24/10/2018 05:09:13
13.2.2010

Αιμίλιος Χειλάκης

Συνέντευξη στη Χρυσούλα Παπαϊωάννου

Θα περίμενε κανείς ότι στην παράσταση «Δον Ζουάν», σκηνοθετικό ντεμπούτο του Αιμίλιου Χειλάκη στο Εθνικό Θέατρο, θα ερμήνευε ο ίδιος τον πρωταγωνιστικό ρόλο υποδυόμενος τον ακαταμάχητο εραστή. Κι όμως. Ανέτρεψε τις προσδοκίες, κρατώντας για τον εαυτό του τον ρόλο του υποτακτικού υπηρέτη Σγαναρέλ, μετρώντας και τις κωμικές του δυνάμεις. Άλλωστε, έχει άλλη οπτική για τον ήρωα. Ο δικός του Δον Ζουάν είναι ένας άνθρωπος χορτασμένος από ζωή, διανοούμενος και προκλητικά ελεύθερος, που οδεύει με θάρρος προς τον θάνατό του. Πολύ θα ήθελε στο τέλος του έργου να δικαιώνει αυτόν τον οραματιστή και να τον βλέπει να φεύγει καμαρωτός πάνω στο άλογό του. Γιατί πίσω από τις εύκολες και επιφανειακές αναγνώσεις της σκανδαλώδους κωμωδίας του Μολιέρου, πίσω από τον μύθο ενός ακόμα Καζανόβα, κρύβεται ένα βαθιά πολιτικό κείμενο, μια καταγγελία της υποκρισίας, τόσο φρέσκια και επίκαιρη, σαν να μην πέρασε μια μέρα από τον 16ο αιώνα που γράφτηκε.

Ποιος είναι για εσάς ο Δον Ζουάν;

Α.Χ.: Δεν είναι ο άνθρωπος που ζει τη ζωή του, αλλά αυτός που έρχεται αντιμέτωπος με τον θάνατό του χωρίς φόβο. Το στοιχείο του γυναικοκατακτητή αντιπροσωπεύει μόνο το 1% της προσωπικότητάς του. Στις συνθήκες ελευθερίας που ζει, λεκτικές και πνευματικές, είναι και οι σεξουαλικές. Τουλάχιστον όπως μας τον σκιαγραφεί ο μύθος του Μολίνα και το κείμενο του Μολιέρου. Είναι ο πολίτης ενός κόσμου που θα έπρεπε να υπάρχει. Επειδή όμως αυτός ο κόσμος εκλείπει, ο Δον Ζουάν πρέπει να πεθάνει.

Υπάρχουν σύγχρονοι οραματιστές τύπου Δον Ζουάν;

Α.Χ.: Αν υπήρχαν θα ήταν εξωγήινοι. Ο Δον Ζουάν είναι ένας από τους μύθους, με την έννοια της ουτοπίας, του σύγχρονου ανθρώπου. Είναι συνδεδεμένος με την ελευθερία, όπως ο Δον Κιχώτης με τον αλτρουισμό και ο Φάουστ με τη νεότητα. Ένας άλλος μύθος είναι ο Ροβινσώνας Κρούσος, ο άνθρωπος που δάμασε τη φύση.

Αν σταθούμε στην πλευρά του γυναικοκατακτητή, πώς φλερτάρει ο σημερινός Δον Ζουάν; Θα μπορούσε να είναι η γυναίκα στη σύγχρονη εκδοχή του;

Α.Χ.: Το σίγουρο είναι ότι ζούμε μια εποχή που δεν έχει ερωτισμό. Αφού μπορείς να δεις πορνό στο Ίντερνετ… Η δική μου γενιά έπρεπε να πάει κρυφά στο σινεμά. Είχε μια μαγκιά τότε το να δεις πορνό. Ο ερωτισμός είναι άμεσα συνδεδεμένος με τη σεξουαλικότητα. Το συναίσθημα που έβγαζε ένα ζευγάρι ομοφυλοφίλων ήταν πιο δυνατό πριν από 20 χρόνια, γιατί με ένα τρόπο προστάτευαν τον έρωτά τους. Τα γκέι ζευγάρια που βλέπεις σήμερα στον δρόμο δεν έχουν ερωτισμό. Επειδή απενοχοποιήθηκε; Επειδή έγινε τρέντι; Δεν ξέρω. Δεν έχω κανένα πρόβλημα να φιλιούνται στο δρόμο. Αλλά μη μου τραβάνε το μανίκι να τους δω.

Γιατί δεν κρατήσατε τον ρόλο του Δον Ζουάν για τον εαυτό σας; Φοβηθήκατε μη θεωρηθεί ματαιοδοξία να πρωταγωνιστείτε στην παράσταση που σκηνοθετείτε;

Α.Χ.: Αν θεωρούσα ότι εξυπηρετούσε την παράστασή μου δεν θα είχα κανένα πρόβλημα να τον παίξω ο ίδιος. Ο Δον Ζουάν είναι δέκα Άμλετ μαζί. Δεν πιστεύω ότι μπορεί να υποστηρίξει το κείμενο ένας νέος. Χρειάζεται εμπειρία ζωής. Επίσης, θεωρώ ότι οι νεότερες γενιές είναι πιο συντηρητικές από τις παλιότερες. Δεν παίρνουν απόφαση στα γρήγορα αν δεν εξετάσουν όλους τους ενδεχόμενους κινδύνους της καριέρας τους. Δεν τολμάνε. Ο Γιάννης Μπέζος έπαιξε από επιθεώρηση μέχρι Αριστοφάνη στην Επίδαυρο και τηλεοπτικές κωμωδίες. Η δική μου γενιά ντρεπόταν να κάνει επιθεώρηση. Οι νεότεροι συνάδελφοί μου, που είναι τώρα 20 χρονών, είναι πιο συντηρητικοί από μένα. Με την επιλογή αυτή ήθελα να δείξω ότι μια κοινωνία νεότερων ανθρώπων είναι βαθιά συντηρητική απέναντι σε έναν ηλικιωμένο άνθρωπο που είναι ελεύθερος σε όλα. Θεωρώ ότι όταν έπαιξα τον Δον Ζουάν πριν πέντε χρόνια ήμουν λάθος διανομή. Γιατί δεν είναι ένας άνθρωπος που χαίρεται τη ζωή του, αλλά ένας άνθρωπος που οδεύει προς τον θάνατο.

Τον συντηρητισμό των νεότερων γενιών πού τον αποδίδετε;

Α.Χ.: Στο γεγονός ότι έχουμε εδώ και πολλά χρόνια κυβερνήσεις δεξιών αντιλήψεων. Αναφέρομαι και στη ΝΔ και στο ΠΑΣΟΚ. Τα δύο μεγάλα κόμματα μας έμαθαν, για να το πω λαϊκά, να φυλάμε τον κώλο μας και να μην τολμάμε. Γιατί συνειδητοποιήσαμε ότι μας έδιναν λεφτά που δεν ήταν δικά μας, και τώρα πρέπει να τα ξεπληρώσουμε. Είναι αστείο να κατηγορεί ο πετεινός τον γάιδαρο για την οικονομική κατάσταση της Ελλάδας. Απ’ την άλλη, η Αριστερά αυταπατάται ότι θα κυβερνήσει. Δεν μπορεί να γίνει αυτό σε ένα καπιταλιστικό κράτος. Θα μπορούσε όμως να κάνει γόνιμη αντιπολίτευση και να μιλάει για πράσινη οικονομία. Αλλά ακόμα και αυτό το σύνθημα το καπηλεύτηκε δεξιό κόμμα.

Τη φράση που επαναλαμβάνει φωνάζοντας ο Σγαναρέλ, στο τέλος της παράστασής σας: «Τους μισθούς μου!», θα ήθελε να τη φωνάξει σήμερα ο μέσος Έλληνας.

Α.Χ.: Όντως. Γι’ αυτό γελάει πολύ ο κόσμος.

Μια πρόσφατη έρευνα έδειξε ότι οι Έλληνες είναι οι πιο απαισιόδοξοι σε όλη την Ευρώπη σε σχέση με την οικονομική κατάσταση της χώρας τους. Εσείς είστε απαισιόδοξος;

Α.Χ.: Αν ήμουν, δεν θα έκανα αυτή τη δουλειά. Εμείς λέμε ιστορίες για να φωτίσουμε αλήθειες ή για να χτυπήσουμε το καμπανάκι του κινδύνου και να δείξουμε τι θα μπορούσε αν συμβεί αν… Είμαι αισιόδοξος. Αν με ρωτήσετε ως προς τι, δεν ξέρω να απαντήσω. Αλλά γενικά πιστεύω ότι και στα σκατά θα βρεις μαργαριτάρια και όταν πιάσεις πάτο θα αρχίσεις να ανεβαίνεις προς τα πάνω.

Η αισιοδοξία δεν είναι αίσθημα των ημερών πάντως. Μια άλλη έρευνα έδειξε ότι οι Αμερικανοί είναι απογοητευμένοι από τον Ομπάμα γιατί δεν υλοποίησε όσα υποσχέθηκε. Πριν δύο χρόνια ήταν η ελπίδα όλου του κόσμου…

Α.Χ.: Και ο Μπους όταν βγήκε μιλούσε για μια μεγάλη Αμερική. Ο Ομπάμα ονειρεύτηκε μια Αμερική που δεν θα την εχθρεύεται ο κόσμος. Και ο Καραμανλής όταν βγήκε μιλούσε για τους νταβατζήδες. Τελικά όμως άνοιξαν κι άλλα μπουρδέλα. Και ο Γιωργάκης λέει για μια Ελλάδα που θα σηκωθεί στα πόδια της. Θα δείξει…

Με τη νέα κυβέρνηση είστε αισιόδοξος;

Α.Χ.: Μα πώς είναι δυνατόν να είμαι; Χάσαμε 60 δισ. ευρώ από αυτά που δίνονται στις τράπεζες –και δεν τα πήραν κιόλας– και από τη γαμωολυμπιάδα. Θέλαμε να κάνουμε και πάρτι με δανεικά λεφτά!

Αν γραφόταν σήμερα ο Δον Ζουάν ποια κοινωνική υποκρισία θα κατήγγειλε;

Α.Χ.: Των δημοσιογράφων. Έχω διασκευάσει μια σκηνή όπου στο κείμενο ο Σγαναρέλ καταγγέλλει τους γιατρούς. Στην παράσταση ντύνεται ρεπόρτερ. Με το που σκάει μύτη μια κάμερα όλοι αλλάζουν, προσέχουν τι λένε. Η κλίκα των υποκριτών είναι η τέταρτη εξουσία. Δεν μιλάω για τους απλούς εργαζόμενους, αλλά για αυτούς που βρίσκονται στα κέντρα αποφάσεων. Όσο για τον πολίτη, αυτός ξέρει να στέκεται στην κάμερα καλύτερα από εμένα που είμαι ηθοποιός. Η κάμερα έχει γίνει το μεγαλύτερο όπλο απειλής. Τρέμεις αν σου πει κάποιος: «Θα σε βγάλω στον Αυτιά, στον Τριανταφυλλόπουλο…».

Το μεταναστευτικό ζήτημα δεν είναι άλλη μια υποκρισία; Από τη μία ο Αντώνης Σαμαράς θέλει να καταψηφίσει το νομοσχέδιο για την ιθαγένεια και από την άλλη ο Γιώργος Παπανδρέου –ισχυρίζεται ο αντίλογος– παίζει παιχνίδι για τις ψήφους των μεταναστών στις δημοτικές εκλογές.

Α.Χ.: Δεν νομίζω ότι ξαφνικά έγινε κανείς άγγελος και νοιάζεται για τους μετανάστες. Όλα για την ψηφοθηρία γίνονται. Ο Σαμαράς δεν άνοιξε τα σύνορα και μπήκαν μέσα οι Αλβανοί; Έλεγε το ’91 «τ’ αδέρφια μας οι Έλληνες» για τους Βορειοηπειρώτες. Δίκιο είχε, γιατί ήταν μια μειονότητα χωρίς δικαιώματα. Σκέφτηκε όμως να τους φέρει κάτω για να ψηφίσουν Νέα Δημοκρατία και άνοιξε τα σύνορα. Και τώρα το ίδιο κόλπο κάνει το ΠΑΣΟΚ με τους μετανάστες.

Να γυρίσουμε στο θέατρο. Επιλέξατε μια μη ρεαλιστική προσέγγιση και κάνατε μια μοντέρνα παράσταση. Πιστεύετε ότι η μοντερνιά στο θέατρο έγινε μόδα ή έχει να κάνει και με τη νέα γενιά καλλιτεχνών που πειραματίζονται;

Α.Χ.: Άλλη μια καραμέλα της εποχής το μοντέρνο. Δεν καταλαβαίνω γιατί ενοχλεί. Θα έπρεπε δηλαδή να ανεβάζουμε τον Μολιέρο με τα ρούχα εκείνης της εποχής; Τότε θα έπρεπε στις παραστάσεις να μη χρησιμοποιούμε ηλεκτρικό ρεύμα. Θυμάμαι όταν έβλεπα πριν χρόνια γερμανικούς θιάσους στην Ελλάδα, μου έκαναν εντύπωση τα κοστούμια τους, που ήταν σύγχρονα χρωματιστά ρούχα. Όταν πήγα στο Βερολίνο είδα ότι ήταν τα ρούχα που φορούσε ο κόσμος στο δρόμο. Στην παράσταση χρησιμοποιούμε την κάμερα. Πολλοί λοιπόν μου λένε «αμάν, κι άλλη κάμερα στο θέατρο!». Η απάντηση είναι: φυσικά, αν έχει λόγο ύπαρξης. Η παράστασή μας έχει να κάνει πολύ με το ιδιωτικό και το δημόσιο και η κάμερα εξυπηρετεί, γιατί μπροστά της ο άνθρωπος αλλάζει.

Ήταν για εσάς πρόκληση το να παίξετε ένα κωμικό ρόλο σαν του Σγαναρέλ;

Α.Χ.: Μεγάλη. Δεύτερη φορά παίζω κωμικό ρόλο. Είναι πάρα πολύ δύσκολο. Θεωρώ ότι οι δραματικοί ηθοποιοί είμαστε οι πιο τεμπέληδες του κόσμου. Όταν πηγαίνεις σε ένα δραματικό έργο έχεις ήδη υποκλιθεί στον ηθοποιό, γιατί περιμένεις να δεις κάτι σοβαρό. Το κοινό έρχεται εκ των προτέρων συγκινημένο. Ενώ ο κωμικός πρέπει να σε κάνει να γελάσεις.

Υπάρχουν ηθοποιοί που «ζηλεύετε»;

Α.Χ.: Πάρα πολλοί. Καταρχήν ζηλεύω όλους αυτούς που κάναμε την παράσταση «Οκτώ γυναίκες», δηλαδή τους Νίκο Καραθάνο, Χρήστο Λούλη, Αργύρη Ξάφη, Κοσμά Φουντούκη, Χρήστο Στέργιογλου, Νίκο Χατζόπουλο. Πολλές φορές, όταν τους βλέπω να παίζουν, σκέφτομαι: «Πώς το κάνουν αυτό; Θα το κάνω κι εγώ!». Είναι τόσο ωραίο πράγμα η δουλειά μας, κι ας λένε ό,τι θέλουν οι κριτικοί απ’ την… Πελοπόννησο. Ζηλεύω τον Χριστόφορο Παπακαλιάτη, ο οποίος μπορεί να φτιάχνει ιστορίες, κι ας είναι και κλεμμένες. Τραβάει κανείς κανένα ζόρι; Τα σίριάλ του έχουν ωραία εικόνα, καλούς ηθοποιούς, σε συγκινούν και ταυτόχρονα γελάς. Αυτό είναι ποπ αρτ. Έλεος πια που πρέπει να παίζουμε για τους λίγους. Κατάρα σε αυτόν που ανακάλυψε τα θεατράκια των 50 θέσεων. Μας έχουν κάνει να πιστέψουμε ότι κάνουμε τέχνη όταν μας βλέπουν λίγοι. Μετά όμως πας να παίξεις μπροστά σε 500 άτομα και δεν ξέρεις πού πάνε τα τέσσερα.

Όταν αποφασίζει να σκηνοθετήσει ένας ηθοποιός είναι ενδεικτικό ότι έχει κακοπάθει από σκηνοθέτες;

Α.Χ.: Εντελώς. Ο Μαρκουλάκης έχει πει μια εξαιρετική φράση: «Κάθε φορά που δουλεύω με έναν σκηνοθέτη σβήνω άλλον έναν απ’ τη λίστα μου». Εγώ και ο Κωνσταντίνος είμαστε εμπορικοί καλλιτέχνες, με την έννοια ότι έχουμε σηκώσει στην πλάτη μας μια παράσταση. Ανεξάρτητα από το αν είμαστε καλοί ή κακοί. Όταν λοιπόν μας σκηνοθετούν θέλουν να μας επιβληθούν, γιατί νομίζουν ότι είμαστε σταρ, κάτι που βέβαια εμείς δεν θεωρούμε για τον εαυτό μας. Ο μοναδικός σταρ είναι ο Σάκης Ρουβάς. Όταν τον βλέπω στη σκηνή λέω: «φτου σου, παλικάρι μου». Οι σκηνοθέτες λοιπόν νομίζουν ότι εγώ και ο Κωνσταντίνος είμαστε οι... Ρουβάδες και ότι θα συμπεριφερθούμε σαν... Μαρίες Κάλλας. Είναι παράδοξο, γιατί σου ζητάνε να τους αποδεχθείς ενώ το έχεις ήδη κάνει.

Είναι ευνουχιστικοί δηλαδή οι σκηνοθέτες μας για τους ηθοποιούς;

Α.Χ.: Εξαρτάται. Έχω πολλούς αγαπημένους. Έναν βάζω πιο ψηλά απ’ όλους, τον Δημήτρη Μαυρίκιο. Είναι ευγενής και έχει τον τρόπο να πάρει αυτό που θέλει από εσένα μέσα από την επιβράβευση. Δεν σου ζητάει να τον παραδεχτείς, γιατί είναι χορτασμένος.

Παρ’ όλο που σ’ αυτήν χρωστάτε την αναγνωρισιμότητά σας, κάνετε σπανίως τηλεόραση.

Α.Χ.: Μα πάντοτε έκανα σπάνια. Μου κόλλησαν την ταμπέλα του τηλεοπτικού έχοντας κάνει τριάμισι σίριαλ. Το μισό αναφέρεται στα πέντε επεισόδια που έπαιξα σε σίριαλ του Παπακαλιάτη.

Ωστόσο η δική σας γενιά απενοχοποίησε την τηλεόραση.

Α.Χ.: Ναι, γιατί πήραμε την απόφαση ότι θα ζήσουμε από αυτή τη δουλειά. Με προϋποθέσεις βέβαια. Έκανα τριάμισι σίριαλ από εκατοντάδες προτάσεις. Η δική μου γενιά είχε μια Μιρέλλα Παπαοικονόμου να γράφει σενάρια, σε μια εποχή, τη δεκαετία του ’90, που άντεχε το μελοδραματικό στοιχείο. Τώρα ζούμε τη δεκαετία της κωμωδίας. Εμένα δεν με ζητούν για κωμωδία. Ούτως ή άλλως έχει πλέον μείνει ενάμισι κανάλι για να πούμε ιστορίες, το Mega και ο ΑΝΤ1, που δεν ξέρεις πότε θα κόψει το σίριαλ.

Ψωνιστήκατε ποτέ από την αναγνωρισιμότητα; Αν ναι, υπάρχει κάτι που σας γειώνει;

Α.Χ.: Πήραν τα μυαλά μου αέρα όταν μετά από ένα σημείο άρχισαν να μου προτείνουν ρόλους που ονειρευόμουν από μικρός και μάλιστα άνθρωποι με τους οποίους ήθελα να συνεργαστώ. Οι ηθοποιοί καλούμαστε να μιλήσουμε κείμενα 500 έως 2.500 χρόνων, που είναι εξ ορισμού μεγάλα. Όταν λοιπόν κληθείς να παίξεις τέτοιους ρόλους, πρέπει να θεωρήσεις ο ίδιος τον εαυτό σου ικανό να το κάνει. Αυτό κρύβει και κάποιους κινδύνους. Έχω βρει τρόπο για να μπορώ να πατάω delete στον εαυτό μου: πηγαίνω στο γήπεδο, γουστάρω να βλέπω τον Παναθηναϊκό και να ουρλιάζω μαζί με άλλους 50.000. Ξαφνικά συνειδητοποιείς ότι δεν είσαι το κέντρο του κόσμου. Έχει και μια παράξενη δημοκρατία το γήπεδο. Κάθεσαι δίπλα στον Βαρδινογιάννη και μπορείς να βρίσεις ή να ουρλιάξεις μαζί του. Όλοι έχουν το ίδιο δικαίωμα: να δούνε την ομάδα τους να παίζει μπάλα.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.