Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Προσθέστε το topontiki.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Add topontiki.gr on GoogleΗ Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια βαθιά κοινωνική αντίφαση. Την ώρα που εκατομμύρια πολίτες δυσκολεύονται να πληρώσουν το ενοίκιο, να γεμίσουν το καλάθι του σούπερ μάρκετ, να καλύψουν τους λογαριασμούς της ενέργειας και να εξασφαλίσουν αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης, οι κυβερνήσεις απαντούν όλο και συχνότερα με αυστηρότερα μέτρα ασφαλείας, περισσότερες αστυνομικές δυνάμεις και στρατιωτική παρουσία στους δρόμους. Τα κοινωνικά προβλήματα μπορεί να παραμένουν άλυτα, αλλά η διαμαρτυρία για αυτά πρέπει να περιοριστεί, το μήνυμα που στέλνουν.
Όταν η κοινωνική διαμαρτυρία βαφτίζεται απειλή ασφαλείας και η καταστολή πιστεύεται πως θα… γεμίσει το ψυγείο.
Από τη Γαλλία, την Αλβανία και το Βέλγιο έως την Ιταλία, την Πορτογαλία, την Ισπανία και την Ελλάδα, οι κινητοποιήσεις αναδεικνύουν μια κοινή πραγματικότητα. Η ακρίβεια, η στεγαστική κρίση, οι πιέσεις στους μισθούς και η ανεπαρκής λειτουργία δημόσιων υπηρεσιών περιορίζουν τις δυνατότητες των πολιτών να ζουν με ασφάλεια και αξιοπρέπεια. Δεν πρόκειται για ένα ενιαίο ευρωπαϊκό κίνημα, ούτε όλες οι διαδηλώσεις έχουν τα ίδια αιτήματα. Η σύγκλιση, ωστόσο, των κοινωνικών διεκδικήσεων φανερώνει ένα βαθύτερο πρόβλημα, καθώς για σημαντικό μέρος του πληθυσμού, η εργασία δεν αρκεί πλέον για να εξασφαλίσει μια σταθερή και αξιοπρεπή καθημερινότητα.
Η αντίφαση γίνεται ακόμη πιο έντονη όταν η συζήτηση επικεντρώνεται στον πληθωρισμό, χωρίς να λαμβάνει επαρκώς υπόψη τη συσσωρευμένη επιβάρυνση των νοικοκυριών. Ακόμη και όταν ο ρυθμός αύξησης των τιμών επιβραδύνεται, αυτό δεν σημαίνει ότι οι τιμές επιστρέφουν στα προηγούμενα επίπεδα. Τα τρόφιμα, η ενέργεια και η κατοικία εξακολουθούν να απορροφούν μεγάλο μέρος του εισοδήματος, ενώ οι μισθολογικές αυξήσεις συχνά δεν επαρκούν για να καλύψουν τις πρόσθετες δαπάνες.

Η οικονομική πίεση δεν εξαφανίζεται επειδή βελτιώνεται ένας μακροοικονομικός δείκτης. Για τα νοικοκυριά που βλέπουν το εισόδημά τους να εξαντλείται πριν από το τέλος του μήνα, η ακρίβεια δεν είναι μια στατιστική μεταβολή, αλλά μια καθημερινή δοκιμασία.
Τα στοιχεία που παρατίθενται για την ευρωπαϊκή αγορά δείχνουν το μέγεθος του προβλήματος. Σύμφωνα με τα δεδομένα της Eurostat που αναφέρονται στο σχετικό υλικό, οι τιμές των τροφίμων και των μη αλκοολούχων ποτών στην Ευρωπαϊκή Ένωση αυξήθηκαν κατά 34% μεταξύ Αυγούστου 2021 και Αυγούστου 2026. Στην Πορτογαλία, οι τιμές των κατοικιών αυξήθηκαν κατά 124% μεταξύ 2015 και 2024. Τα μεγέθη αυτά αφορούν διαφορετικές χρονικές περιόδους και δείκτες, αποτυπώνουν όμως τη συσσώρευση πιέσεων που αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά.
Όταν η κάλυψη βασικών αναγκών απαιτεί ολοένα μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματος, η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν αποτελεί ανεξήγητη αντίδραση. Είναι η αναμενόμενη συνέπεια μιας πραγματικότητας στην οποία οι ανάγκες των πολιτών συγκρούονται καθημερινά με τις οικονομικές τους δυνατότητες.
Η κατοικία είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Για πολλούς νέους, η ανεξαρτητοποίηση μετατρέπεται σε οικονομικό άθλο, ενώ για εργαζομένους και οικογένειες το ενοίκιο ανταγωνίζεται πλέον βασικές δαπάνες, όπως η διατροφή, η θέρμανση και η εκπαίδευση. Η κατοικία αντιμετωπίζεται συχνά ως επενδυτικό περιουσιακό στοιχείο, ενώ για εκείνους που δεν διαθέτουν ακίνητη περιουσία αποτελεί στοιχειώδη προϋπόθεση αξιοπρεπούς ζωής.
Η σύγκρουση ανάμεσα σε αυτές τις δύο πραγματικότητες βρίσκεται πίσω από πολλές από τις κινητοποιήσεις για τη στέγαση στην Ισπανία και την Πορτογαλία, αλλά και από την αυξανόμενη πίεση στις μεγάλες ελληνικές πόλεις.

Στην Ελλάδα, η ίδια αντίφαση αποτυπώνεται στις δυσκολίες των φοιτητών να βρουν προσιτή κατοικία, στην ανάγκη πολλών εργαζομένων να διαθέτουν μεγάλο μέρος του μισθού τους για ενοίκιο και λογαριασμούς, αλλά και στα αιτήματα εκπαιδευτικών για ουσιαστικές αυξήσεις, καλύτερες συνθήκες εργασίας και στήριξη όσων υπηρετούν μακριά από τον τόπο κατοικίας τους.
Όταν ένας φοιτητής δυσκολεύεται να παραμείνει στην πόλη όπου σπουδάζει ή ένας εκπαιδευτικός αδυνατεί να καλύψει το κόστος στέγασης κοντά στο σχολείο του, το πρόβλημα δεν είναι απλώς ατομικό. Αφορά την ισότητα των ευκαιριών και την ικανότητα των δημόσιων πολιτικών να εξασφαλίζουν στοιχειώδεις όρους κοινωνικής συμμετοχής.
Όταν η στέγη μετατρέπεται σε προνόμιο και η εργασία δεν εξασφαλίζει αξιοπρεπή διαβίωση, η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται σαν να εμφανίστηκε από το πουθενά.
Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, η επιλογή των κυβερνήσεων να ενισχύουν τους μηχανισμούς καταστολής αντί να δίνουν αντίστοιχη έμφαση στις κοινωνικές αιτίες των κινητοποιήσεων προκαλεί σοβαρά ερωτήματα. Η διατήρηση της δημόσιας τάξης είναι θεμιτή υποχρέωση κάθε κράτους. Δεν μπορεί, όμως, να μετατρέπεται σε γενική δικαιολογία για την αντιμετώπιση κάθε κοινωνικής δυσαρέσκειας ως απειλής ασφαλείας.

Η προστασία των πολιτών και η προστασία του δικαιώματός τους να διαμαρτύρονται αποτελούν παράλληλες υποχρεώσεις, όχι στόχους που αλληλοαναιρούνται.
Η καταστολή μπορεί να περιορίσει μια συγκέντρωση, δεν μπορεί να μειώσει το ενοίκιο, να γεμίσει το ψυγείο ή να αυξήσει τον μισθό. Μπορεί να απομακρύνει προσωρινά το πρόβλημα από το οπτικό πεδίο της εξουσίας, δεν μπορεί όμως να εξαλείψει τις αιτίες που το προκαλούν.
Όταν η πολιτική απάντηση στην κοινωνική ανασφάλεια εξαντλείται σε περισσότερες δυνάμεις στους δρόμους, αυστηρότερες ποινές και διευρυμένες εξουσίες αστυνομικού ελέγχου, υπάρχει ο κίνδυνος να αντιμετωπίζονται οι συνέπειες μιας κρίσης χωρίς να αντιμετωπίζεται η ίδια η κρίση.
Οι εξελίξεις στη Γαλλία αποτυπώνουν αυτή την ένταση. Μετά τα επεισόδια της 17ης Οκτωβρίου, ο πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνί έκανε λόγο για έναν πρωτοφανή τρόπο δράσης ομάδων που, σύμφωνα με τον ίδιο, επιδίωκαν να προκαλέσουν συστηματικά βία. Παράλληλα, ο υπουργός Εσωτερικών Λοράν Νούνιες ανακοίνωσε την ανάπτυξη της στρατιωτικής δύναμης Sentinelle, με στόχο την υποστήριξη των αστυνομικών και χωροφυλακικών δυνάμεων κατά τη διάρκεια νέων κινητοποιήσεων.
Οι κυβερνητικές καταγγελίες για οργανωμένη βία πρέπει να εξετάζονται με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι να γίνονται αυτομάτως αποδεκτές ως συνολική ερμηνεία των διαδηλώσεων. Η ύπαρξη βίαιων ενεργειών δεν αναιρεί το δικαίωμα των υπόλοιπων διαδηλωτών να εκφράζουν ειρηνικά τις διεκδικήσεις τους. Ούτε δικαιολογεί την ταύτιση ολόκληρων κινητοποιήσεων με τις πράξεις συγκεκριμένων ομάδων.
Η στρατιωτική παρουσία, ακόμη και όταν επισήμως αφορά την υποστήριξη της αστυνομίας και τη φύλαξη εγκαταστάσεων, πρέπει να συνοδεύεται από σαφώς καθορισμένες αρμοδιότητες και αποτελεσματικούς μηχανισμούς ελέγχου. Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος η αντιμετώπιση έκτακτων περιστατικών να μετατραπεί σε ευρύτερη κανονικοποίηση της στρατιωτικής συμμετοχής στην εσωτερική ασφάλεια.
Σε μια δημοκρατία, ο στρατός δεν μπορεί να υποκαθιστά την κοινωνική πολιτική ούτε να αντιμετωπίζει τη διαφωνία ως στρατιωτικό πρόβλημα.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η περίπτωση της Ιταλίας, καθώς η κυβέρνηση προετοιμάζει την αποστολή 500 επιπλέον στρατιωτών στο Μιλάνο, μετά από λεηλασίες και συγκρούσεις με την αστυνομία. Η στρατιωτική ενίσχυση συνοδεύεται από συζητήσεις για αυστηρότερα μέτρα ασφαλείας, περιορισμούς στις συγκεντρώσεις και διεύρυνση των δυνατοτήτων προσωρινού περιορισμού ανηλίκων υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Οι ιταλικές αρχές επικαλούνται την ανάγκη αντιμετώπισης των επεισοδίων και προστασίας των πολιτών και των επιχειρήσεων. Ωστόσο, η ευρύτερη εικόνα δεν μπορεί να αποκοπεί από τις οικονομικές συνθήκες μέσα στις οποίες εκδηλώνονται οι κινητοποιήσεις. Χιλιάδες άνθρωποι διαμαρτυρήθηκαν για το κόστος διαβίωσης, ενώ αγρότες και οδηγοί φορτηγών προχώρησαν σε αποκλεισμούς λιμανιών και αυτοκινητοδρόμων λόγω της αύξησης των τιμών των καυσίμων.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η δήλωση του Ιταλού υπουργού Άμυνας Γκίντο Κροσέτο, ο οποίος συνέδεσε τα επεισόδια με έναν ευρύτερο «υβριδικό πόλεμο» κατά της Δύσης, την γνωστή… καραμέλα που δεν λέει να λιώσει, αποδίδοντας σημαντικό ρόλο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η χρήση αυτού του όρου μεταφέρει τη συζήτηση από το πεδίο της κοινωνικής και πολιτικής σύγκρουσης σε εκείνο της εθνικής ασφάλειας.
Για να είναι, όμως, μια τέτοια ερμηνεία πειστική, χρειάζονται συγκεκριμένα στοιχεία για την ύπαρξη εξωτερικής καθοδήγησης ή οργανωμένης επιχείρησης. Η ψηφιακή οργάνωση μιας διαμαρτυρίας δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη υβριδικού πολέμου, όπως και η συμμετοχή νέων ανθρώπων σε μια κινητοποίηση δεν τους καθιστά αυτομάτως όργανα κάποιου σχεδίου.
Η μετατόπιση της συζήτησης προς την ασφάλεια έχει πολιτικές συνέπειες. Όταν η κοινωνική δυσαρέσκεια περιγράφεται πρωτίστως ως απειλή, η προσοχή απομακρύνεται από τα ερωτήματα για τους μισθούς, τις τιμές, την κατοικία και τις δημόσιες υπηρεσίες. Η κυβέρνηση καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να επιβάλει την τάξη, ενώ η υποχρέωσή της να εξηγήσει πώς θα βελτιώσει τις συνθήκες διαβίωσης περνά σε δεύτερο πλάνο.
Ο κίνδυνος δεν περιορίζεται στην υπερβολική χρήση βίας. Αφορά και την υποκατάσταση της πολιτικής λογοδοσίας από μια διαρκή επίκληση της ασφάλειας.
Η Ευρώπη δεν στερείται μόνο οικονομικών πόρων ή διοικητικών εργαλείων. Αντιμετωπίζει και το ζήτημα των πολιτικών προτεραιοτήτων. Ποια θέση καταλαμβάνουν η προσιτή κατοικία, η προστασία των εργαζομένων, η δημόσια υγεία και η εκπαίδευση στον σχεδιασμό των κυβερνητικών πολιτικών; Πόσο αποτελεσματικά μετατρέπονται οι δημόσιες δαπάνες σε βελτίωση της καθημερινότητας; Και ποια είναι η απάντηση όταν οι πολίτες δηλώνουν, με ειρηνικές κινητοποιήσεις, ότι οι υπάρχουσες πολιτικές δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες τους;
Τα ερωτήματα αυτά δεν προϋποθέτουν ότι όλες οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ακολουθούν την ίδια πολιτική ή ότι κάθε μέτρο ασφαλείας είναι αδικαιολόγητο. Απαιτούν, όμως, να αξιολογούνται τα μέτρα με βάση την αποτελεσματικότητα, την αναγκαιότητα και την αναλογικότητά τους. Αν μια κυβέρνηση αναπτύσσει στρατιωτικές δυνάμεις για τη φύλαξη… πολυκαταστημάτων, οφείλει να εξηγεί με σαφήνεια την αποστολή τους. Αν προχωρά σε περιορισμούς των συγκεντρώσεων ή διευρύνει τις εξουσίες κράτησης, οφείλει να τεκμηριώνει την αναγκαιότητα των μέτρων και να διασφαλίζει ουσιαστικές εγγυήσεις κατά της αυθαιρεσίας.
Η ελευθερία της ειρηνικής συνάθροισης προστατεύεται από το άρθρο 11 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Η δημόσια ασφάλεια αποτελεί θεμιτό σκοπό, αλλά δεν παρέχει λευκή επιταγή για δυσανάλογους περιορισμούς ή αδιάκριτη χρήση βίας. Η πολιτεία οφείλει να διαχωρίζει τους υπεύθυνους για συγκεκριμένες παράνομες πράξεις από τους ειρηνικούς διαδηλωτές και να διασφαλίζει ότι κάθε επέμβαση υπόκειται σε έλεγχο και λογοδοσία.
Η δημοκρατία δεν κρίνεται μόνο από τη δυνατότητα διεξαγωγής εκλογών, αλλά και από το κατά πόσο οι πολίτες μπορούν να διατυπώνουν αιτήματα, να αμφισβητούν κυβερνητικές επιλογές και να διεκδικούν αλλαγές χωρίς να αντιμετωπίζονται συλλήβδην ως απειλή. Η διαμαρτυρία μπορεί να είναι ενοχλητική για την εξουσία, αλλά η ενόχληση δεν αποτελεί λόγο περιορισμού ενός θεμελιώδους δικαιώματος.

Η απάντηση στην ευρωπαϊκή κοινωνική δυσαρέσκεια δεν μπορεί να είναι η απλή αύξηση των δυνάμεων καταστολής. Χρειάζεται πολιτική που να περιορίζει την πίεση στα νοικοκυριά, να διευρύνει την πρόσβαση σε προσιτή κατοικία, να στηρίζει την εργασία και να αναβαθμίζει τις δημόσιες υπηρεσίες. Χρειάζεται, επίσης, ουσιαστικός διάλογος με τις κοινωνικές ομάδες που κινητοποιούνται και συγκεκριμένη αξιολόγηση των πολιτικών που έχουν αποτύχει να ανταποκριθούν στις ανάγκες τους.
Δεν μπορείς να αντιμετωπίζεις τη φτώχεια ως πρόβλημα δημόσιας τάξης, τη στεγαστική κρίση ως ατομική αποτυχία και την κοινωνική διαμαρτυρία ως απειλή ασφαλείας. Όταν οι πολίτες δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις βασικές ανάγκες τους, η ευθύνη της πολιτείας είναι να εξετάσει τις αιτίες και να αναζητήσει λύσεις, όχι απλώς να ενισχύσει τους μηχανισμούς που ελέγχουν τις συνέπειες.
Η Ευρώπη καλείται να επιλέξει ποια διάσταση της ασφάλειας θέλει να προστατεύσει. Μια κοινωνία δεν είναι πραγματικά ασφαλής μόνο επειδή οι δρόμοι της επιτηρούνται αποτελεσματικότερα. Είναι ασφαλής όταν οι πολίτες μπορούν να πληρώνουν τη στέγη τους, να ζουν από την εργασία τους, να έχουν πρόσβαση σε αξιοπρεπείς δημόσιες υπηρεσίες και να εκφράζουν ελεύθερα τη διαφωνία τους.
Εάν οι κυβερνήσεις θέλουν να περιορίσουν την κοινωνική ένταση, πρέπει να αντιμετωπίσουν τις συνθήκες που τη γεννούν. Διαφορετικά, κινδυνεύουν να επιβάλλουν προσωρινή σιωπή χωρίς να έχουν επιλύσει κανένα από τα προβλήματα που έβγαλαν τους ανθρώπους στους δρόμους.
Και μια Ευρώπη που απαντά στην κοινωνική ανασφάλεια με περισσότερη καταστολή, χωρίς αντίστοιχη πρόοδο στην κοινωνική προστασία, δεν λύνει την κρίση της. Απλώς μεταθέτει τη σύγκρουση για αργότερα, με την ακροδεξιά, της οποίας στρώνει το χαλί, να καραδοκεί.
Διαβάστε επίσης:
Αμετανόητοι: Ένας στους τρεις Αμερικανούς θέλει δεύτερη απόπειρα εκτέλεσης αν αποτύχει η πρώτη
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.