Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ
Βιβλίο: Οκτώ αριστοτεχνικά διηγήματα
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ
Julio Cortázar
Οκτάεδρο
Μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις: opera
Σελ.: 152
Από τα πρώτα βιβλία που μεταφράστηκαν στη γλώσσα μας, το «Οκτάεδρο» πρωτοκυκλοφόρησε το 1983 από τις εκδόσεις Ύψιλον στην τότε μετάφραση του ποιητή Τάσου Δενέγρη, για να ακολουθήσει μερικά χρόνια αργότερα το εκρηκτικό «Κουτσό» (εκδόσεις Εξάντας, σε μετάφραση του Κώστα Κουντούρη), που μέσα στην πορεία του χρόνου εκτόξευσε τη φήμη του Αργεντινού ταχυδακτυλουργού της γραφής, ο οποίος κατέκτησε τον νου και την καρδιά του εγχώριου αναγνωστικού κοινού καταργώντας και αλλάζοντας τις ώς τότε αναγνωστικές του συνήθειες (φυσικά μαζί με τα έργα του δασκάλου του Χόρχε Λουίς Μπόρχες, του οποίου τα βιβλία περνούσαν από χέρι σε χέρι και από στόμα σε στόμα των «ανήσυχων» αναγνωστών της δεκαετίας του ’80). Ο Κορτάσαρ με την πρόζα του (και την ποίησή του και τα δοκιμιακά του κείμενα) έριξε τους αναγνώστες του ανά τον κόσμο στα άδυτα της ανθρώπινης συμπεριφοράς, στη μαγική και αθέατη ουσία της ανθρώπινης εμπειρίας που βρίσκεται κρυμμένη πίσω και κάτω απ’ τον ορθολογισμό. Κατήργησε τον καθωσπρεπισμό και τη σοβαροφάνεια της έκφρασης και της σύνταξης καθώς και την κοινοτυπία, αναδεικνύοντας την καινοτομία. Και, ως γνωστόν, συνέβαλε στην άνθηση της λατινοαμερικανικής πεζογραφίας εντός και εκτός συνόρων.
Οκτώ αριστοτεχνικά διηγήματα διαφορετικά μεταξύ τους σε ύφος, «ύψος» και ατμόσφαιρα κι όμως με μια αίσθηση ότι το ένα ξανοίγεται μέσα στα γκρίζα νερά του άλλου. Οι ήρωες των ιστοριών στο «Οκτάεδρο» είναι καθημερινοί άνθρωποι που κάνουν συνηθισμένα πράγματα αλλά η ευρηματικότητα του Κορτάσαρ έγκειται στο ότι αυτό που μας περιγράφει μέσα από τις ιστορίες τους είναι μάλλον ασυνήθιστο. Ούτε αληθινό ούτε κι εντελώς φανταστικό. Το φανταστικό των ηρώων βρίσκεται σ’ εκείνο το διάκενο μεταξύ πραγματικότητας, υποσυνείδητου, ονείρου, εφιάλτη, φαντασίας και αρχέγονου μύθου. Τα οκτώ διηγήματα σχηματίζουν ένα οκτάεδρο. Σε κάθε πλευρά του και μια ευθεία ή λοξή ματιά, ένα καθρέφτισμα ζωής και θανάτου, έρωτα, αγάπης, εμμονής και δυσδιάκριτων ορίων ανάμεσα στην ψευδαίσθηση και την αλήθεια.
Στο «Η Λιλιάνα κλαίγοντας», ο πρωταγωνιστής – πρωτοπρόσωπος αφηγητής βρίσκεται άρρωστος στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου. Συλλογίζεται το τέλος του κι όσα / όσους θα αφήσει πίσω. Σκέφτεται τη μητέρα του, τους φίλους του και τη σύζυγό του Λιλιάνα και το αν θα αντέξουν τον χαμό του. Οι σκέψεις του καλπάζουν όπως ακριβώς καλπάζει κι η αφήγησή του. Η Λιλιάνα καπνίζοντας και κλαίγοντας κι η ζωή μοιάζει να κερδίζει βάσει των αναλύσεων των τελευταίων ιατρικών αποτελεσμάτων.
Στο «Βήματα πάνω στις πατημασιές», ο πρωταγωνιστής Χόρχε Φράγα είναι μελετητής – ιστορικός και αποφασίζει να ετοιμάσει μια μελέτη για τον ποιητή Κλάουδιο Ρομέρο. Έχει συγκεντρώσει άφθονο υλικό, πληροφορίες και επιστολές κι έτσι ανακαλύπτει μια μυστική ερωτική σχέση του Ρομέρο. Το βιβλίο εκδίδεται, γνωρίζει μεγάλη επιτυχία κι όμως ο Φράγα παλεύει μέσα του νιώθοντας πως ό,τι έγραψε, είναι βασισμένο σε ένα ψέμα.
Στο εξαίσιο «Χειρόγραφο που βρέθηκε σε μία τσέπη», ο κεντρικός ήρωας παίζει ένα παράξενο εμμονικό παιχνίδι γυρεύοντας μια απάντηση και μια συνάντηση με την ευτυχία σ’ ένα τζάμι παραθύρου του μετρό. Προσπερνώντας μια ρήξη, παραβιάζοντας τους κανόνες, έρχεται αντιμέτωπος με την τιμωρία και την καταστροφή του όταν μια γυναίκα μπαίνει στο παιχνίδι.
Στο αριστουργηματικό «Καλοκαίρι», ο Μαριάνο και η Σούλμα περνούν το καλοκαίρι τους, οι δυο τους, σε ένα σπίτι στην εξοχή. Μια μέρα, ένας φίλος τους θα τους αφήσει τη μικρή του κόρη για φιλοξενία κι ο ερχομός του κοριτσιού σπάει για λίγο τη ρουτίνα τους. Το ίδιο βράδυ, περίεργοι θόρυβοι ακούγονται στο σπίτι. Ένα άλογο εμφανίζεται έξω από την τζαμαρία τους. Μέσα στα μεσάνυχτα, η Σούλμα πετάγεται απ’ τον ύπνο της έχοντας την αίσθηση ότι το άλογο έχει εισβάλει στην οικία τους. Ένα μικρό κορίτσι που φιλοξενείται, ένα άλογο που προκαλεί αναστάτωση και φόβο. Και μια ενοχή που αιωρείται και προκαλεί παράλυση.
Στο «Εκεί αλλά πού, πώς». Όχι διήγημα. Καταγραφή ονείρων. Ένα κείμενο βιωματικό. Ο Πάκο, συμφοιτητής και παλιός φίλος του συγγραφέα, που πέθανε πολύ νέος πριν από αρκετά χρόνια, μπαινοβγαίνει στα όνειρα του συγγραφέα – αφηγητή ζωντανός και ασθενής, ζει μέσα στην αχλή των ονείρων. Δεν είναι νεκρός αφού κινείται. Υπάρχει αλλά είναι βέβαιο ότι θα πεθάνει. Ο συγγραφέας – αφηγητής, σε δευτεροπρόσωπη εξιστόρηση, βάζει τον αναγνώστη στα όνειρα, στην ύπαρξη και στην ανυπαρξία.
Στο «Ένα μέρος που το λένε Κίντμπεργκ», ένας μεσήλικας άντρας συναντά μια αρκετά νεότερή του γυναίκα και στο πρόσωπό της βλέπει όσα εκείνος έκανε ή δεν έκανε, ήταν, δεν ήταν και είναι. Η επαφή του μαζί της τον απογυμνώνει, τον φέρνει σε σύγκρουση με τον εαυτό του και τον χρόνο.
Στο συγκλονιστικό κι απόκοσμης ατμόσφαιρας «Οι φάσεις του Σεβέρο», στο σπίτι του Σεβέρο έχει μαζευτεί πολύς κόσμος ενώ εκείνος είναι κατάκοιτος στο κρεβάτι περνώντας μια σειρά από φάσεις.Ένας στρόβιλος από νυχτοπεταλούδες προσγειώνεται πάνω στο κεφάλι του Σεβέρο και καλύπτει ολόκληρο το πρόσωπό του. Κι όλα είναι στο απόλυτο παρόν, τη στιγμή ακριβώς που συμβαίνουν. Κι όλα είναι ένας αέρας από αριθμούς, χρόνια και μελλούμενα από τα χείλη ενός σαμάνου – γητευτή.
Και στο «Λαιμός μαύρης γατούλας», (εδώ βασικοί πρωταγωνιστές είναι τα χέρια) ο πρωταγωνιστής Λούτσο κατά τη διάρκεια των μετακινήσεών του με το παρισινό μετρό, απολαμβάνει το παιχνίδι τυχαίων αγγιγμάτων των χεριών του σε γυναικεία χέρια. Σε μια διαδρομή, θα γνωρίσει την Ντινά κι εκεί το παιχνίδι παίρνει άλλη τροπή, γίνεται η αρχή ενός εφιάλτη από χέρια που λειτουργούν έξω απ’ το σώμα, έξω απ’ την αλήθεια.
Ο Αχιλλέας Κυριακίδης μετέφρασε – όπως μεταφράζει τόσα χρόνια – θριαμβευτικά και σπουδαία, με την επίμονη λεπτομέρεια ενός γλύπτη, όλη τη μαγεία της γλώσσας και της ασύλληπτης αφήγησης του Χούλιο Κορτάσαρ, χαρίζοντάς μας επίμετρο και γενναιόδωρες σημειώσεις.
Διαβάστε επίσης:
Βιβλίο: Ρεπεράζ μιας γενιάς σε κίνηση