04/08/2020 14:51:34
15.7.2020 / ΑΝΤΡΙAΝΑ ΒΑΣΙΛA
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2133 στις 9-7-2020

Μαύρες προβλέψεις για το κοντινό μέλλον - Μεγάλη ύφεση, περιορισμός της κατανάλωσης, μείωση των εξαγωγών

Μαύρες προβλέψεις για το κοντινό μέλλον - Μεγάλη ύφεση, περιορισμός της κατανάλωσης, μείωση των εξαγωγών - Media

 

Η συνολική ύφεση στην Ελλάδα θα ξεπεράσει το 6% συνολικά φέτος και το επόμενο έτος, αφού με βάση τις θερινές προβλέψεις της Κομισιόν θα υπάρξει ύφεση 9% του ΑΕΠ το 2020 και ανάκαμψη 6% το 2021. Αυτές οι προβλέψεις, μάλιστα, δεν συνυπολογίζουν ότι χάνονται οι ρυθμοί ανάπτυξης για τα έτη αυτά, που είχαν προβλεφθεί προ πανδημίας.
Συγκεκριμένα, 2% το 2020 και 2% και κάτι το 2021. Εάν αυτά αθροιστούν συνολικά και υπολογιστεί η μερική ανάκαμψη που προβλέπεται για το 2021, η συνολική ύφεση στη διετία ξεπερνάει το 6% και μιλάμε για μια ήδη κατεστραμμένη οικονομία.


Όλοι οι κλάδοι της οικονομίας αλλά και οι εργαζομένοι τους «κάθονται σε αναμμένα κάρβουνα», περιμένοντας να δουν πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα στον τουριστικό τομέα και ποιο θα είναι το μέγεθος των επιπτώσεων της πανδημίας σε όλο το εύρος της οικονομίας, στην απασχόληση και στα δημοσιονομικά.

Έρχεται θύελλα 
Την ίδια ώρα το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης εκτιμά ότι η κατάσταση θα επιδεινωθεί περαιτέρω τους επόμενους μήνες, με επιβράδυνση της οικονομίας, ταμειακή «ασφυξία» των επιχειρήσεων και μεγάλη αύξηση της ανεργίας.
Ο μεγάλος τους φόβος είναι ότι από τα μέσα Ιουλίου ώς τον Σεπτέμβριο μπορεί να εκδηλωθεί κύμα μαζικών απολύσεων, που θα προκαλέσει αντιδράσεις, κοινωνική αναταραχή και περαιτέρω επιδείνωση του πολιτικοοικονομικού και του επενδυτικού κλίματος.


Κατά τις εκτιμήσεις του, ιδιαίτερα αρνητικές – και με πολλαπλές δυσμενείς παρενέργειες – θα είναι οι εξελίξεις στα δημοσιονομικά, που θα περιορίσουν τις δυνατότητες χειρισμών της κυβέρνησης, η οποία θα αναγκαστεί να βασιστεί κυρίως στα κονδύλια του ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης – εάν και όταν αρχίσουν να εισρέουν.
Τα μαύρα αυτά σενάρια επιβεβαιώνει και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία αναφέρει πως η επίπτωση της κρίσης στην ανεργία θα είναι βραχύβια και τα δημοσιονομικά μέτρα της κυβέρνησης μειώνουν τις επιπτώσεις στην κατανάλωση, όμως τα ρίσκα λόγω της εξάρτησης της χώρας από τον τουρισμό είναι σημαντικά.


Για την ακρίβεια η χώρα εξαρτάται αποκλειστικά από τον τουρισμό και την εστίαση (η οποία εστίαση εξαρτάται και αυτή πάρα πολύ από τον τουρισμό).
Στη θερινή της έκθεση η Κομισιόν αναφέρει πως το ΑΕΠ της Ελλάδας υποχώρησε κατά 1,6% σε τριμηνιαία βάση το α’ τρίμηνο του 2020 σε σύγκριση με το προηγούμενο τρίμηνο, αντανακλώντας την έναρξη των μέτρων περιορισμού στα τέλος Μαρτίου.

Τα σενάρια του ΟΟΣΑ
Η πλήρης οικονομική επίπτωση των μέτρων περιορισμού, κατά την Κομισιόν, αναμένεται να αποτυπωθεί το β’ τρίμηνο με ισχυρή πτώση στην εγχώρια ζήτηση και τις εξαγωγές. Καθώς όμως τα μέτρα τήρησης κοινωνικών αποστάσεων χαλαρώνουν σταδιακά, η οικονομική δραστηριότητα αναμένεται να αρχίσει να ανακάμπτει, οδηγώντας σε μερική ανάκαμψη της εγχώριας ζήτησης.
Οι διαστάσεις και η διάρκεια της πανδημίας και, ενδεχομένως, τα απαραίτητα μελλοντικά μέτρα εγκλεισμού, παραμένουν κατ’ ουσίαν άγνωστα. Υπάρχουν σημαντικοί κίνδυνοι να πληγεί η αγορά εργασίας πιο μακροπρόθεσμα από ό,τι αναμενόταν και να υπάρξουν δυσκολίες ρευστότητας και προβλήματα φερεγγυότητας για πολλές εταιρείες.


Στο γεγονός αυτό συνηγορεί και η νέα έκθεση του ΟΟΣΑ, η οποία εκτιμά ότι θα «προστεθεί» έως και 4,9% στο υπάρχον ποσοστό ανεργίας στην Ελλάδα το 2020. 
Οι προβλέψεις του ΟΟΣΑ καταρτίστηκαν με βάση δύο – εξίσου πιθανά, όπως θεωρεί – σενάρια: το πρώτο υποθέτει ότι θα συνεχιστεί η υποχώρηση της έξαρσης του κορωνοϊού, ενώ το δεύτερο ότι θα υπάρξει νέο κύμα αργότερα στο 2020.
Αναλυτικότερα, η απασχόληση στην Ελλάδα, η οποία αυξήθηκε 2,2% το 2019 έναντι 1% στις χώρες του ΟΟΣΑ, εκτιμάται ότι θα μειωθεί φέτος μεταξύ του 3,5% και του 3,8%, ανάλογα με το αν θα ισχύσει το πρώτο ή το δεύτερο σενάριο.


Αντίστοιχα, η ανεργία στην Ελλάδα, η οποία είχε μειωθεί το 2019 κατά 2 ποσοστιαίες μονάδες έναντι 0,1 μονάδας στον ΟΟΣΑ, εκτιμάται ότι θα αυξηθεί από 2,1 έως 2,3 μονάδες. Για το 2021, ο ΟΟΣΑ προβλέπει ότι η απασχόληση στην Ελλάδα θα μειωθεί με βραδύτερο ρυθμό (1% έως 1,8%), ενώ για τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ προβλέπει μία αύξηση από 0,3% έως 1,6%.
Η έκθεση του ΟΟΣΑ αναφέρεται και στα μέτρα που έλαβε η κυβέρνηση μετά την έξαρση του κορωνοϊού για να στηρίξει την απασχόληση, όπως την απαγόρευση των απολύσεων από τις εταιρείες που επωφελούνται από τα μέτρα στήριξής τους, την πληρωμένη άδεια για εργαζόμενους γονείς που έπρεπε να φροντίσουν τα παιδιά τους όταν ήταν κλειστά τα σχολεία, την προσωρινή άδεια εργασίας στον αγροτικό τομέα όσων παίρνουν επίδομα ανεργίας, την καθιέρωση του προγράμματος Συν-Εργασία και την επέκταση των επιδομάτων ανεργίας κατά δύο μήνες.

Δύσκολη προσπάθεια
Η γρήγορη αντίδραση στις μεγάλες προκλήσεις που προκάλεσαν τα μέτρα καραντίνας απαιτεί μια «ηράκλεια προσπάθεια» από την πλευρά των κυβερνήσεων, τονίζει ο ΟΟΣΑ. «Βραχυπρόθεσμα, η συνέχιση της στήριξης για ορισμένους τομείς παραμένει ζωτικής σημασίας για την προστασία της απασχόλησης και της ευημερίας, αλλά οι μηχανισμοί της αγοράς εργασίας πρέπει να ξαναρχίσουν να λειτουργούν» σημειώνει, προσθέτοντας ότι χρειάζεται μια προσέγγιση που θα βασίζεται σε δύο πυλώνες.


Πρώτον, η πολιτική για την αγορά εργασίας πρέπει να στηρίξει την προσπάθεια αποτροπής ενός δεύτερου ισχυρού κύματος της πανδημίας και της προετοιμασίας για αυτό στην περίπτωση που υλοποιηθεί. Στο πλαίσιο αυτό, ο ΟΟΣΑ σημειώνει ότι η τηλεργασία παραμένει ένας αποτελεσματικός τρόπος εργασίας που περιορίζει τον κίνδυνο μετάδοσης του ιού. Σύμφωνα με υπολογισμούς, που αναφέρει ο ΟΟΣΑ, περίπου η μία στις τρεις δουλειές μπορεί να γίνει από το σπίτι. Αντίστοιχο είναι και το ποσοστό για την Ελλάδα, όπως προκύπτει από σχετικό διάγραμμα της έκθεσης. Ωστόσο, περίπου η μία στις δύο δουλειές στην Ελλάδα, όπως και στις χώρες του ΟΟΣΑ, πρέπει να γίνεται με φυσική παρουσία, η οποία δημιουργεί κάποιο κίνδυνο μόλυνσης και για τον λόγο αυτό θα πρέπει να λαμβάνονται τα απαραίτητα μέτρα προφύλαξης.


Δεύτερον, ο ΟΟΣΑ σημειώνει ότι «καθώς το εκ νέου άνοιγμα της οικονομίας ξεδιπλώνεται και η δραστηριότητα ξαναρχίζει, η αγορά εργασίας και η κοινωνική πολιτική πρέπει να προσαρμοστούν για να αντανακλούν τις διαφοροποιούμενες συνθήκες για τους εργαζόμενους, τα νοικοκυριά και τις εταιρείες. Κατά τη διάρκεια της καραντίνας, μία γενική και ενιαία στρατηγική στήριξης ήταν δικαιολογημένη, καθώς οι περισσότερες δραστηριότητες είχαν απαγορευθεί και οι εταιρείες και οι θέσεις απασχόλησης δεν θα επιβίωναν χωρίς άμεση στήριξη. Τώρα, οι υπεύθυνοι για την πολιτική αντιμετωπίζουν το δύσκολο έργο να μετακινήσουν την οικονομία από τη δράση έκτακτης ανάγκης, με μαζική και γενική στήριξη, στην ανάπτυξη, όπου η στήριξη πρέπει να είναι διαφορετική. Τα μέτρα πρέπει να είναι στοχευμένα καλύτερα για να διασφαλίζουν ότι αυτοί που έχουν ανάγκη πράγματι βοηθιούνται, ενώ θα ενισχύονται τα κίνητρα για επάνοδο στην εργασία για εκείνους που μπορούν».
 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.