28/11/2020 15:49:36
19.5.2020 / ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΑΛΟΥΠΗΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2125 στις 14-5-2020

Αγριεύει η κόντρα Γερμανίας και ΕΚΤ - Η «σκιά» από την Καρλσρούη, το «πακέτο για την πανδημία» και οι παράπλευρες απώλειες

Αγριεύει η κόντρα Γερμανίας και ΕΚΤ - Η «σκιά» από την Καρλσρούη, το «πακέτο για την πανδημία» και οι παράπλευρες απώλειες - Media

 

Η πρόσφατη απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας υπονομεύει την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, αλλά αυτό ίσως να μην είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα. Ουσιαστικά, μαζί με την ΕΚΤ, οι Γερμανοί δικαστές ναρκοθετούν ολόκληρη τη νομική τάξη της Ε.Ε. 
Το συγκεκριμένο δικαστήριο, με έδρα την Καρλσρούη, παλεύει εδώ και χρόνια να θέσει εμπόδια στην ΕΚΤ. Κάθε τόσο συντηρητικοί Γερμανοί ακαδημαϊκοί, νομικοί και διάφορα γκρουπ συμφερόντων με τη δική τους ατζέντα έχουν επισκεφθεί την Καρλσρούη με σκοπό να αμφισβητήσουν τη νομιμότητα των χρηματοδοτικών εργαλείων της ΕΚΤ.


Το δικαστήριο έχει εκδώσει κατά καιρούς διάφορες προειδοποιήσεις. Στις 5 Μαΐου όμως το πήγε ακόμα πιο μακριά. Εξέδωσε απόφαση που αμφισβητεί τη νομιμότητα του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης, βάσει του οποίου η ΕΚΤ έχει αγοράσει μέχρι σήμερα πάνω από 2 τρισ. ευρώ δημοσίου χρέους.
Οι Γερμανοί δικαστές δεν έμειναν σε αυτό, αλλά ισχυρίστηκαν ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, που γνωμοδότησε για την υπόθεση έπειτα από αίτημα της Καρλσρούης, δεν έλεγξε επαρκώς τα στοιχεία της ΕΚΤ.

Απόπειρα ευνουχισμού
Εξαντλητικά ενδελεχής, με 110 σελίδες, η συγκεκριμένη απόφαση είναι ιστορική. Για πρώτη φορά ένα εθνικό δικαστήριο επιχειρεί να ακυρώσει απόφαση για το ίδιο ζήτημα του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Το δικαστήριο ειδοποίησε την ΕΚΤ ότι διαθέτει τρεις μήνες προκειμένου να αποδείξει ότι οι αγορές ομολόγων εκ μέρους της εμπίπτουν στην αρχή της «αναλογικότητας».
Διέταξε επίσης την κυβέρνηση της Γερμανίας και την Bundestag να παρακολουθούν τις προσπάθειες της ΕΚΤ. Διαφορετικά η γερμανική Bundesbank, δηλαδή ο μεγαλύτερος μέτοχος της ΕΚΤ, δεν θα μπορεί πλέον να συμμετέχει σε αυτήν τη συγκεκριμένη μορφή ποσοτικής χαλάρωσης, με αναπόφευκτη συνέπεια τον επί της ουσίας «ευνουχισμό» του προγράμματος.


Θα χρειαστεί ένα διάστημα μηνών για να υπάρξουν συνέπειες από την ετυμηγορία αυτή. Βραχυπρόθεσμα τίποτε δεν θα αλλάξει και το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης παραμένει ασφαλές. 
Οι τρεις μήνες περιθώριο που το γερμανικό δικαστήριο έδωσε στην ΕΚΤ ώστε να δικαιολογήσει το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων είναι ένα τεστ που οι λεγεώνες των νομικών της Τράπεζας θα καταφέρουν προφανώς να περάσουν. Το πιθανότερο, βέβαια, είναι ότι η ΕΚΤ δεν θα δεχθεί να λάβει διαταγές από ένα εθνικό δικαστήριο. 
Η Κριστίν Λαγκάρντ, πρόεδρος της ΕΚΤ, απάντησε δημοσίως στο Συνταγματικό Δικαστήριο της Καρλσρούης την περασμένη Πέμπτη τονίζοντας ότι η ΕΚΤ είναι «ανεξάρτητη αρχή» και δίνει λογαριασμό μόνο «στο Ευρωκοινοβούλιο και όχι σε εθνικές αρχές».


Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) ανέφερε σχετικά ότι «μόνο το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να κρίνει εάν η ενέργεια ενός ευρωπαϊκού θεσμού είναι αντίθετη προς το δίκαιο της Ε.Ε.». Και πρόσθεσε ότι «αποκλίσεις μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών - μελών όσον αφορά την εγκυρότητα τέτοιων πράξεων θα ήταν δυνατόν να θέσουν σε κίνδυνο την ενότητα της έννομης τάξης της Ε.Ε. και να μειώσουν τη νομική βεβαιότητα».

Το χειρότερο σενάριο
Την Κυριακή, η Ούρσουλα Φον Ντερ Λάιεν ανακοίνωσε ότι εξετάζει ακόμα και το ενδεχόμενο προσφυγής κατά της Γερμανίας. Συγκεκριμένα, να κινηθεί «διαδικασία επί παραβάσει» του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης εναντίον της Γερμανίας για την απόφαση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου σχετικά με το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων από την ΕΚΤ. «Παίρνω πολύ στα σοβαρά αυτή την υπόθεση» πρόσθεσε η Φον Ντερ Λάιεν. 
Τη στιγμή που η ΕΚΤ δεν λογοδοτεί σε εθνικά δικαστήρια, πιθανώς να χρειαστεί να εμπλακεί και η γερμανική κυβέρνηση. 
Στο χειρότερο σενάριο η Bundesbank, που όπως όλες οι κεντρικές τράπεζες της ευρωζώνης αγοράζει χρέος της δικής της κυβέρνησης για λογαριασμό της ΕΚΤ, θα μπορούσε να αναγκαστεί να πουλήσει τραπεζικές συμμετοχές αξίας περίπου 550 δισ. ευρώ. Ακόμα και τότε, όμως, το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (PSPP) θα έβρισκε έναν τρόπο να επιβιώσει.

Το επόμενο εμπόδιο
Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η «σκιά» που έριξε το γερμανικό συνταγματικό δικαστήριο σε όλες τις ενέργειες της ΕΚΤ. Η επόμενη στη σειρά είναι το πολυαναμενόμενο PEPP (Pandemic Equity Purchase Programme), πρόγραμμα αξίας 750 δισ. ευρώ, που στόχο θα έχει να παράσχει ρευστότητα και να μειώσει τα spreads των ομολόγων σε χώρες που χτυπήθηκαν ιδιαίτερα σκληρά από την πανδημία.
Η Λαγκάρντ, μάλιστα, για να μεγιστοποιήσει την αποτελεσματικότητα των δράσεων της ΕΚΤ, φρόντισε ώστε το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης να μπορεί να χαλαρώσει κάποιους από τους συνηθισμένους κανόνες σχετικά με το ποια ομόλογα μπορεί να αγοράσει. 
Αυτό, όμως, θα προσφέρει νομικά επιχειρήματα στους ενάγοντες στην Καρλσρούη, οι οποίοι αναμένεται ότι θα κινηθούν εναντίον του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης βασιζόμενοι στον ισχυρισμό ότι αυτό συνιστά εργαλείο άμεσης χρηματοδότησης.

Πιο ευρύς ο πόλεμος
Όλα αυτά μπορεί να κάνουν τους επενδυτές να αμφιβάλλουν για το αν η ΕΚΤ θα εφαρμόσει τελικώς το πρόγραμμα το ίδιο αποφασιστικά όσο θα έκανε αρχικά, δηλαδή πριν από την απόφαση της Καρλσρούης. Ο Σεμπάστιαν Γκρουντ, ακαδημαϊκός του Χάρβαρντ και πρώην οικονομολόγος της ΕΚΤ, θεωρεί ότι «κάποια στιγμή η ΕΚΤ θα χάσει την αξιοπιστία της στις αγορές». 
Στην πραγματικότητα, η ΕΚΤ είναι απλώς παράπλευρη απώλεια σε έναν μεγαλύτερο πόλεμο που μαίνεται μεταξύ γερμανικών και ευρωπαϊκών δικαστηρίων. Η διαμάχη της Καρλσρούης με το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) κρατάει χρόνια, καθώς το γερμανικό δικαστήριο έχει εκδώσει γνωμοδοτήσεις πάνω σε συνθήκες της Ε.Ε., σε εκδόσεις ατόμων και πολλά άλλα. 


Το γερμανικό δικαστήριο αναγνωρίζει το ΔΕΕ ως τον τελικό διαιτητή των ευρωπαϊκών νόμων. Όμως οι δικαστές στην Καρλσρούη διατήρησαν το δικαίωμα να ανακοινώσουν ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έδρασε έξω από το πλαίσιο της νομικής του αρμοδιότητας όσον αφορά την εκτίμησή του για το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Χαρακτήρισαν μάλιστα την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου «μη κατανοητή». 
Το συγκεκριμένο επιχείρημα του γερμανικού δικαστηρίου βασίζεται στον ισχυρισμό ότι, επειδή η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι ομόσπονδο κράτος, τα εθνικά δικαστήρια μπορούν να παρεμβαίνουν αν κρίνουν ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δρα έξω από τις αρμοδιότητες που του έχουν παραχωρήσει οι εθνικές κυβερνήσεις.
Αυτή η πρόκληση στην ανώτατη νομική εξουσία της Ε.Ε. προκαλεί ήδη το ενδιαφέρον κάποιων για περαιτέρω αξιοποίηση. Ο αναπληρωτής υπουργός Δικαιοσύνης της Πολωνίας, που βρίσκεται σε νομικές διαμάχες με την Ε.Ε. εδώ και χρόνια, είπε ότι η απόφαση της Καρλσρούης ήταν «εξαιρετικής σημασίας» για τις υποθέσεις της δικής του χώρας.

Οι παρενέργειες 
Υποθετικά οι παρενέργειες θα μπορούσαν να πολλαπλασιαστούν, με άλλες χώρες να αμφισβητούν ή να κατηγορούν την ΕΚΤ. Για παράδειγμα, πιθανολογούν κάποιοι νομικοί, τι θα γινόταν αν ένα δικαστήριο μιας ευρωπαϊκής χώρας του Νότου στρεφόταν μια μέρα κατά της ΕΚΤ επειδή απέτυχε με τις αποφάσεις της να δώσει τη δέουσα βαρύτητα στην εργασία ή στην ανάπτυξη;
Φοβούμενη ένα πλήγμα στη νομική εξουσία της Ε.Ε., η Κομισιόν είναι πολύ πιθανό να αναγκαστεί να ανοίξει μια υπόθεση παράβασης κατά της Γερμανίας.

Κάνει... την πάπια
Η αισιόδοξη άποψη είναι ότι μπορεί να υπάρχει μια ευκαιρία στη συγκεκριμένη κρίση. Με το να τονίζει τους κίνδυνους που ανακύπτουν όταν εξαναγκάζεται η ΕΚΤ να σηκώσει στους ώμους της όλο το βάρος, η απόφαση του γερμανικού δικαστηρίου μπορεί να εξαναγκάσει τους πολιτικούς, τους Γερμανούς κυρίως, να αναλάβουν δράση.
Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών για ένα κοινό ταμείο μετά τον κορωνοϊό, ένα πακέτο στήριξης των οικονομιών μετά την πανδημία, θα ήταν μια ιδανική ευκαιρία. Όμως προς το παρόν κάνουν... την πάπια. Ειδικά η Γερμανία αποφεύγει όσο μπορεί να βοηθά από την πλευρά του δημοσιονομικού σκέλους στην τόνωση της οικονομίας.


Μια μερίδα νομικών θεωρεί, λοιπόν, ότι η Καρλσρούη βοηθά την Ε.Ε. με το να στρέφει την προσοχή της Ένωσης στα ευάλωτα σημεία του ευρωπαϊκού νομικού οικοδομήματος. 
Αλλά το ζήτημα είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο. «Το θέμα είναι η ευρωπαϊκή νομική τάξη» δήλωσε ο Όλι Ρεν, ο οποίος είναι στο διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ ως επικεφαλής της Κεντρικής Τράπεζας της Φινλανδίας. Και πρόσθεσε: «Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, και όχι τα εθνικά δικαστήρια, έχει την αποκλειστική δικαιοδοσία πάνω στην ΕΚΤ. Αυτό αποτελεί υπαρξιακό ζήτημα για την Ευρωπαϊκή Ένωση».

Κρατάει χρόνια η κολώνια...
Η διαμάχη Γερμανίας - ΕΚΤ κρατάει χρόνια και δεν περιορίζεται στις δράσεις του συνταγματικού δικαστηρίου της Καρλσρούης. Το 2016 είχαμε την ιστορική και πολυεπίπεδη κόντρα του Μάριο Ντράγκι και του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε.
Ο τότε υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας έβρισκε διαρκώς πατήματα για να επιτίθεται στον τότε ισχυρό άνδρα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αμφισβητώντας διαρκώς τις πολιτικές του: από την πανευρωπαϊκή εγγύηση των καταθέσεων μέχρι τη συνολική επεκτατική νομισματική πολιτική του Ντράγκι, που κατά τον Σόιμπλε αποτελούσε «την αιτία οικονομικών προβλημάτων και όχι τη λύση τους».
Ήταν δεδομένο ότι η Γερμανία περίμενε στη γωνία τον Ντράγκι, που έπαιζε το κεφάλι του στην περίπτωση αποτυχίας. Ο Σόιμπλε, άλλωστε, ήδη από το 2015 είχε κάνει ξεκάθαρη τη θέση του: «Το περιβάλλον των επιτοκίων δανεισμού προκαλεί τεράστια προβλήματα στη Γερμανία... Οδηγεί σε λανθασμένη κατανομή πόρων, με όλους τους κινδύνους που αυτό συνεπάγεται όταν σχηματίζονται φούσκες».


Ακριβώς εκεί βρίσκονταν οι μεγαλύτερες αντιστάσεις του Σόιμπλε. Στα χαμηλά επιτόκια του Ντράγκι, που κατά τον τότε υπουργό Οικονομικών της Γερμανίας αποσυντόνιζαν τους καταθέτες της χώρας του, ένα από τα παραδοσιακά βαριά χαρτιά της οικονομικής σταθερότητάς της.
Το ευρωπαϊκό πείραμα με τα πολύ χαμηλά επιτόκια προκάλεσε εκείνη την περίοδο αναπάντεχες αλλαγές στη βαθιά ριζωμένη κουλτούρα αποταμίευσης των Γερμανών. 


Επί δεκαετίες οι Γερμανοί «παρκάριζαν» τον προσωπικό τους πλούτο στις τράπεζες με τη μορφή καταθέσεων, αποκομίζοντας κέρδη από τους τόκους, ενώ απέφευγαν άλλα πιο... επισφαλή προϊόντα (π.χ. μετοχές), καθώς και την αγορά ακινήτων λόγω του χρέους που τη συνοδεύει. Η συγκεκριμένη συνήθεια παγιώθηκε μετά το σοκ του υπερπληθωρισμού τη δεκαετία του 1920.
Η άγρια κόντρα που είχε ξεκινήσει μεταξύ Σόιμπλε και Ντράγκι σχετικά με τη νομισματική πολιτική της ΕΚΤ επιμένει μέχρι σήμερα και κορυφώνεται ξανά με αφορμή, αυτή τη φορά, την πανδημία...

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.