24/10/2020 14:07:37
14.9.2020 / ΠΟΝΤΙΚΙ ART
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2142 στις 10-9-2020

Πρόταση βιβλίου: Η σιωπηλή ακεραιότητα των καταφυγίων

Πρόταση βιβλίου: Η σιωπηλή ακεραιότητα των καταφυγίων - Media

 

Γράφει ο Κώστας Χατζηαντωνίου

Πέτρος Φούρναρης

Οι γρίλιες

Εκδόσεις: Βακχικόν

Σελ.: 176

Υπάρχουν στην περιφέρεια σημαντικοί δημιουργοί που παραμένουν στο ημίφως της λογοτεχνικής ζωής και δεν έχουν την τύχη που διαμοιράζει η γκρίζα πρωτεύουσα με τα τεχνητά φώτα και τους θνησιγενείς κανόνες της. Ας μιλήσουμε σήμερα για έναν νέο δημιουργό, γεωπόνο και συγγραφέα, που γεννήθηκε στην Αθήνα, μα αποφάσισε να ζήσει στη Λέρο. Αφορμή το δεύτερο βιβλίο του (είχε προηγηθεί πριν από δύο χρόνια ένα θεατρικό μονόπρακτο), μια συλλογή είκοσι διηγημάτων, τα οποία μαρτυρούν αφενός συγκροτημένο σχέδιο αφήγησης και αφετέρου άψογη σύμπλεξη του νατουραλιστικού και του ψυχογραφικού στοιχείου.

Παρατηρητής με οξεία και διεισδυτική ματιά ο Πέτρος Φούρναρης, με φράση συνεκτική και στρωτή, γνωρίζει να υψώνει το επίπεδο της αφήγησης, ακόμη και της πιο συνηθισμένης, εισάγοντας με μια επιδέξια πινελιά το χρώμα του μυστηριώδους ή στήνοντας θαυμάσια την ενέδρα του συμβόλου. Στα διηγήματα αυτά, που φαίνονται ανεξάρτητα, μα συνάπτονται από ισχυρούς εσωτερικούς αρμούς, σμιλεύει σε μικρούς πίνακες λόγου εικόνες και αισθήματα που συνοψίζουν το νόημα της ζωής τόσο των ανθρώπινων τύπων που συλλαμβάνει όσο και της δικής του. Οδηγός η πίστη του ότι ο άνθρωπος, πέρα από την εξωτερική ζωή και τις αντικειμενικές συνθήκες που την πλαισιώνουν, έχει μια ψυχικότητα που ορίζει τελικά τη μοίρα του και που, στην περίπτωσή μας, αποτελεί καρπό σύζευξης ορισμένων συνθηκών και μιας απόφασης ακεραιότητας.

Υπόγεια λυρικός, χωρίς περιττές διακοσμήσεις, με γλώσσα λιτή αλλά και ύφος δροσερό, ο Φούρναρης μπορεί να δημιουργεί από το ελάχιστο συμβάν ζωντανές και εκφραστικές σκηνές, στήνοντας τοπία πεντακάθαρα και όμως αινιγματικά, σαν ορίζοντες που μονάχα ένα λεπτό αεράκι προειδοποιεί για την επερχόμενη καταιγίδα. Η μυθοπλαστική φαντασία του αρπάζει περιστατικά της κάθε ημέρας και τους δίνει απρόοπτες προεκτάσεις. Πέραν της φωτογραφικής, ρεαλιστικής ανάπλασης αλλά και ξένος προς τη βαθυστόχαστη ασυναρτησία, συνθέτει έτσι ένα σύνολο πλαστικών μονάδων, με γοργή αφήγηση που ξαναφέρνει εμπρός μας το επίτευγμα της καθάριας λογοτεχνικής έκφρασης. Με γυμνό μάτι κοιτάζει τη λαμπρή όσο και τη σκοτεινή επιφάνεια της ζωής, συναισθάνεται πόσο αχώριστες είναι αυτές, μαντεύει το κενό και αρπάζεται από τη στιγμή, από το πάθος της ύπαρξης. Γιατί νιώθει και ξεχωρίζει ό,τι έχει πράγματι χρώμα και βάρος, ό,τι δεν είναι απουσία. Κι έτσι πλέκει τους μύθους του, με λεπτές ψυχολογικές ικανότητες.

Οι αφορμές πολλές: μια ηλικιωμένη ποιήτρια που αναζητεί τον γάτο της, ενώ δεν παύει να επιβεβαιώνει την κοινωνική της εγρήγορση, ο ψίθυρος μπροστά στην ανημπόρια ακόμη και των εχόντων, ένας παπάς και μια κουρούνα που ξεψαρίζουν δίχτυα, ένας γέρος που έχασε το μάτι του από τα βασανιστήρια και δεν βρίσκει πια νόημα μήτε στην εκδίκηση μήτε στις συγγνώμες, ένας άλλος που χαίρεται τις αλεξανδρινές τζακαράντες ή θυμάται πολεμικά επεισόδια από τα νιάτα του, τότε που ήταν λιοντάρι, ένας τρίτος, μάστορας της πέτρας που συνεχίζει το έργο παλιών πελεκάνων σε στοιχειωμένους τόπους. Στο φόντο ένα πικρό παραμύθι, το παραμύθι του Μπουκαλάκη, που φανερώνει τη σκληρή όψη της ζωής, ενώ όλα μοιάζουν να κρέμονται από ένα αινιγματικό ικρίωμα που μένει στημένο και μετά την ολοκλήρωση μιας εργασίας – η καθυστέρηση της οποίας προκάλεσε καταστροφές που ωστόσο δεν εξόργισαν τον στωικό ιδιοκτήτη· η δική του αγωνία είναι μόνο ποιες εκκρεμότητες μπορεί να υπονοούνται από το ικρίωμα που δεν ξηλώθηκε.

Άνθρωποι συνηθισμένοι οι ήρωες, ακόμη κι όταν πρόκειται για μια φιλότεχνη τυφλή που το σκοτάδι της ζωής της φωτίζει το φως της τέχνης, για έναν αυτόχειρα ζωγράφο που η παρουσία του εγγυάται ηλιόλουστες ημέρες ή έναν ύπαρχο που μοιράζει το πένθος του μ’ έναν σωσία για ν’ αντέξει τον πρόωρο αποχαιρετισμό. Άνθρωποι συνηθισμένοι, αλλά σε απόσταση ασφαλείας από την πραγματικότητα, καθώς δεν παύουν να ζητούν μια ρωγμή στον χρόνο για να αντιπαλέψουν τη φθορά. Γιατί «τι νόημα έχει να προσθέτεις φθορά πάνω στη φθορά;», όπως αναρωτιέται η κυρία Υακίνθη στο έξοχο διήγημα «Γρίλιες», όπου η ανάμνηση μιας νιότης και μιας αγάπης που δεν πρόλαβε να χαρεί, εκρήγνυται και διαπερνά τις γρίλιες ενός κλειστού δωματίου όπου κρύβεται ο έρωτας, διαλύοντας μια γιορτή, αφού η γιορτή του έρωτα έχει πια ανεπιστρεπτί χαθεί. Δεν μένει παρά ένα «σονέτο της βροχής» για να ανακληθεί, με ένα απροσδόκητο ταξίδι στον χρόνο της λήθης, η εξαίσια μουσική που ποτέ δεν σβήνει από τη ζωή κάθε ευγενικού ανθρώπου.

Διηγήματα που συνιστούν όχι μόνο απόδειξη μιας άγρυπνης λογοτεχνικής συνείδησης αλλά και μαρτυρία της σιωπηλής ακεραιότητας των καταφυγίων.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.