοντάζ και την προσφιλή ντοκιμαντερίστικη προσέγγιση του σκηνοθέτη, θα αναδείξει τις όλο και πιο έντονες ταξικές αντιθέσεις, αλλά και τις εμμονές των κυβερνώντων που οδηγούν στη στεγαστική κρίση. Και μπορεί αυτή τη φορά να μην διαθέτει τη ξεχωριστή βιτριολική ματιά των προηγούμενων δυο εξαιρετικών ταινιών του, παρασυρμένος ορισμένες φορές από μία φλυαρία και ορισμένες επαναλαμβανόμενες σκηνές με την πρωταγωνίστρια, αλλά διατηρεί τη σατιρική του ματιά, την ειλικρίνειά του, πάντα υπαινικτικά, για την τραγικότητα και τη γελοιότητα των ανθρώπινων συμπεριφορών, την απαξίωση της ανθρώπινης ζωής, που όσο πιο ευάλωτη είναι τόσο περισσότερο καταπιέζεται με βιαιότητα.
ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Μια δικαστική κλητήρας εκτελεί την έξωση ενός απόρου συνοδεία αστυνομικών δυνάμεων. Δίνεται λίγος χρόνος στον άντρα να μαζέψει τα πράγματά του, όμως, στη συνέχεια εκείνος αυτοκτονεί, προκαλώντας την ψυχολογική καταρράκωση της υπαλλήλου.
Mankind’s Folly
(«Η Ύβρις της Ανθρωπότητας») Ντοκιμαντέρ, ελληνικής παραγωγής του 2025, σε σκηνοθεσία Γιώργου Αυγερόπουλου.
Το περμαφρόστ, που σφράγισε μέσα του για χιλιετηρίδες την παγωμένη γη, από την εποχή των μαμούθ, ξεπαγώνει με πρωτοφανείς ρυθμούς τα τελευταία χρόνια, συμπαρασύροντας ότι έχει χτιστεί πάνω του και ταυτόχρονα απειλεί ολόκληρο τον πλανήτη.
Στο νέο του ντοκιμαντέρ, ο Γιώργος Αυγερόπουλος, φωτίζει ένα γεγονός παγκόσμιας εμβέλειας, αναδεικνύοντας τις ευθύνες τεράστιων συμφερόντων και πολιτικών, που καθοδηγούνται από την τρέλα του χρήματος, την επιρροή πετρελαϊκών παντοδύναμων εταιρειών και των κυβερνήσεων δυο υπερδυνάμεων, ΗΠΑ και Ρωσίας.
Το ντοκιμαντέρ, που απέσπασε τον ειδικό έπαινο της επιτροπής του Prix Europa 2025, γυρίστηκε κάτω από αντίξοες συνθήκες, καθώς τα γυρίσματα στη Σιβηρία πραγματοποιήθηκαν εξ αποστάσεως, λόγω της εμπόλεμης κατάστασης στη Ρωσία.
Το φιλμ ακολουθεί δύο ανθρώπους εκατέρωθεν του Βερίγγειου πορθμού: τον Νικήτα στην Ανατολική Σιβηρία και τη Μάρθα στη Βόρεια Αλάσκα, που παρακολουθούν τον κόσμο τους να καταρρέει, μαζί με τους πάγους. Την ίδια στιγμή, οι φιλόδοξες δεσμεύσεις των ηγετών του κόσμου για το κλίμα έχουν ξεθωριάσει πνιγμένες μέσα σε πολέμους και οικονομική αβεβαιότητα. Ρωσικές και αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες επεκτείνονται ταχύτατα στην Αρκτική. Προσπαθούν να κρατήσουν το permafrost τεχνητά παγωμένο κάτω από τις εγκαταστάσεις τους, ώστε να συνεχίσουν την ίδια δραστηριότητα που ευθύνεται για το λιώσιμό του.
Οι συγκλονιστικές εικόνες ενός άγριου τοπίου, που μεταβάλλεται εφιαλτικά, φανερώνουν την αλαζονική διάθεση του ανθρώπου έναντι της φύσης, αδιαφορώντας για τις τεράστιες συνέπειες στη γη. Ο θεατής, λαμβάνοντας πληροφορίες και κυρίως εικόνες από την απομονωμένη περιοχή, καλείται να αναρωτηθεί γι’ αυτό το καφκικό παράδοξο, για μια καταστροφή πλανητικής κλίμακας και εν τέλει για το ίδιο το σύστημα, με το οποίο έχουμε οργανώσει τις κοινωνίες μας. Να αισθανθεί τους κινδύνους που κρύβει το λιώσιμο των πάγων, μεταξύ άλλων και την απελευθέρωση μικροβίων που μπορεί να προκαλέσουν ασθένειες, κάτι που ενδέχεται να επηρεάσει δραστικά τις επόμενες γενιές.
Τοποθετώντας την ενεργειακή ασφάλεια στο βάθρο της επείγουσας προτεραιότητας, Ρώσοι και Αμερικάνοι, αλλά και σύσσωμος ο διεθνής παράγοντας, ανταγωνίζονται στην εκμετάλλευση κοιτασμάτων ορυκτών καυσίμων και επεκτείνουν πιο γρήγορα από ποτέ τις γεωτρήσεις.
Οι προειδοποιήσεις για το σημείο χωρίς επιστροφή και τις αλυσιδωτές καταστρεπτικές επιπτώσεις, σκεπάζονται από τις πολιτικές σκοπιμότητες και τα οικονομικά συμφέροντα, καθώς όπως λέει και ένας Αμερικάνος στο φιλμ «τώρα μιλάει μόνο το χρήμα».
Προβάλλονται ακόμη οι ταινίες:
Τι Σου Λέει Αυτή η Φύση
(«What Does That Nature Say to You») Ο γνωστός και αγαπημένος στο φεστιβαλικό κοινό Νοτιοκορεάτης Χονγκ Σανγκ-σου, στην τελευταία του ταινία, που προβλήθηκε στο επίσημο πρόγραμμα της Berlinale 2025, με τη γνώριμη μινιμαλιστική του σκηνοθετική ματιά και την, πέρα από κάθε όριο, λιτή του αφήγηση, επιμένει στις φιλοσοφικές, ποιητικές, υπαρξιακές του αγωνίες.
Ένας νεόκοπος ποιητής στα τριάντα του, που απορρίπτει τις υλικές φιλοδοξίες και επιδιώκει να ζήσει μια ζωή αφιερωμένη στην αλήθεια και την ομορφιά, θα γνωρίσει την εύπορη οικογένεια της κοπέλας του.
Τα αγαπημένα του μοτίβα – τυχαίες συναντήσεις ανθρώπων – δίνουν και πάλι το παρόν και την ευκαιρία στον ιδιαίτερο σκηνοθέτη να σχολιάσει χαλαρά και με απαράμιλλη λιτότητα, τις σχέσεις, την καθημερινότητα, την τέχνη, τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο, καθώς και τις αξίες της ζωής.
Έχοντας γράψει ο ίδιος ένα σενάριο τριών τεσσάρων σελίδων, ο Χονγκ Σανγκ-σου («Η Ταξιδιώτισσα», «Μέσα στη Μέρα») καταφέρνει να μεταδώσει, μέσα από τις σιωπές, τις αμήχανες στιγμές των χαρακτήρων του, τις κουβέντες για τα μικρά ή τα μεγάλα, τον στοχασμό του για την περιπέτεια της ζωής, την ταξική πάλη και την οικογένεια, με έναν μειλίχιο μοναδικό τρόπο, απευθυνόμενος στο απαιτητικό – σχετικά μικρό – και ένθερμο κοινό του.
Απέριττες και συνάμα περίτεχνες ερμηνείες από τους Χα Σέονγκ-γκουκ, Κουόν Χάε-γιο, Τσο Γιουν-χι και Κανγκ Σον-γι.
Ρούφους: Ο Θαλάσσιος Δράκος που Δεν Ήξερε Κολύμπι
(«Rufus: The Sea Serpent Who Couldn’t Swim») Ευχάριστη ταινία κινουμένων σχεδίων από τη Νορβηγία, αν και απευθύνεται κυρίως στο νηπιακό κοινό. Στην καρδιά του ωκεανού, μια κοινότητα θαλάσσιων δράκων ζει σε ένα μυστικό νησί.
Ο νεαρός Ρούφους, που δεν ξέρει να κολυμπάει, μετά από μία καταστροφή, θα αναλάβει δράση για να σώσει το νησί και την οικογένειά του. Το ψηφιακό animation, σκηνοθετημένο από τον Έντρε Σκάντφερ, σε ελληνική μεταγλώττιση, με τις φωνές των Στρατή Ζαχαρή, Λίλα Μουτσοπούλου, Φώτη Πετρίδη κα.
Διαβάστε επίσης:
Η… απειλή του Άνταμ Σάντλερ: «Θα κάνω τουλάχιστον 50 ακόμη ταινίες πριν πεθάνω»