15/09/2019 14:05:33
22.2.2019 / ΣΤΑΥΡΟΣ ΧΡΙΣΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2061 στις 21-2-2019

Κεντροαριστερό γουέστερν - Διλήμματα και πόλεμος μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και ΚΙΝΑΛΛ

Κεντροαριστερό γουέστερν - Διλήμματα και πόλεμος μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και ΚΙΝΑΛΛ - Media

 

Οι εκλογές του Μαΐου του 2012, οι πρώτες μετά τη χρεοκοπία, το μνημόνιο, το κίνημα των «Αγανακτισμένων», την κυβέρνηση Παπαδήμου και την πρώτη αναδιάρθρωση χρέους, είχαν φέρει μια τεράστια ανατροπή:

● Πρώτη η Ν.Δ. με το ιστορικό χαμηλό ποσοστό 18,85% (μείωση 14,62% από το ποσοστό της ήττας της το 2009).

● Δεύτερος ο ΣΥΡΙΖΑ με 16,78% (+12,18%).

● Τρίτο το ΠΑΣΟΚ με 13,18% (και απώλειες 30,74% συγκριτικά με το 2009!).

Στο πρώτο μετεκλογικό του φύλλο το «Ποντίκι» μιλάει πρωτοσέλιδα για «Κεντροαριστερή “πολυκατοικία”» και στο ρεπορτάζ του καταγράφει τους όρους με τους οποίους τίθεται μεγάλο ζήτημα προσανατολισμού για το ΠΑΣΟΚ της εποχής.

Κάτι λιγότερο από τρία χρόνια αργότερα, τον Ιανουάριο του 2015, ύστερα από τη συγκυβέρνηση Ν.Δ. - ΠΑΣΟΚ και το δεύτερο μνημόνιο, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι πλέον πρώτο κόμμα με 36,34% και το ΠΑΣΟΚ έχει κατρακυλήσει έβδομο με μόλις 4,68%.

Τον Σεπτέμβριο του 2015, ύστερα από τη θυελλώδη περιπέτεια του πρώτου επταμήνου συγκυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ με τους ΑΝΕΛΛ που κατέληξε στο τρίτο μνημόνιο, ο ΣΥΡΙΖΑ διατηρείται στην πρώτη θέση με 35,46% και το ΠΑΣΟΚ, υπό τη μορφή της Δημοκρατικής Συμπαράταξης και με επικεφαλής τη Φώφη Γεννηματά αντί του Ευάγγελου Βενιζέλου, «τσιμπάει» μόλις 1,12% και ανεβαίνει στο 6,28%.

Το πρόβλημα της ανασύνθεσης του χώρου της Κεντροαριστεράς λοιπόν έχει τεθεί από το 2012, ωστόσο παραμένει εκκρεμές έως και σήμερα, καθώς έκτοτε ο μεν ΣΥΡΙΖΑ «κατέλαβε» εκλογικά το μεγαλύτερο μέρος του, αλλά η «σφραγίδα» παρέμεινε στο ΠΑΣΟΚ, το οποίο, είτε ως Δημοκρατική Συμπαράταξη είτε ως Κίνημα Αλλαγής, δεν κατάφερε να επιτύχει ούτε τη διεύρυνση ούτε την αναγέννησή του ούτε, κυρίως, να αναδειχθεί σε εκφραστή του ευρύτερου χώρου του.

Αντιθέτως, η αποχώρηση Ποταμιού και ΔΗΜΑΡ στένεψε κατά πολύ τα περιθώρια για την εμφάνιση ενός πολυσυλλεκτικού ΚΙΝΑΛΛ στις ερχόμενες εκλογές.

Εκάς η «Κεντροαριστερά»

Ενώ όμως η Γεννηματά έχει βάλει από χρόνια τον όρο «δημοκρατική προοδευτική παράταξη» στο λεξιλόγιο και τη στοχοθεσία της, ο ΣΥΡΙΖΑ διεκδικεί να είναι αυτός ο οποίος θα ηγηθεί μιας ευρείας ανασύνθεσης των «προοδευτικών δυνάμεων».

Ο όρος «προοδευτικό» είναι λοιπόν η «ομπρέλα» κάτω από την οποία επιχειρούν να στεγάσουν τις πολιτικές τους φιλοδοξίες ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΙΝΑΛΛ, έστω εκκινούντες από εντελώς διαφορετικές αφετηρίες.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν σκοπεύει να απεμπολήσει τον όρο «Αριστερά» και πολύ περισσότερο ξορκίζει τον όρο «Κεντροαριστερά», για τον οποίο θεωρεί ότι έχει ήδη πληγωθεί και δυσφημιστεί από την περίοδο Σημίτη, της οποίας τα απόνερα πλημμυρίζουν κάθε τρεις και λίγο τις δικαστικές αίθουσες.

Επομένως θα επιθυμούσε η πολιτική «ομπρέλα» που επιχειρεί να ανοίξει πάνω από τον πάλαι ποτέ «σοσιαλιστικό» χώρο να ορίζει τη διαιρετική τομή που θα θέτει τη Ν.Δ. απέναντί του όσο το δυνατόν πιο περιχαρακωμένη – γι’ αυτό άλλωστε η χρήση των όρων «Ακροδεξιά» και «νεοφιλελεύθερη» κυριαρχούν στον πολιτικό του λόγο.

Το ΚΙΝΑΛΛ δεν έχει πια καμιά σχέση με τον «σοσιαλισμό» της αφετηρίας του, έχει ηττηθεί στρατηγικά ως «Κεντροαριστερά» και αναζητεί τη νέα του ταυτότητα κατ’ ουσίαν στην ίδια εννοιολογική περιοχή στην οποία κινείται και ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά σε μετωπική σύγκρουση μαζί του (και, πάντως, όχι από θέση – εκλογικής – ισχύος).

Διλήμματα και πόλεμος

Αν όμως η φανερή μάχη διεξάγεται στο πεδίο των διακηρύξεων, μια άλλη αντιπαράθεση θα κρίνει την έκβαση του πολέμου μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και ΚΙΝΑΛΛ, ο οποίος έως τώρα δείχνει ότι δύσκολα θα καταλήξει πολύ σύντομα σε «ειρήνευση» και συνεργασία.

Δεδομένου ότι το 6% της Δημοκρατικής Συμπαράταξης στις προηγούμενες εκλογές δεν είναι βέβαιο πως θα διατηρηθεί ή θα αυξηθεί και δεδομένου ότι δεν είναι ακόμη ξεκάθαρο αν το ΚΙΝΑΛΛ θα χρειαστεί ή θα επιλέξει να συνεργαστεί με τη Ν.Δ. – η οποία είναι το φαβορί για την πρωτιά – μετά τις εκλογές, ο ΣΥΡΙΖΑ ουσιαστικά επιχειρεί να θέσει προ διλήμματος τα μεσαία και χαμηλόβαθμα στελέχη και τη δυνάμει εκλογική βάση της Κεντροαριστεράς.

Το δίλημμα είναι εξαιρετικά απλό και στις δύο εκδοχές του:

● Αν ο ΣΥΡΙΖΑ ή το ΚΙΝΑΛΛ μπορεί να διασφαλίσει τις οικονομικές και θεσμικές διεκδικήσεις του κομματιού εκείνου της κοινωνίας που τοποθετεί τον εαυτό του στον διαφιλονικούμενο χώρο.

● Αν ο ΣΥΡΙΖΑ ή το ΚΙΝΑΛΛ μπορεί να διασφαλίσει την ευόδωση των φιλοδοξιών μιας σειράς στελεχών ή δυνάμει στελεχών που έχουν τις προδιαγραφές να αναδειχθούν σε σημαντικούς ρόλους στο μέλλον.

Το ερώτημα είναι πώς ακριβώς σκοπεύει να επαναπροσελκύσει το ΚΙΝΑΛΛ παραδοσιακούς ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ οι οποίοι έχουν μεταναστεύσει εκλογικά στον ΣΥΡΙΖΑ και τους οποίους για πολύ καιρό το ΚΙΝΑΛΛ έχει αντιμετωπίσει με εχθρότητα.

Το βέβαιο είναι ότι αυτή η αντιπαράθεση δεν θα διεξαχθεί με ροδοπέταλα:

● Ο ΣΥΡΙΖΑ θα αξιοποιήσει όλα τα απόνερα που έχει αφήσει πίσω της η διακυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Από τα 16 δισ. των χορηγιών ιδιωτικών εταιρειών προς το ΠΑΣΟΚ το 2000 για τα οποία μίλησε στη δίκη του ο Τσουκάτος έως τα δεκάδες εκατομμύρια απλήρωτα δάνεια, έως την πολιτική ταύτιση του ΚΙΝΑΛΛ με τη Ν.Δ., όλα τα όπλα θα βγουν στο τραπέζι.

● Το ΚΙΝΑΛΛ από την πλευρά του θα καταγγέλλει μέχρι τέλους κάθε παθογένεια, κάθε δείγμα «καθεστωτικής» συμπεριφοράς, κάθε υποψία ή φημολογία περί σκανδάλου, ώστε να πλήξει το αποκαλούμενο «ηθικό πλεονέκτημα της Αριστεράς».

Καθώς μάλιστα το σύνολο των επιμέρους πολιτικών αντιπαραθέσεων περιλαμβάνει εδώ και πολύ καιρό λασπομαχίες και χτυπήματα κάτω από τη ζώνη, η μάχη για τον έλεγχο του χώρου της Κεντροαριστεράς θα θυμίζει σε μεγάλο βαθμό Άγρια Δύση. Ευτυχώς τον τελικό λόγο θα τον έχουν οι πολίτες...

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.