21/11/2019 04:10:47
2.11.2017 / ΞΕΝΟΦΩΝ Α. ΜΠΡΟΥΝΤΖAΚΗΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 1993 στις 02-11-2017

Οι απαρχές της τρομοκρατίας στην Ευρώπη

Οι απαρχές της τρομοκρατίας στην Ευρώπη - Media

«Η περίπτωση του Γράκχου Μπαμπέφ»

Το φαινόμενο της τρομοκρατίας με τη μορφή που σε γενικές γραμμές ισχύει και σήμερα, κάνει την εμφάνισή του σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες κυρίως κατά τη διάρκεια του δεύτερου ημίσεος του 19ου αιώνα.
 
Οι ιδεολογικές καταβολές αυτών των ενεργειών συγκλίνουν στην εποχή της Γαλλικής Επανάστασης, με κύριο εκφραστή τον Γράκχο Μπαμπέφ ο οποίος δημιούργησε την οργάνωση με την ονομασία «Συνομωσία των Ίσων», διακηρύσσοντας τη «Θρησκεία της καθαρής ισότητας». Ο Φρανσουά - Νοέλ Μπαμπέφ όπως ήταν το κανονικό του όνομα, πριν προστεθεί το Γκράκχος το οποίο παραπέμπει στους Ρωμαίους μεταρρυθμιστές αδελφούς, γεννήθηκε το 1760 στο Σεν Κεντέν, μια μικρή πόλη της βόρειας Γαλλίας, από πολύ φτωχή οικογένεια. Από ηλικία δεκατεσσάρων μόλις χρονών αναγκάζεται να εργαστεί σκληρά για να βοηθήσει την οικογένειά του στον αγώνα της επιβίωσης. Μετά το 1780, χρονιά που έχασε τον πατέρα του, η ευθύνη της οικογένειάς του βάρυνε τους ώμους του. Δυο χρόνια αργότερα παντρεύεται μία νεαρή κοπέλα από την Αμιένη, υπηρέτρια στο σπίτι κάποιων αριστοκρατών όπου και ο ίδιος εργαζόταν ως υπηρέτης. Το 1784 όμως βρίσκει μια πολύ καλή εργασία ως κλητήρας του κτηματολογίου, στην οποία και έμεινε ως το ξέσπασμα της Γαλλικής Επανάστασης.
 
Ο Μπαμπέφ θεωρείται ο θεμελιωτής του επαναστατικού σοσιαλισμού στη Γαλλία, όπως αυτός εκφράστηκε από τον «μπαμπεφισμό» που διακήρυσσε την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας και την πλήρη πολιτική και οικονομική ισότητα όλων των πολιτών. Η δράση του εντάσσεται στην εποχή της Γαλλικής Επανάστασης και χαρακτηρίζεται από τις μεταπτώσεις του στη διάρκεια της εξέλιξης των γεγονότων. Είναι χαρακτηριστική μια επιστολή προς τη γυναίκα του, που περιγράφει τη φρίκη της χαράς του πλήθους που περιέφερε το κομμένο κεφάλι του Ζοζέφ-Φρανσουά Φουλόν (ελεγκτής των Οικονομικών επί βασιλείας Λουδοβίκου ΙΣΤ΄) καρφωμένο σε ένα κοντάρι στους δρόμους του Παρισιού. «Να ‘ξερες πόσο με αρρώστησε όλη αυτή η χαρά του πλήθους!… Όλες εκείνες οι τιμωρίες του παρελθόντος, οι διαμελισμοί, τα βασανιστήρια, ο τροχός, οι πυρές, οι μαστιγώσεις, οι κάθε είδους εκτελέσεις, μας έχουν αποκτηνώσει! Αντί να μας εξημερώσουν, οι αφέντες μας μάς έχουν αποβαρβαρώσει, αφού βάρβαροι ήσαν και παραμένουν και αυτοί οι ίδιοι… Αυτό, φτωχή μου γυναίκα, θα έχει κατ’ όπως δείχνουν τα πράγματα, συνέπειες φρικτές! Και μάλλον βρισκόμαστε μόνο στην αρχή!». 
 
Μετά την εγκατάστασή του στο Παρίσι, ασχολήθηκε ως συγγραφέας κειμένων σοσιαλιστικού περιεχομένου, ασκώντας έντονη κριτική κατά του γαλλικού κτηματολογίου και της τότε φορολογίας. Στη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης που ακολούθησε, είχε παρακολουθήσει από κοντά την κατάληψη και κατεδάφιση της Βαστίλης και τη δράση των «Αβράκωτων» ή «Σανκιλότ». Στην πλέον ταραγμένη εκείνη εποχή με τα γεγονότα που συγκλόνιζαν τη Γαλλία και την υπόλοιπη Ευρώπη, δραστηριοποιήθηκε ως εκδότης διαφόρων εφημερίδων, μέσω των οποίων υποστήριζε τις περί ισότητας αντιλήψεις του, δημιουργώντας παράλληλα το λεγόμενο «κίνημα των ίσων», του οποίου και υπήρξε ένας εκ των ιδρυτών, κι έφτασε στο σημείο να επικρίνει και αυτό ακόμα το νέο καθεστώς της επανάστασης. 
 
Η δράση του ριζοσπαστικοποιήθηκε όταν μετακινήθηκε υιοθετώντας τις ροβεσπιερικές θέσεις. Τότε άλλαξε τον τίτλο της εφημερίδας του σε «Βήμα του Λαού» και καθιέρωσε την υπογραφή του ως «Γράκχος». Η ιδεολογική αυτή στροφή προς την ηθική αποκατάσταση και υπεράσπιση των θέσεων των νεκρών Ροβεσπιέρου, Σαιν Ζυστ και Κουτόν οδήγησε στη σύλληψη και φυλάκισή του στο Αρράς όπου γνώρισε φυλακισμένους «τρομοκράτες» ροβεσπιεριστές, όπως τον γνωστό εκδότη της «Επιθεώρησης της Ισότητας». 
 
Μετά την έκδοση αμνηστίας ο αποφυλακισμένος Μπαμπέφ, μέσω του «Βήματος του Λαού», επιτέθηκε ευθέως κατά του καθεστώτος του «Διευθυντηρίου». Λίγες εβδομάδες αργότερα συμμετείχε στην ίδρυση της φιλο-ιακωβινικής οργάνωσης «Λέσχη του Πανθέου». Το «Βήμα του Λαού» απετέλεσε εφεξής το επίσημο όργανο της οργάνωσης, η οποία στις αρχές του 1796 αριθμούσε 17.000 μέλη, αρκετά από τα οποία ήσαν και μέλη της φρουράς του Παρισιού ή μέλη του ιακωβινικού στρατιωτικού σώματος «Πατριώτες του ’89», το οποίο είχε χρησιμοποιήσει πριν από λίγους μήνες το «Διευθυντήριο» κατά των μοναρχικών. 
 
Τελικά στις 27 Φεβρουαρίου 1796 ο Ναπολέων Βοναπάρτης προέβη κατ’ εντολή του «Διευθυντηρίου» στη διάλυση της «Λέσχης», με αποτέλεσμα όμως να προχωρήσει άμεσα ο Μπαμπέφ μαζί με αδιάλλακτους αριστερούς Ιακωβίνους (Λεμπουά, Μπουοναρόττι, Νταρτέ, Λιντέ, κ.ά.) στην ίδρυση της «Ένωσης των Δικαίων» ή «Εταιρείας των Ίσων» («Société des égaux»), η οποία απετέλεσε ιστορικά την πρώτη μεγάλη σοσιαλιστική επαναστατική οργάνωση της Γαλλίας. Ο Μπαμπέφ έθετε ως σκοπό την άμεση επαναστατική κατάληψη της εξουσίας από τον λαό, την πλήρη κοινωνική αναδιοργάνωση και την ανακατανομή της ιδιοκτησίας (ιδιοκτησία βέβαια της γης, αφού η βιομηχανία δεν είχε ακόμα αναπτυχθεί τον 18ο αιώνα) μέσω μίας μεταβατικής αυταρχίας των επαναστατών, γινόμενος έτσι προπομπός τού μετέπειτα αυτοδιαχειριστικού και κομμουνιστικού κινήματος. 
 
Στο 40ο τεύχος, ο Μπαμπέφ κάλεσε ενυπόγραφα τον λαό σε εξέγερση και απεκάλεσε την κυβέρνηση «μαέστρους της πείνας, αιματοπότες, τυράννους, δήμιους, απατεώνες και τσαρλατάνους», στο δε τελευταίο 43ο «πύρινο» τεύχος στις 16 Απριλίου 1796 επιτέθηκε για μία ακόμη φορά στην τυραννία του «Διευθυντηρίου»: «Όλα έχουν τελειώσει. Η τρομοκρατία ενάντια στον λαό είναι η έννομη τάξη του σήμερα. Δεν μας επιτρέπεται πια να μιλάμε, δεν μας επιτρέπεται πια να διαβάζουμε, δεν μας επιτρέπεται πια να σκεπτόμαστε, δεν μας επιτρέπεται πια να δείχνουμε ότι υποφέρουμε. Δεν μας επιτρέπεται να παραδεχόμαστε ότι ζούμε υπό τον ζυγό των πιο απαίσιων τυράννων». 
 
Ο Μπαμπέφ συνελήφθη στις 10 Μαΐου 1796, την παραμονή της προγραμματισμένης από την οργάνωση ένοπλης εξέγερσης, στο κρησφύγετό του στο σπίτι του ράφτη Τισώ. Στις 26 Μαΐου, 100 περίπου πρώην μέλη της «Λέσχης του Πανθέου» επεχείρησαν ανεπιτυχώς να εξεγείρουν τον λαό και να απελευθερώσουν τους κρατούμενους.
 
Η δίκη των 47 κρατουμένων που παραπέμφθηκαν τελικά στο Ανώτατο Δικαστήριο της Βαντόμ ξεκίνησε στις 20 Φεβρουαρίου 1797. Οι Ζερμαίν, Ντ’ Αντονέλ, Μπουοναρόττι και Μπαμπέφ χρησιμοποίησαν το εδώλιο για να προβάλουν τις ιδεολογικές τους θέσεις. Η δίκη διήρκεσε τρεις μήνες και σε όλη τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας ο Μπαμπέφ τήρησε άκαμπτη στάση. «Ενώθηκα με όλους τους δημοκράτες της χώρας, συνεπώς δεν είμαι υποχρεωμένος να κατονομάσω κανέναν ως συνεργό μου», δήλωσε στην απολογία του και συνέχισε: «επιπλέον όλα τα μέσα είναι νόμιμα ενάντια στους τυράννους, συνεπώς δεν είμαι υποχρεωμένος να δώσω λεπτομέρειες για τα μέσα που χρησιμοποίησα. Μόνο όταν μου κόψουν τα χέρια, μόνο όταν οι δήμιοί σας μου ξεριζώσουν την γλώσσα, μόνο τότε θα πάψω να γράφω και να υπερασπίζομαι τους καταπιεσμένους»! Στις 26 Μαΐου 1797 οι Μπαμπέφ και Νταρτέ καταδικάστηκαν σε θάνατο στη λαιμητόμο ως ένοχοι συνωμοσίας. 
 
Ο Μπαμπέφ προσπάθησε να οργανώσει μία επανάσταση που θα αντέστρεφε την πορεία των πραγμάτων που, όπως πίστευε, μετά την εξόντωση των «ροβεσπιεριστών» κυλούσαν με μαθηματική ακρίβεια προς την καθολική νίκη της αντίδρασης και προς την παλινόρθωση της μοναρχίας και του υπόλοιπου «παλιού κόσμου». Παρά την προσπάθειά του όμως να διαβρώσει ακόμα και τον στρατό, έμεινε παντελώς αβοήθητος από τον υποτίθεται «εξουθενωμένο» λαό. Το πάθημα του Μπαμπέφ έγινε μάθημα αργότερα για τον επαναστάτη Αύγουστο Μπλανκί, του οποίου η επαναστατική μεθοδολογία προέβλεψε μια συντονισμένη ομάδα εκπαιδευμένων επαναστατών που θα έπρεπε να δράσουν αιφνιδιαστικά στο όνομα του λαού, πλην όμως ερήμην του… 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.